Συντάκτης: Alexandra Katsarou

  • Ο Gadless μας μάγεψε

     

    Μην αναρωτιέστε αν γίναμε μέτοχοι στην εκκλησία του Αγίου Παύλου. Όλο και περισσότερα lives λαμβάνουν χώρα, και αναπόφευκτα, παραμένουμε πιστοί θεατές στην κατανυκτική ατμόσφαιρα που προσφέρει η επιβλητική, ψιλοτάβανη, βγαλμένη από νουάρ θρίλερ, Αγγλικανική.

     

    Σε αυτήν την ημιφωτισμένη αίθουσα με τα στασίδια και τα κεριά, ταίριαξε απόλυτα ο Gadless. Η γοητεία του έγκειται από τη μία στην αφέλεια και το άγχος που έχει επί σκηνής, που θυμίζει σχολιαρούδι που σύντομα θα καταλάβει το stage και θα αφήσει άφωνο το κοινό, κι είναι αυτό που βγάζει μια ζεστασιά απαράμιλλη. Από την άλλη, η ιδιαιτερότητα της χροιάς του χρωματίζει τη μελίρρυτη κατά τ’ άλλα μουσική του, με ένα δυναμισμό που ξεχωρίζει. Όπως καταλαβαίνετε, στην unplugged μορφή του εγχειρήματος μέσα στην αμήχανη σιωπή της Αγγλικανικής, έδεσε το γλυκό.

    Gadless στην εκκλησιά. Ειρωνία; Κι όμως, αρμονία! Σεμνός και απλός, με μια κιθάρα στα χέρια, και μία στο stand για να τις εναλλάσσει (ακουστική και κλασική) , μία ακόμα ακουστική , ένα βιολί και λίγο πιάνο, έπαιξε κομμάτια δικά του και, φυσικά, covers αγαπημένων επιτυχιών, με το δικό του μοναδικό τρόπο. Δίπλα του, από τη μέση της συναυλίας και μετά, ο χείμαρρος που ακούει στο όνομα Lou Is και συνεπαίρνει με το ερμηνευτικό της ταλέντο και τα ξεχωριστά φωνητικά της.

    Jesus to a child, Back to you, Disarm, Confide in me και φυσικά Love you like a fool, Afraid.. Περίπου μιάμιση ώρα γλυκύτητας και ηρεμίας στην καρδιά της Αθήνας, που τελείωσε με το υπέροχο Mystery of love του Sufjan Stevens. Θα σταθώ λίγο εδώ, γιατί πρόκειται για το soundtrack του Call me by your name, όπου έρωτας, τέχνη και ζωή φτιάχνουν το μαγικό τρίπτυχο. Δεν γνωρίζω αν η επιλογή του κομματιού έγινε λόγω της ταινίας, όμως στο νου μου στροβιλίζεται η σκέψη, ότι αυτό το τρίπτυχο είναι η αγία τριάδα του καλλιτέχνη που διέπεται από αγάπη και σεβασμό προς τη σημασία της.

    Τέτοιος είναι ο Gadless. Και ευτυχώς που υπάρχουν τέτοιοι εκεί έξω.

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”39″ gal_title=”Gadless”]

  • The Dead Review

    Σαν σε μυθιστόρημα του Νταφόε, κάπου στο μεσαίωνα, ανάμεσα σε πόρνες  και εμπόρους, με τους γιατρούς της πανούκλας να τριγυρνούν και το πένθιμο κλίμα να απλώνεται παντού. Σαν σε κηδεία όπου ξαναβρίσκονται παράνομοι έρωτες, αποχαιρετίζονται φίλοι και βιρτουόζοι οργανοπαίχτες ξεπέφτουν στο βαριετέ. Κι όμως ήμασταν στο Fuzz.

    Οι  Dead Brothers, οι Γενουάτες με τις παράξενες μάσκες και τα μακάβρια chansons, επανήλθαν στην Αθήνα το Σάββατο. Ο Alain Croubalian και η κομπανία του, μας τα ‘παν για το Angst, το καινούριο τους album που αναμένεται να κυκλοφορήσει το  ’18. Ξεκινώντας από τη γαλαρία του Fuzz που κοσμείται από το ανάλογο χριστουγεννιάτικο δέντρο, έφτασαν στη σκηνή με μια πομπή εμβατηριακή και συνέχισαν για μιάμιση περίπου ώρα να αφηγούνται περισσότερο από το να δίνουν συναυλία, όπως άλλωστε συνηθίζουν. Η χροιά του Croubalian που άλλοτε είναι βαθειά αλά Cohen και άλλοτε τσιριχτή σαν του Martin Jacques έδωσε τα απαραίτητα σκαμπανεβάσματα στη θεατρικότητα της παρουσίας του. Ενώ τα tracks που ξετυλίγονται μέσα από τη ρυθμικότητα της τούμπας στη θέση του μπάσου, τη νοσταλγία του βιολιού, το ρομάντζο του μαντολίνου και του μπάντζο αλλά και το αλλόκοτο της γκάιντας σε υποβάλουν να πάρεις μέρος στη μυσταγωγία της στιγμής.

