Κατηγορία: MUSIC

  • Midas Fall: Το άγγιγμα του Μίδα.. στο Death Disco!

     

    Θα ‘θελες να τους δεις σε ένα μεγάλο venue. Σε έναν χώρο όπου όλη τους η δημιουργικότητα θα τονιζόταν και δεν θα παραγκωνιζόταν. Ο λόγος, για τους Midas Fall, που τους είδαμε στο Death Disco, αλλά κάτι μας έλειπε.

    Ένα σχήμα δυναμικό, παράξενο, ιδιαίτερο. Κάθε χαρακτηρισμός από τους παραπάνω θα τους ταίριαζε αδιαμφισβήτητα. Δύο τύπισσες στο stage ερωτευμένες –και μεταξύ τους και- σίγουρα με τη μουσική. Στο χρονικό των εμφανίσεών τους στην Αθήνα, την πρώτη φορά στο six d.o.g.s. άφησαν πολύ καλές εντυπώσεις αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα με τον ήχο, ενώ στη δεύτερη στο Fox αναγκάστηκαν να διακόψουν για λίγο, γιατί υπήρχε ένα πρόβλημα με τον ήχο. Σ΄αυτήν την τρίτη φορά που μας επισκέφθηκαν, βρήκαν αν μην τι άλλο, το φόντο που τους ταιριάζει ίσως περισσότερο από κάθε άλλο : τους φορτισμένους γκρι τοίχους του Death Disco. Όμως, ήταν κάτι παραπάνω από σαφές τι ακριβώς συμβαίνει με τους Midas Fall και το.. πρόβλημα στον ήχο!

    Όταν το προηχογραφημένο part των κομματιών τους εμπεριέχει καμιά δεκαριά όργανα, δυστυχώς η φυσική παρουσία δεν υπερκαλύπτει τη συνθετική τους δεινότητα. Που να ξεχωρίσεις το τσέλο ακούγοντας post rock, όταν δεν παίζεται ζωντανά; Η παρατήρηση, βεβαίως, δεν απευθύνεται στη μπάντα· ο δημιουργός κάνει ό,τι θέλει. Τα άλμπουμ, αν τα ακούσετε από τα ηχεία σας, είναι υπέροχα. Στο live, όμως, απαιτείται ένας συνδυασμός συνθηκών για να απολαύσεις τέτοιες μπάντες. Κάτι ο λίγος κόσμος, κάτι ο περίεργος ήχος, δεν ήταν το αποτέλεσμα άριστο.

    Πάντως, με τα minimal visuals, το λιγοστό φως, τα Enya like φωνητικά της Elizabeth Heaton, μας έδωσαν όσα περισσότερα μπορούσαν. Μας έντυσαν μελαγχολία και ambient διάθεση, με τις κιθάρες και τα βαθιά επί σκηνής. Μας παρουσίασαν το δικό τους post rock και η Elizabeth μας εξομολογήθηκε κατ’ιδίαν ότι το απήλαυσε. Εν ολίγοις, give Midas Fall a chance! They really deserve it people!

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”27″ gal_title=”Midas Fall”]

  • Η Laurel Halo στην Αγγλικανική Εκκλησία στα St Paul’s Sessions

     

    Ήταν σχεδόν σαν να βλέπεις έναν διαφορετικό καλλιτέχνη, συγκρίνοντας την παρθενική εμφάνιση της Laurel Halo στη χώρα μας, που είχα δει τον Μάιο του 2012 στο Bios, μ’ αυτή τη νέα της στον περίφημο χώρο της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Τότε, ο χορευτικός χαρακτήρας ήταν πολύ πιο έντονος στη μουσική της και η ίδια τον τόνιζε κάνοντας χαρακτηριστικά λικνίσματα πίσω από τα κομπιούτερ και τα μηχανήματά της. Είχα επίσης αφήσει να περάσει η δεύτερη εμφάνισή της την αμέσως επόμενη χρονιά, παρά το γεγονός ότι είχε έρθει με σκοπό να προμοτάρει το δεύτερο κι εξαιρετικό της άλμπουμ Chance Of Rain. Έμαθα πάντως ότι από εκείνη κιόλας τη φορά είχε αρχίσει να αλλάζει ήδη τον τρόπο που παρουσίαζε ζωντανά τη μουσική της, κάνοντας ένα άνοιγμα σε περισσότερο πειραματικές φόρμες κι αφήνοντας ελαφρώς παράμερα την έντονη ρυθμολογία, ως πρωταρχικό στοιχείο της προσωπικής της electronica.

    Μετά από τέσσερα πλέον χρόνια, η αμερικανίδα Laurel Anne Chartow έχει τελειοποιήσει τη μεταστροφή της αυτή, έτσι ώστε αυτό που είδαμε να κατατάσσεται άνετα σε μία εμφάνιση σχήματος που μόνο κατ’ επίφαση θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως electronica, αλλά συνάμα δε θα ξέραμε και που ακριβώς να καταχωρίσουμε. Κατ’ αρχήν λέω “σχήμα” μιας που η Laurel Halo δεν ήταν μόνη επί σκηνής, είχε παρέα της και τον ντράμερ Eli Keszler και η συμβολή του σε όσα ακούστηκαν ήταν κάτι παραπάνω από καίρια. Κατ’ αρχήν δεν επρόκειτο για ντράμερ με τη γνωστή έννοια του όρου, περκασιονίστας θα ήταν πιο ακριβής η περιγραφή του. Δεν κρατούσε ρυθμούς αλλά συμπλήρωνε με μια jazz προοπτική τις σκόπιμα αφηρημένες κάποτε ηχητικές ιδέες της Halo. Εκείνη τη βραδιά συνειδητοποιήσαμε περισσότερο από κάθε άλλη φορά τις καταβολές της Halo στη free jazz, για τις οποίες διαβάζαμε αλλά ίσως ήταν δύσκολο να διακρίνουμε στη μουσική της.


    Μαζευτήκαμε λοιπόν στην επιβλητική αίθουσα, σκοτεινή όπως συνήθως είναι, που κάνει δύσκολο ακόμη και να διακρίνεις αν ο καλλιτέχνης που έχεις προσέλθει να δεις βρίσκεται όντως ο ίδιος επάνω στη σκηνή (θυμόμαστε πρόχειρα τον Tim Hecker που ουσιαστικά δεν είδαμε ποτέ καθ’ όλη τη διάρκεια του σετ του, από το πυκνό σκοτάδι και τους καπνούς), και με φόντο δύο μπλε ηλεκτρικές στήλες φωτός, που έμοιαζαν να θέλουν να ανοίξουν τρύπες στην οροφή και να ξεχυθούν προς το διάστημα, ξεκίνησε η μουσική. Αρχικά οι ήχοι της δεν ακολουθούσαν καμία φόρμα, είμαστε χαμένοι σε ένα ανεξερεύνητο πεδίο ατονάλ ηχοχρωμάτων, όπου προσπαθούσες να βάλεις τα ηχητικά ερεθίσματα σε μία τάξη μα κάτι τέτοιο έμοιαζε μάταιο. Κατέληγες επομένως να παραδίνεσαι σε ένα χείμαρρο από αναφορές φαινομενικά χωρίς ειρμό, που όμως άφηναν πίσω τους ένα αδιόρατο αίσθημα ικανοποίησης για τον τολμηρό τους χαρακτήρα. Προς το τέλος αυτού του περιπετειώδους ταξιδιού, προστέθηκαν τα όμορφα φωνητικά της, που σχηματοποίησαν λίγo τα πράγματα κι έκαναν το πρώτο μέρος του live (που διήρκησε 23 λεπτά) να έχει μια στρωτή, συμβατική έκβαση.
    Κάπως έτσι πήγε ολόκληρη η συναυλία, που κράτησε μία ώρα ακριβώς και δεν είχε το πατροπαράδοτο encore, που τόσο πολύ αγαπά το εγχώριο κοινό. Κανείς δεν παραπονέθηκε πάντως, αφού η Laurel Halo και ο παρτενέρ της στη σκηνή μας έδωσαν στο χρονικό διάστημα αυτό τόσα πολλά υπέροχα ηχητικά ερεθίσματα, μα και κάμποσα να δεις εκτός του να αισθανθείς – που ως γνωστόν είναι συνήθως ένα πρόβλημα σε τέτοιου είδους βραδιές, όπου ο καλλιτέχνης προσπαθεί να γεμίσει το οπτικό έλλειμμα με υποτυπώδεις προσπάθειες να πείσει, ότι αυτά που κάνει επί σκηνής είναι περισσότερα απ’ όσα τελικά είμαστε πεισμένοι ότι κάνει… Θα μπορούσε κανείς για παράδειγμα να μείνει και να χαζεύει τη βιρτουοζιτέ του Keszler, που έντυνε τα τεκταινόμενα με θαυμαστή ακρίβεια και ανεξάντλητη ποικιλία ήχων, ενόσω η όμορφη Halo (χάρμα οφθαλμών όσο και ώτων, επιτρέψτε μου να πω) όχι απλά χειριζόταν το λάπτοπ και το σάμπλερ της, μα τραγουδούσε κι έπαιζε διάφορες μουσικές φράσεις σ’ ένα πληκτροφόρο που βρισκόταν φαρδύ πλατύ ξαπλωμένο επάνω στο τραπέζι μπροστά της.

    Όσα ακούστηκαν δεν είχαν μεγάλη σχέση με όσα πιθανώς να περίμενε κανείς να ακούσει λαμβάνοντας υπόψην του το πιο πρόσφατο άλμπουμ της Dust, από την άποψη ότι τουλάχιστον το μισό μέρος του σετ ήταν χαμένο σε αυτοσχεδιαστικά μονοπάτια που ενέπλεκαν φαντασιακούς αισθητικούς στόχους, παρά αναφορές σε συγκεκριμένα της κομμάτια – που ασφαλώς δεν έλειψαν κι αυτές. Με άλλα λόγια, η Laurel Halo μας έδειξε ότι τραβάει με πολύ καλοσχεδιασμένα βήματα το δημιουργικό της δρόμο, και είτε με τη δισκογραφία είτε με τις εμφανίσεις της προδίδει ένα κορίτσι που βρίσκεται στoν αφρό ενός παραγωγικού κύματος που έχει ακόμα πολλά να δώσει.

     

    Κείμενο: Μάνος Μπούρας 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

  • Dream Syndicate: Κάναν come back στον έρωτα μας

     

    Τριάντα χρόνια μετά το peak τους, οι Dream Syndicate ολοκλήρωσαν το tour τους στην Αθήνα με το καινούριο τους How did I find myself here?. Πιθανολογούμε ότι ο Steve Wynn διερωτήθηκε κάτι τέτοιο όταν έκανε το reunion της μπάντας, το ‘12. Όπως και να ‘χει, η Αθήνα του έδωσε την απάντηση που χρειαζόταν, με πάνω από 1000 άτομα στο Fuzz, με απίστευτη θέρμη και πολλά χειροκροτήματα, ως και δάκρυα συγκίνησης.