    Φέτος, όμως.. έκαναν κοιλιά. Κάτι ο φωτισμός που ήταν κάπως περίεργος, κάτι το Farewell στον Nikolas που δεν ήταν εκεί μαζί τους, κάπως έπεσαν οι ρυθμοί τους. Στο Story of Dead Brothers, το κατά κόσμον «Του νεκρού αδερφού», έδωσαν ρέστα και μας ξύπνησαν. Και φυικά μας αποζημίωσαν με το καθιερωμένο τους φινάλε καταμεσής του κοινού. Oh Mary don’t you whip no more! Και ένα Fuzz με σχετικά λίγο κόσμο, στο πόδι. Γύρω από την μπάντα λες και πετύχαμε αναπάντεχη performance του δρόμου σε κάποιο σοκάκι. Ρομαντικά πράγματα · έτσι για να ξεπλύνουμε την ψυχή.

    Εκτός από την ιδιαιτερότητα των Dead Brothers σαν μουσικών και σαν είδος που δε συναντάς εύκολα παίζει ρόλο και κάτι πιο σημαντικό ακόμα. Το έχουμε ξαναπεί, και σίγουρα συμφωνείτε κι εσείς. Τα φυσικά όργανα on stage είναι μαγεία. Ξεχωρίζεις το καθετί και ξέρεις ότι εκείνη την ώρα παίζει για σένα. Οπότε μπάντες σαν αυτές, που μπλέκουν ήχους και φωνές σ’ αυτά τα μοναδικά ακομπανιαμέντα, τις εκτιμάς περισσότερο από κάθε στημένο “fast food”. Ανάβει το αίμα, βρε παιδί μου, πως να το κάνουμε!

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”41″ gal_title=”Dead”]

     

  • Sold out οι Myrrors στο Temple!

    To Temple, το παλιό ΚΟΥΚΟΥ, σχεδόν ανέγγιχτο μετά το re-opening του, δεν είχε ακόμη γεμίσει. Στη σκηνή, τσουπ!, οι Bonnie Nettles. Τους χαιρόμαστε αυτούς τους τύπους γιατί κάνουν την κ@@λα τους. Κι ενώ θαρρείς δεν παίζουν και κάτι καινοτόμο, το πάθος τους on stage, τα αποκλειστικά δικά τους κομμάτια που παίζουν στα live τους, η σταθερή παρουσία τους στις μουσικές σκηνές της πόλης και, θες,  αυτή η αίσθηση ότι ζουν το όνειρο, σε κερδίζουν. Σαν κάποιοι αναγεννημένοι BJM, με τον frontman τους ημίγυμνο και..ψυχεδελιασμένο, με το ντέφι σε πρωταγωνιστικό ρόλο,με το drummer και τον κιθαρίστα σε ρόλο σπονδυλικής στήλης της μπάντας και με αρκετά στοιχεία των 60s, οι Bonnie συνεχίζουν κι εμείς περιμένουμε εναγωνίως το παρακάτω τους.

    Οι Myrrors έκαναν το μεγάλο βήμα το ’13, με την επανασύνδεσή τους και τα καινούρια τους μέλη, αφήνοντας πίσω τον κλασσικό ήχο της ψυχεδελικής rock και προσθέτοντας στο crew τους βιολί και μια δεύτερη κιθάρα. Κάπου μετά το Solar Collector και σίγουρα μετά το Arena Negra η μπάντα έδειξε το καινούριο της πρόσωπο με καινούριες πολύ πιο έντονα ψυχεδελικές μελωδίες · ό,τι ακριβώς βιώσαμε στο Temple, δηλαδή, το βράδυ του Σαββάτου. Ενώ βρήκαμε το ξεκίνημά τους κάπως κουραστικό, αντίθετα με πολλούς που το χαρακτήρισαν άκρως δυναμικό, η συνέχεια αποζημίωσε το γεμάτο Temple, αφήνοντάς μας με πολύ καλές εντυπώσεις.