    Όταν, στην εφηβεία μου, βρέθηκα στο Λυκαβηττό  να ακούω Scorpions, εκεί κρεμασμένη στα ένδοξα κάγκελα του θεάτρου, γύρω μου είχα όλες τις ηλικίες, από –τότε- συνομήλικους μέχρι παλιούς ροκάδες να ουρλιάζουν το Hurricane. Το Σάββατο, λοιπόν, το Fuzz, παρόλο που είχε μέσω όρο ηλικίας κοινού γύρω στα 50, είχε κι αρκετούς «μικρούς». Είδα και συμμαθητές και δασκάλους μου. Μην απορείτε, έτυχε να μαθητεύω σε ροκ χρονιά μάλλον. Οπότε το κλίμα ήταν ιδιαίτερα φορτισμένο, γιατί ένιωθες ότι είσαι σε θρυλικό live. Και ίσως τελικά, σε ένα τέτοιο να ήμασταν.

    Η μπάντα από το L.A. που έβαλε θεμέλια στην Paisley Undergound, ο γερόλυκοι Dream Syndicate, τα έδωσαν όλα. Μέχρι και δύο encore με έξι tracks! Από τα παλιά τους. Αυτά που τους έκαναν αστέρια. Glide από το τελευταίο, The Side I’ll Never Show για να γίνει χαμός , Boston με λίγο “Refugee” από Tom Petty, When the Curtain Falls, Tell Me When It’s Over και ένα καταιγιστικό  John Coltrane Stereo Blues για τον αποχαιρετισμό. Τι κι αν διαλύθηκαν, πριν μερικά χρόνια, αυτή τη φορά άνοιξαν καινούριο κεφάλαιο.

    “The past is easier to bend/I found a way to slow it down” μας λέει στο Circle ο Wynn, και σε αυτό το mood βρίσκεται όλο το τελευταίο album · περί παρελθόντος ο λόγος. Στο main part του live, όπου έπαιξαν επτά από τα οκτώ κομμάτια του How did I find myself here? ακούσαμε elements από το ιστορικό The Days of Wine and Roses. Kαι ίσως αυτό να είναι ο λόγος  που οι fans είναι τόσο ένθερμοi τρεις δεκαετίες μετά.. Βγήκαν με το Halloween, έκλεισαν με The Days of Wine and Roses. Τυχαίο; Filter me through You και 80West ξεχώρισαν από τα καινούρια τους. Έπαιξαν και The Medicine Show, φυσικά. Εξαιρετικό μπάσο από τον Mark Walton, απολαυστικές jamming κιθάρες από τον Wynn και τον Jason Victor που τον συνοδεύει στη solo καριέρα του και τον Chris Cacavas στα πλήκτρα να ανάβει το τσιγάρο του στο encore. Συναυλία σταθμός για όσους παρευρέθηκαν, και κυρίως για τη μπάντα που ήταν εμφανώς συγκινημένη – αν μην τι άλλο. Για πολλούς το καλύτερο live που έχουν πάει, κι ας μην άκουσαν το When you smile.

    Είναι γεγονός ότι σε παρασέρνει να ξέρεις ότι αυτό που παρακολουθείς έρχεται από μιαν άλλη εποχή. Για μας τους νεότερους, είναι μαγικό να έχουμε το βαλάντιο για το εισιτήριο και να ζούμε τέτοιες στιγμές. Να χοροπηδάς με έναν 60άρη μαλλιά που φωνάζει  Yeah, every cloud has a silver lining! Αξία ανεκτίμητη.

    P.S.: Oι Dustbowl έκαναν support και μας έβαλαν στο πνεύμα. Προλάβαμε τα τελευταία τους κομμάτια αλλά, όπως έχουμε ξαναγράψει στο παρελθόν, αξίζουν πολλά μπράβο. Τους αγαπάμε, τέλος.

     

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”29″ gal_title=”Dream Syndicate”]

     

  • The 3d Man Element: Αυτοσχεδιασμοί και αρμονία στο ΚΕΤ

     

    Όταν γνωρίσαμε τα παιδιά του Κέντρου Ελέγχου Τηλεοράσεων, στην Κυψέλη, η όλη γνωριμία ήταν αποκάλυψη. Ξέρεις τώρα, στη γειτονιά των πολλών εθνικοτήτων, εκεί που άλλοι δεν πατάνε πόδι και άλλοι απολαμβάνουν βόλτες, παίζει το ΚΕΤ. Ο πολυχώρος που βρίσκεις από experimental electronica parties μέχρι εκδηλώσεις για την  LGBTQ+ και σεμινάρια για παιδιά.

    Κάναμε, λοιπόν, την επανένωση! Είδαμε The 3rd Man Element , το αυτοσχεδιαστικό project  του Χρήστου Αλεξόπουλου (συνθέτης, ιδρυτής της Puzzlemusik) στο πιάνο, τα πλήκτρα και χρηστικά αντικείμενα και του Βασίλη Ποδαρά (μέλος του Next Step Quintet) στα τύμπανα. , όπου καλούν σε κάθε session έναν διαφορετικό μουσικό για να δώσει το… στίγμα του! Αυτή τη φορά, καλεσμένος ήταν ο Φώτης Σιώτας, το βιολί του και τα pedals του. Και μερικά φωνητικά τερτίπια στο ηχείο του μαγικού του έγχορδου, που πρόσθεσαν ένα παράξενο ethnic συναίσθημα, σε αυτό το accompagnamento ιδεών και αισθήσεων.

    Δεν είχε πολύ κόσμο το ΚΕΤ, μονάχα 10-15 άτομα. Έτσι ο καθένας μόνος ή και με την ελάχιστη και κατάλληλη παρέα, αφέθηκε σε αυτό που οι τρεις μουσικοί, υπό το φως μιας κίτρινης λάμπας, δημιουργούσαν επί τόπου. Αν είσαι μουσικός, ξέρεις, ότι το jam- άρισμα, που λέμε, είναι μια φοβερή εμπειρία. Είναι ο λόγος να ενωθούν πολλές φωνές και ήχοι στην απόλυτη ελευθερία που δημιουργεί ο καθένας ξεχωριστά.

    Το εγχείρημα του The 3d Man Element, δεν είναι πρωτότυπο. Μόλις πέρυσι, μάλιστα, στον ίδιο χώρο, παρακολουθούσαμε το session του Γιάννη Αναστασάκη και της  Deniz Αγγελάκη με guest (!) τη Σαββίνα Γιαννάτου. Το feeling σε κάθε περίπτωση, όταν η ελευθερία φτιάχνει αρμονία, είναι απογειωτικό. Έτσι και την Πέμπτη το βράδυ, στο υπόγειο της Κύπρου, οι μουσικού αυτοσχεδιάζαν επί σκηνής, κι εμείς στο νου.

    Ωραία εμπειρία! Αξίζει να τη ζήσει κανείς όσες περισσότερες φορές μπορεί!

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

  • FOS την Κυριακή : Καθόλου τυχαία τα αρχικά του νέου φεστιβάλ στην πόλη!

     

    Το Fraternity of Sound μας συστήθηκε, μας άφησε να περιμένουμε τα επόμενα και ιδού τα αποτελέσματα!

    Καθυστερημένοι και έχοντας χάσει –κλαψ- τους Afformance, ξεκινήσαμε τη βραδιά με Drew McDowell. Πειραματικός, ατμοσφαιρικός, σε χαμηλούς τόνους, κράτησε το Fuzz σε κατάνυξη. Ήταν ό, τι έπρεπε για να μας βάλει στο πνεύμα, οπότε δεν μας πείραξε το lounge ύφος της experimental ηλεκτρονικής του, της οποίας αποτελεί και συμβολικό πρόσωπο, να τα λέμε αυτά. Με καπνούς αλά Boy George, ακούσαμε τα μπάσα των ZONAL, του JK Flesh και του The Bug, οι οποίοι ίσα που φαίνονταν. Κι ενώ ξεκίνησαν από τα γούστα του πρώτου, κάτι από hip hop beat και industrial πειραματική, κάπου «χώθηκε» o Kevin Martin και έδεσε το γλυκό με μια essence από trip hop. Μεταξύ σκοταδιού, αισθησιασμού, μπάσου μέχρι το μεδούλι και εμπνευσμένων beats παρασυρθήκαμε. Παρασύρθηκαν κι αυτοί, έπαιξαν και κάτι παραπάνω και πήγαμε μια ώρα πίσω από το προκαθορισμένο schedule. Αλλά τους το δίνουμε, που θα έλεγε κι ένα φίλος, γιατί εξελίχθηκαν στην έκπληξη της βραδιάς. Μας έδωσαν ωραίο ρυθμό, καλά δομημένο, μπροστά στα decks τους και κάπως στριμωγμένοι ανάμεσα στο set up του Thurston Moore Group που περίμενε υπομονετικά τη σειρά του. Πολύ καλοί, απολαυστικοί, γκρουβάτοι. Χαλάλι η καθυστέρηση!

    Ono soul. Το έπαιξαν τελευταίο και μάλιστα στο encore. Αλλά μας δίνει την κατάλληλη πάσα για να περιγράψουμε τον τύπο on stage, τον Thurston Moore. Τον τύπο που σαν να ξαναγέννησε τον εαυτό του, δεν έμεινε αυτό που όλοι αγαπήσαμε, δηλαδή ο υπέροχος των Sonic Youth, αλλά προχωράει ανοίγοντας τους ορίζοντές του. Μας γύρισε, λοιπόν, πίσω στο ’95 και στο Psychic Hearts, αφού πρώτα μας παρουσίασε το τελευταίο του Rock ‘n Roll Consciousness. Steve Shelley στα drums, σχεδόν παραδοσιακά, Debbie Goodge στο κέντρο με το μπάσο (βλ. My bloody Valentine) και James Sedwards στη θέση του Lee Ronaldo – αναγνωρισμένη απώλεια αλλά και επάξια εξέλιξη. Τα μάτια στραμμένα στον καινούριο Thurston Moore, να μιλάει για την αγάπη και με τη βραδύγλωσση προφορά του και να αποδεικνύει, βεβαίως, ότι οι περισσότεροι στο κοινό βρίσκονταν εκεί για χάρη του. Ένα σύμβολο μιας εποχής που δε σταματά να είναι επίκαιρο και μέσα στη ζωή. Δαιδαλώδες Turn On, Smoke of Dreams, Aphrodite και Exalted για λίγο πριν το τέλος. Exalted για τη χαριστική βολή.  Exalted για να ‘χεις να λες ότι ακόμα και η πιο ονειροπόλα μελαγχολία μπορεί να σπάσει με metal θόρυβο και φωνητικά by Mr T. Το κάτι άλλο. Αδιαμφισβήτητα μεγάλη προσωπικότητα της noise rock –αποφεύγουμε τα απόλυτα για να μη μας πουν ότι μεροληπτούμε- και εξαιρετικό back up στην παρακαταθήκη των αναμνήσεών σου.