    Για του λόγου το αληθές, ο Miguel Urbina και το βιολί (λογικά fiddle)  του είχαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο της όλης performance. Όπως, είπαμε και στην αρχή, αυτό είναι που τους δίνει το κάτι παραπάνω, ανάμεσα σε τόσα και τόσα krautrock σχήματα. Krautrock, με την επιφύλαξη που σου γεννάει η σκέψη, ότι τέτοια μουσικά ρεύματα είχαν και το ανάλογο της εποχής τους υπόβαθρο, το οποίο πια αποτελεί –αν μην τι άλλο- ιστορία.  Οι Myrrors θύμιζαν του Can σε πολλές στιγμές, με τα εναλλασσόμενα riffs και τα εκρηκτικά build-up. Ο εξαιρετικός μπασίστας τους ξεχώριζε, όπως φυσικά και ο Grant Beyschau που έδινε πόνο στα drums, αλλά και στα πνευστά που ακούστηκαν αυτό το βράδυ,  θυμίζοντας κάτι σαμάνουςξεχασμένους σε έναν κόσμο από ταμπούρο και βαθιά.

    Μέσα στον οξύμωρα ανεβαστικό κλαυθμό του βιολιού ξεχώριζες, ανάμεσα σε κουρδίσματα και μια ξαφνική αλλαγή χορδής, τους σχεδόν υπόκωφους στίχους ή ακόμα καλύτερα τις απόκοσμες κραυγές του κιθαρίστα Nik Rayne, για την πινελιά της «νίκης» που κυνηγάς καθημερινά. Ίσως αυτό να θέλει να πει και το τελευταίο και καλύτερό τους Hasta la Victoria. The Forward Path, Juanito Laguna, Surem Dervish, Arena Negra, Night Flower Codex, Semillas Sembradas, Liberty Is in the Street και ένα υπέροχο Warpainting για το encore. Μας άρεσαν, περισσότερο από το ’15 στη Death Disco. Τους περιμένουμε ξανά!

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”43″ gal_title=”Myrrors”]

  • Tricky – Tricky μάνα μου!

    Μια φιγούρα σκοτεινή, σχεδόν απλησίαστη, ένας τύπος από άλλη εποχή, το φάντασμα των Massive Attack, ο κλειδοκράτορας του trip-hop, ο Tricky που όλοι αγαπήσαμε, γ@μησε το Σάββατο στο Fuzz.

    Το Fuzz είχε πάνω από 1000 άτομα, και ο Tricky έπαιξε για πάνω από μια ώρα. Αν είσαι από αυτούς που μακαρίζουν τα 3ωρα live του στο  Ρόδον ή από εκείνους που παραπονιούνται για το εισιτήριο που πλήρωσαν όταν το live κρατάει ένα μιαμισάωρο, δεν σου άρεσε το live του Tricky και σίγουρα δε θα σ’ αρέσει και το review. Και , βέβαια, αυτή η δυσαρέσκεια δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτα ούτε για την προκειμένη συναυλία και σίγουρα ούτε και για την αξία του Tricky σαν δημιουργού, σαν performer και σαν μουσικού. Χώνεψέ το, να πάμε παρακάτω.

    Οι προβολείς στο πίσω μέρος του stage, κλασικό στις εμφανίσεις του,  στριμωγμένος κόσμος και μπαφίλα . Εκείνος, γεμάτος ενέργεια, αυτήν την περίεργη, ξέρεις, που δεν είσαι σίγουρος αν προέρχεται από ντρόγκια ή από χαρά που ακόμα ανεβαίνει τη σκηνή. Στο stage, εντελώς ξεδιάντροπος και ερωτεύσιμος μέχρι σκασμού.

    Μετά το live είχα μια ενδιαφέρουσα κουβέντα με ένα φίλο, που μου είπε ότι «η Αγγλία είναι 15 χρόνια μπροστά σε καθετί edge”. Και το πιστεύω, και για πολλούς είναι ζωντανή απόδειξη ο Tricky. Το Σάββατο έβαλε τα δυνατά του, χτυπήθηκε με το απαράμιλλο στυλ του στο stage, έπαιξε ως επί των πλείστων tracks από τον τελευταίο του, Ununiform. Κι όταν κουράστηκε, εγκατέλειψε το stage για ένα δεκάλεπτο, χωρίς προειδοποίηση. Του το συγχωρείς; Όχι απλά του το συγχωρείς, τον χαίρεσαι κιόλας.. Για ποια παρακμή μου μιλάς; Είναι, αισίως, 50 ετών, κάνει live ασθμαίνοντας νευρικά καθώς κουνιέται, ψιθυρίζει στο μικρόφωνο και που και που ουρλιάζει ή σχεδόν κλαίει, δεν ξέρεις ακριβώς. Είναι ο Tricky.