    Έκλεισε με Ben Frost και φυσικά το τελευταίο (και 5ο) του The centre cannot hold. Άφησε πίσω του την αμεσότητα-γροθιά στο στομάχι- του AURORA με εκείνο το ανατρεπτικό Nolan που είχαμε ακούσει στο ΡΟΜΑΝΤΣΟ, για να καλλιεργήσει έναν πιο ενδόμυχο συναισθηματισμό, ατενίζοντας τη σκληρότητα του κόσμου όπου ζούμε. Εκρηκτικοί συριγμοί και τρομερή bass- ίλα κατέκτησαν το μισοάδειο Fuzz, μιας και οι περισσότεροι αναχώρησαν μετά τον Thurston Moore. Παρόλ’ αυτά, οι εναπομείναντες, ήξεραν τι να περιμένουν και το πήραν. O Ben Frost on stage σχεδόν σα ναυαγός, με τα decks γεμάτα ενισχυτές και πίσω του ένα τεράστιο σελοφάν. Αν δεν υπήρχαν τα visuals που αχνοφαίνονταν, ίσως κάποιος να υπέθετε ότι θα πεταχτεί αίμα στο backround. Δεν απέχει και πολύ μια τέτοια φρικαλέα «φαντασίωση» μιας και στο album παίζει και το track των 12 δευτερολέπτων A Single Hellfire Missile Costs $100,000. Με δανεικό τίτλο από Yeats και Δευτέρα Παρουσία, λοιπόν, με μια μικρή απόγνωση, μια επιθετική ανησυχία και μια προφητική μακαβριότητα, ο Ben Frost έπαιξε στο στυλ του ηχογραφημένου στο Σικάγο αυτή τη φορά, The centre cannot hold. Ασαφείς συνδέσεις μεταξύ ήχων απόκοσμων, χωρίς distortion αυτή τη φορά. Μας έλειψε το ξέσπασμα που μας έχει συνηθίσει να τρυπάει κεφάλι και πλευρά, αλλά μας κράτησε σε μια ενστικτώδη κίνηση καθ’ όλη τη διάρκεια του live του. Δεν ξέρουμε τι έπαιξε ισχυρότερο ρόλο, αν ήταν η συνεργασία του με τον Albini, η απογοήτευσή του από τους καταστροφικούς πολέμους ή απλά ότι για πρώτη φορά δεν ταξίδεψε για να βγάλει δίσκο, πάντως ήταν πολύ διαφορετικός. Ίσως ωριμότερος, ίσως πιο μπερδεμένος. Πάντα ταγμένοςστις δυσοίωνες synth μελωδίες του, πάντως.

    Είναι σπάνιο να νιώθεις αλλά και να ξέρεις ότι βρίσκεσαι σε live, όπου το κοινό ξέρει καλά γιατί είναι εκεί. Αυτό φάνηκε τόσο στο ότι για πρωτοεμφανιζόμενο φεστιβάλ, το Fraternity of Sound στο Fuzz μάζεψε τόσο κόσμο –ήμασταν περίπου 500 την Κυριακή- αλλά και στο ίδιο το είδος μουσικής που γνωρίζουμε καλά ότι δεν αποτελεί θέλγητρο για πολυπληθείς μαζώξεις στα δικά μας λημέρια. Ιδιαιτέρως προσεγμένο line up, φιλοξενούμενοι που για πολλούς αποτελούν όνειρο ζωής και εξαιρετικός ήχος. Υπάρχει δυνατότερο τρίπτυχο; Γι αυτό, όσοι παρευρεθήκαμε, φύγαμε αν μην τι άλλο ενθουσιασμένοι, που καινούριοι άνθρωποι εμπλέκονται στη μουσική βιομηχανία και φτιάχνουν το αντίβαρο στο κλασικό που γνωρίζαμε ως τώρα.

     

    P.S.: Όχι ότι θέλουμε να ευλογήσουμε τα γένια μας, αλλά μιας και το προσέξαμε, ο James Edwards έπαιζε με Jam pedal, ελληνικής παραγωγής. Ψαχτείτε, έχει ενδιαφέρον.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”31″ gal_title=”FOS”]

  • Nouvelle Vague: Οργασμός, αυτή η μάστιγα.

     

    Είναι η μπάντα, η φτιαγμένη για live.  Στην τελευταία τους εμφάνιση στο Gazarte είχα γράψει ότι «αν κάποτε, κάποιο καμπαρέ πάρει το όνομά τους δεν θα μας κάνει καμία εντύπωση», και θα το επαναλάμβανα ευχαρίστως μετά τη σαββατιάτικη performance τους στο Fuzz, με περίπου 700 άτομα στο κοινό. Είναι αυτό το καλλιτεχνικό βλέμμα του Γάλλου αρτίστα, που βάζει τη βρετανική και την αμερικάνικη mainstream στα café που χαζεύεις στις ταινίες, με bossa nova και bluegrass που  κάπως σε γλυκαίνει, κάπως σε ανάβει, κάτι σου κάνει.

    Love Comes In Spurts, από Richard Hell και The Voidoids, Metal από Gary Newman, No one is Receiving , όπου ο Brian Eno πήγε περίτεχνα από τη φανκιά στη bossa nova και μια ντελικάτη ερμηνεία του All The Cats Are Grey των Cure, με την ακουστική κιθάρα να ξυπνάει τον Robert Smith από το μοιρολόι – no offence. Εκεί που μας εξέπληξαν ήταν, φυσικά, στο I Wanna Be Sadated  των Ramones. Από το 1-2-3-4 punk μονοπάτι που λίγο πολύ έχουμε όλοι περπατήσει, ξεστρατίσαμε στο νωχελικό των Nouvelle Vague.

    Μεγάλες στιγμές εννοείται στο Human Fly των The Cramps όπου κάτι το ποτό, κάτι ο ήχος του theremin, κάτι η  Élodie Frégé που έδωσε κανονική παράσταση αυτή τη φορά, το σκηνικό θύμισε ιστορία των Tiger Lillies και των Dead Brothers (οι οποίοι έρχονται στις 15 στο Fuzz, μην ξεχαστείτε). Και το highlight της βραδιάς, το I just Can’t get Enough, όπου ο ντράμερ τους ήρθε κοντά μας και μαζί με όλη την μπάντα, έληξε το κομμάτι με..σάμπα! Σαφώς πιο φαντασμαγορικό από την ηχογραφημένη version.

    In a Manner Of Speaking, Melt with you, Teenage Kicks, Last Dance.Τι κι αν τους έχουν σούρει τα εξ αμάξοις για τις διασκευές τους –ως και ο Jello Biafra παραπονέθηκε-, τι κι αν το ‘καναν και λίγο supermarket τότε που έκαναν μουσική για διαφημίσεις, τι κι αν ο καινούριος τους δίσκος δεν είναι η έκπληξη του αιώνα; Παραμένουν απολαυστικοί, πώς να το κάνουμε; Με αυτή την απίστευτη σεξουαλικότητα των κοριτσιών των Nouvelle Vague στον πρωταγωνιστικό ρόλο που ντύνει κάθε φορά την παρουσία τους και χαρακτηρίζει το feeling των συναυλιών τους. Sexy lounge, θα τους χαρακτηρίζαμε.

    Είναι δεδομένο ότι οι cover μπάντες θα βρίσκουν πάντα μέρος να παίζουν και κοινό που να θέλει να ακούσει. Ζουν, όμως, περισσότερο αυτές που θα ταξιδέψουν στην ιστορία της μουσικής και σε διαφορετικές κουλτούρες, και θα δέσουν τις συνθέσεις τους με λίγο χιούμορ, με λίγο μεράκι και τελικά θα φτιάξουν ωραία μουσική. Τέτοιοι είναι οι συγκεκριμένοι.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”33″ gal_title=”Nouvelle Vague”]

     

  • Θραξ Πανκς και ξερό ψωμί

     

    Ήρθαν οι ζουρλοί Θρακιώτες στο Fuzz και μας ξύπνησαν λιγάκι! Ευτυχώς! Για σας που λέτε ότι η νέα γενιά δεν ασχολείται με την παράδοση, ακούει μόνο ντάπα ντούπα και όλα τα τοιαύτα, φτάνει μια φορά να βρεθείτε στην Ικαρία και σε πανηγύρια καλοκαιρινά ή έστω μέχρι την Ακαδημία Πλάτωνος σ’ έναν Κλήδονα, για να δείτε τι πάει να πει γλέντι! Τέτοιοι είναι οι Θραξ Πανκς και μας ξεσήκωσαν το Σάββατο. Εμάς τους 400,πάνω κάτω.

    Τσιτσιλιάγκους παίξανε, Γιούρια παίξανε, Τι καλά που τα λέει τ’ αηδόνι, Δέντρο, Ψες είδια. Όλα τα παίξανε τα παιδιά, για περίπου ένα δίωρο και δεν έμεινε κανένας δυσαρεστημένος. Εν αντιθέσει, αγαπημένοι μας, το Fuzz γέμισε με κόσμο που έστησε χορό θρακιώτικο και κοπανήθηκε και λίγο εκεί στο γνωστό κιγκλίδωμα του photo pit, σε κάθε ευκαιρία. Και ήταν πολλές αυτές οι ευκαιρίες. Με τσαμπούνα και νταούλι αλλά και distortion στην ηλεκτρική κιθάρα, ο Βαίτσης, ο Σταυρίδης και ο Πάνος Γκίνης, τα έδωσαν όλα.

    Κάτι μας πείραξε στον ήχο, μονάχα. Ώρες ώρες δηλαδή έλεγες, τώρα θα χυθεί το τύμπανό μου, δεν μπορεί. Δηλαδή η αλήθεια είναι ότι όταν τους είδαμε σε ανοιχτό χώρο ήταν κάπως καλύτερα τα πράγματα. Αλλά σε τέτοιες παγανιστικές στιγμές διονυσιακής διάθεσης δε δίνεις σημασία σε τέτοια. Είναι λεπτομέρειες. Θυμάσαι εκείνη την Άνοιξη με το Μαράκι και τον Αύγουστο με τα παιδιά από το Φάληρο και είσαι σε άλλη διάσταση.

    Για τις απορίες όσων δεν τους γνωρίζουν, δεν έχουν καμία σχέση με VIC. Άλλο το ένα άλλο το άλλο. Οι Θραξ παίζουν παραδοσιακά με punk διάθεση, κι ενώ διαβάζοντας κάποιο δελτίο τύπου μπορεί να σου φανεί κοινότυπο το μείγμα παλιού και νέου, σε αυτήν την περίπτωση κάνουν τη διαφορά, εξαίροντας το παραδοσιακό στοιχείο περισσότερο από τη νεωτερικότητα. Οπότε δεν περιμένεις εναγωνίως, τι θα γίνει στον επόμενο δίσκο. Ξέρεις ότι κάθε φορά που θα τους δεις θα γλεντήσεις, θα ξεδώσεις.

    Υ.Γ. Και μια παρατήρηση. Είχαμε καιρό να ακούσουμε συνθήματα σε συναυλία. Κάποτε ήταν «ο πόθος για τη λευτεριά είναι δυνατότερος απ’ όλα τα κελιά». Το Σάββατο ακούσαμε για το Αιγαίο. Ο κόσμος αλλάζει, κοίτα να μην ξεχνιέσαι.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”35″ gal_title=”Θραξ Πανκς”]

  • Let me Know Festival με λίγο κόσμο

    Που είναι το Let me Know όπου γινόταν χαμός; Που είναι το Let Me Know όπου τρέχαμε να προλάβουμε εισιτήρια; Εδώ είναι. Και το κρατάνε ζωντανό οι μπάντες που παίζουν σε αυτό against all odds.

    Τι φωτογραφίες, τι δελτία τύπου, τι βιντεάκια μπήκαν σε αυτό το event! Προφανώς, για όσους ήμασταν εκεί, φάνηκε ότι δεν έπιασαν τόπο. Δεν μάζεψαν, δηλαδή κόσμο. Πώς να πας να ακούσεις τέσσερα διαφορετικά μουσικά σχήματα αν δεν είσαι απλά μουσικόφιλος ή γνωστός των μουσικών; Δύσκολα. Ειδικά όταν “οι απέναντι”, έχουν Κωνσταντίνο Βήτα, λέμε τώρα.