    Με το Ununiform ,μοιάζει να έκανε come back στις trip-ιες μελωδίες του από τα ‘90s, σαν να κλείνει ένα κύκλο. Αποδέχεται το θάνατο, μένοντας απλός στο στίχο του και φτιάχνει την ατμόσφαιρα όπως μόνο εκείνος μπορεί. Μαζί του on stage, drums, μπάσο, κιθάρα και (ναι!) γυναικεία φωνή. Εννοείται ότι υπήρξαν προηχογραφημένα parts στο live του, όπως το ξέραμε και το περιμέναμε. Φυσικά δεν αφαιρούν τίποτα από τη σκοτεινή αίγλη της performance του.

    New Stole, Armor, φοβερό Nothing ‘s changed και ένα άκρως μεταλλικό Vent για το τέλος. Και ίσως αυτό να ήταν και το παράταιρο –ίσως- του προχθεσινού του live, το metal στοιχείο στον ήχο του. Το οποίο, βέβαια, καθόλου δεν μας χάλασε. Τι να κάνουμε, ο καθείς με τη θρησκεία του. Εμείς προσκυνήσαμε Tricky και κάναμε και τάμα.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

    [Best_Wordpress_Gallery id=”45″ gal_title=”Tricky”]

  • We are the robots

    Όταν έρχεται ένας μύθος στην Ελλάδα όλα γίνονται και κρίνονται αλλιώς. Οι Kraftwerk ήρθαν και ήταν ακριβώς όπως τους περιμέναμε.

    Ζωντανή ιστορία οι τύποι, άλλωστε ο Ralf Hütter είναι 70 πλέον, γέμισαν το stage φορώντας τις φουτουριστικές στολές τους κι παίζοντας στις κονσόλες τις επιτυχίες τους, με αφορμή την κυκλοφορία του 3D collection, The Catalogue. Το Tae Kwon Do γέμισε με 7000 κόσμο, σε ένα ανέλπιστο sold out μιας και τις προηγούμενες επισκέψεις τους στην Ελλάδα, οι Kraftwerk , δεν μάζεψαν και πολύ κόσμο. Και τολμούμε να πούμε ότι φυσικά η γερμανική αλλά και η ελληνική παραγωγή, έσκισαν · παραγωγάρα!

    Έπαιξαν δύο ώρες, tracks από όλη τους τη δισκογραφία και μας έδωσαν και 3D γυαλιά για να παρακολουθούμε τα τρισδιάστατα –ως επί των πλείστων- graphics. Και παρόλο που αυτό ήταν και το διαφορετικό αυτής τους της performance, φάνηκε ότι τα γραφικά που απεικόνιζαν την Ακρόπολη, ενθουσίασαν περισσότερο το κοινό. Καλέ,ναι, την Ακρόπολη, μην απορείτε.

    Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι η μουσική των Kraftwerk είναι σύγχρονη με τους ..Abba. Ότι αυτός ο ήχος και αυτή η υπερκέραση του βινυλίου, είναι 70s. Και γι αυτό οι Krafwerk είναι μύθος. Γιατί όσο cult και να μας φαίνονται –vocoder και δεν συμμαζεύεται- συνέθεσαν τη μουσική του μέλλοντος, κάνοντας την αρχή για.. πολλούς! Οπότε, ναι, δεν ήταν εύκολο να συνεπαρθούμε, ακόμα και μπροστά στο stage που ο ήχος ήταν ό,τι έπρεπε. Αλλά στο Man Machine, στο The Robots, όπου τα ανδρείκελα πήραν τη θέση τους στη σκηνή, στο Radioactivity ακόμα και στο Das Model, ένιωθες ότι πλεόν οι Kraftwerk είναι ζωντανή κληρονομιά που σου χαρίζει ακόμα feelings.

    Υπήρχαν άνθρωποι στις κερκίδες που ανατρίχιαζαν στην ιδέα ότι ακούν  Kraftwerk και πολλοί που χόρευαν σε όλο το live. Γενικότερα υπήρχε ενθουσιασμός.  Και παλμός που ερχόταν από τα παλιά. Όποτε η ευκαιρία ήταν αυτή. Ένα live σαν πολύτιμο μουσειακό έκθεμα. Αντάξιο στο σήμερα για να ταϊστούν τα γούστα του -φυσικά απροσδιορίστου ηλικίας- συναυλιακού κοινού, αλλά και απαραίτητο για όσα δημιουργούνται ακόμα στην ηλεκτρονική μουσική.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

    [Best_Wordpress_Gallery id=”47″ gal_title=”Kraftwerk”]