    Εμείς πάντως, σαν αξιότιμοι χορηγοί επικοινωνίας, παρευρεθήκαμε. Και η αλήθεια είναι ότι το ευχαριστηθήκαμε. Γιατί είναι όμορφο να ακούς μουσικούς να βάζουν τα δυνατά τους για να γουστάρουν, σε έναν χώρο σχεδόν άδειο, όπου φυσικά δε λείπει μόνο ο παλμός του μεγάλου κοινού αλλά υπάρχει κι ένα ανυπέρβλητο gap στον ήχο ·οι ηχολήπτες γνωρίζουν καλύτερα.

    Κρατάμε τη μουσική παρά ταύτα!

    Ξεκινάμε από τους St. Guilt. Πλήκτρα, τύμπανα και κιθάρα. Όπα, ξεχάσαμε και τον τύπο με το lap top, τον κρυμμένο πίσω από την κουίντα του Death Disco. Λάθος το λες αυτό, μιας και μιλάμε για samples, δηλαδή συμπρωταγωνιστές στο έργο. Αλλά, δε βαριέσαι. Οι τύποι το καταχάρηκαν χαμογελαστοί και αεράτοι, με την 60τίλα στο στυλ της frontwoman και την ωραία χροιά της, με synth-pop ευχάριστες μελωδίες κι ένα φιλοσοφημένο Turn Your Back για τα σημεία των καιρών. Καθόλου άσχημα αν σκεφτείς ότι είναι κάτι παραπάνω από 20 ετών τα παιδιά και το ‘χουν αρκετά.

    Παρακάτω, ο χαμός. Art Of Simplicity, ή αλλιώς ο Bruce Dickinson σε ελληνική έκδοση και full band show. Είναι metal. Κανονικό. Pure. Έχουν δικαίως τη φήμη τους ως demo του ’15 με το asymmetric ,  έχουν σκηνική παρουσία, έχουν έξι μέλη, έχουν και βιολί. When Fables have a Bitter Taste είναι ο καινούριος τους δίσκος και δεν ξέρουμε για ποιον μύθο μπορεί να ομιλούν, αλλά ο δικός τους είναι εν εξελίξει.

    Last but not least, οι Holy Limbo. Κάτι από Tricky, κάτι από Archive, μια πρέζα BRMC (ευτυχώς χωρίς τα perfecto) και κάτι ακόμα απροσδιόριστοκαι ανεξήγητα γοητευτικό. Έκαναν αισθητά τη διαφορά, παίζοντας παλιά τους κομμάτια και κάποια από τα καινούρια, με ελάχιστες παύσεις μεταξύ τους, μάλλον για το εθιμοτυπικό της φάσης «συναυλία». Ξεσπάσματα και σιωπές, samples από παράξενα κρουστά, green bullet για αμαρτίες στο mic, απολαυστική μπασίλα, στακάτα drums και δώσ’ του delay! Ο ήχος τους είναι μοναδικός για την ελληνική μουσική σκηνή, είναι world trip-hop, ambient in escape, χαρμολύπη ρε παιδί μου. Ψάξ’τους, άκουσέ τους, βγάζουν και νέο album.

    P.S. Ευχόμαστε τα καλύτερα στους Cosmic Shadows, που λόγω ατυχήματος δεν κατάφεραν να παίξουν, και δίνουμε ραντεβού τα επόμενα!

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”37″ gal_title=”Let me Know Festival”]

  • Ο Peter Broderick στα St Pauls Sessions στην Αγγλικανική Εκκλησία

    Το να εμφανίζεται κάποιος δεύτερη φορά σε χρονικό διάστημα που δεν αγγίζει τον ένα χρόνο είναι κάτι που δεν κατορθώνουν πολλοί καλλιτέχνες στη χώρα μας. Κι αν το καταφέρνει ο Peter Broderick, είναι αφενός επειδή οι εκδηλώσεις στην Αγγλικανική Εκκλησία έχουν το δικό τους κοινό πια και δεν υπόκεινται στη συνήθη λογική «ποιος να έρθει και πότε και πόσοι πρέπει να προσέλθουν για να θεωρηθεί επιτυχημένη η συναυλία», αφετέρου επειδή ο ίδιος έχει κάνει τόσα πολλά πράγματα στην καριέρα του, ώστε να είναι σε θέση να παρουσιάσει κάτι διαφορετικό κάθε νέα φορά που θα ανέβει στη σκηνή. Έτσι, τον περασμένο Μάιο είχε έρθει παρέα με τον David Allred παρουσιάζοντας ένα σύνολο δουλειάς που χαρακτηριζόταν από την ποικιλία οργάνων που συμμετείχαν στην ενορχήστρωση (και προερχόταν από την από κοινού ηχογράφησή τους με τίτλο Find The Ways), ενώ σ’ετούτη μόνος του, που σημαίνει ότι οι ήχοι που έφτασαν στ’ αυτιά μας προέρχονταν αποκλειστικά από το πιάνο, το βιολί και τη φωνή του. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν, όπως αναμενόταν, συναρπαστικό.

    Αφού λοιπόν μας ευχαρίστησε που τον τιμήσαμε για μία ακόμη φορά με την παρουσία μας, ξεκίνησε με το Sideline από το άλμπουμ του How They Are, ένα σχεδόν φολκ τραγούδι που τον βρίσκει να ερμηνεύει χωρίς οργανική συνοδεία αρχικά, για να ολοκληρώσει το κομμάτι με το πιάνο του. Εκεί έμεινε για το μεγαλύτερο μέρος της συναυλίας, με τρόπο που το βασικό χαρακτηριστικό όσων ακούσαμε να είναι μια βασική ιδέα νεοκλασικισμού σε ολόκληρο το ρεπερτόριο που ερμήνευσε, κλέβοντας ιδέες και υφολογικά στοιχεία από διάφορα άλλα μουσικά στυλ. Όταν για παράδειγμα έπιασε το βιολί του, όπου έπαιξε το Folks Like Me από το δίσκο του – συνεργασία με τον Gabriel Saloman, το οποίο κόλλησε με μία διασκευή στο Eli του Arthur Russell (από το άλμπουμ του τελευταίου Love Is Over taking Me), ήταν προφανής η αμερικανική καταγωγή του με τις όποιες avant garde εμμονές τους. Κατά τα άλλα, η χρόνια παραμονή του στην Ευρώπη του τον έχει στιγματίσει καίρια κι αυτό που εγώ διαβλέπω στη μουσική του είναι ένας ευρωπαϊκός αέρας επιρροών. Με το τετράχορδο έπαιξε και το Violin Solo No. 1, ενώ όπως μας είπε θέλει κάποια στιγμή να γράψει κι ένα δεύτερο μέρος!

    Από το δίσκο του Grunewald, όπου και περιέχεται το παραπάνω βιολιστικό πόνημα, έπαιξε ακόμα τα It’s A Storm When I Sleep (παίζοντας το πιάνο σε ανεβασμένες ταχύτητες και με μία αβίαστη ροή από νότες και συναισθήματα, θυμίζοντας το στυλ του Lubomyr Melnyk που είδαμε επίσης στον ίδιο χώρο προ μηνών) και Eyes Closed And Traveling, ενώ την εμφάνισή τους έκαναν και τα Below It από το άλμπουμ Ηome (γραμμένο στην κιθάρα όπως μας είπε, αλλά το ακούσαμε από το πιάνο του),Up Niek Mountain από το Partners και Electric Eel River από τη συνεργασία του με τον Greg Haines κάτω από το όνομα Greg Gives Peter Space. Από τις πιο εντυπωσιακές στιγμές της βραδιάς θα πρέπει να επισημάνουμε και την ερμηνεία του στο Colours Of The Night (από το φερώνυμο άλμπουμ του), όπου ξεκίνησε τραγουδώντας τη φράση σε διάφορους τόνους, λουπάροντας τη φωνή του και σχηματίζοντας έτσι ένα εκπληκτικό φόντο όπου επάνω του συνέχισε τραγουδώντας και παίζοντας το πιάνο του. Δεν ήταν η μοναδική φορά που το έκανε αυτό, και είναι σχεδόν αιφνιδιαστικό να βλέπεις μπροστά σου να φτιάχνεται μέσα σε ένα λεπτό και με μοναδική μαεστρία μια τέτοια περίτεχνη ταπετσαρία απόκοσμης μα και τόσο γήινης ομορφιάς (έχει σπουδαία φωνή ο Broderick, το ξέραμε ήδη μα επιβεβαιώνεται πολύ περισσότερο πανηγυρικά όταν τη βιώνεις εκ του σύνεγγυς…).

    Κάπως έτσι, σε μία ώρα ακριβώς, και με δύο κομμάτια σε αντίστοιχα encore,ολοκληρώθηκε η βραδιά. Μάλλον σύντομα αλλά, όπως το πιστεύω, δεν είναι πάντα η ποσότητα εκείνη που αξιολογεί τη βαρύτητα μιας βραδιάς. Η ποιότητα είναι εκείνη που μετράει, και ο Peter Broderick, δόξα τω Θεώ, μόνο τέτοια είχε να μας χαρίσει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

    Κείμενο: Μάνος Μπούρας 

    (Φωτογραφίες: Βαγγέλης Πατσιαλός)

    Περισσότερες φωτογραφίες μπορείτε να δείτε εδώ : 

    Peter Broderick @ St Paul’s Sessions, Athens, Greece, 04.02.2018

     

  • Ο Gadless μας μάγεψε

     

    Μην αναρωτιέστε αν γίναμε μέτοχοι στην εκκλησία του Αγίου Παύλου. Όλο και περισσότερα lives λαμβάνουν χώρα, και αναπόφευκτα, παραμένουμε πιστοί θεατές στην κατανυκτική ατμόσφαιρα που προσφέρει η επιβλητική, ψιλοτάβανη, βγαλμένη από νουάρ θρίλερ, Αγγλικανική.

     

    Σε αυτήν την ημιφωτισμένη αίθουσα με τα στασίδια και τα κεριά, ταίριαξε απόλυτα ο Gadless. Η γοητεία του έγκειται από τη μία στην αφέλεια και το άγχος που έχει επί σκηνής, που θυμίζει σχολιαρούδι που σύντομα θα καταλάβει το stage και θα αφήσει άφωνο το κοινό, κι είναι αυτό που βγάζει μια ζεστασιά απαράμιλλη. Από την άλλη, η ιδιαιτερότητα της χροιάς του χρωματίζει τη μελίρρυτη κατά τ’ άλλα μουσική του, με ένα δυναμισμό που ξεχωρίζει. Όπως καταλαβαίνετε, στην unplugged μορφή του εγχειρήματος μέσα στην αμήχανη σιωπή της Αγγλικανικής, έδεσε το γλυκό.

    Gadless στην εκκλησιά. Ειρωνία; Κι όμως, αρμονία! Σεμνός και απλός, με μια κιθάρα στα χέρια, και μία στο stand για να τις εναλλάσσει (ακουστική και κλασική) , μία ακόμα ακουστική , ένα βιολί και λίγο πιάνο, έπαιξε κομμάτια δικά του και, φυσικά, covers αγαπημένων επιτυχιών, με το δικό του μοναδικό τρόπο. Δίπλα του, από τη μέση της συναυλίας και μετά, ο χείμαρρος που ακούει στο όνομα Lou Is και συνεπαίρνει με το ερμηνευτικό της ταλέντο και τα ξεχωριστά φωνητικά της.

    Jesus to a child, Back to you, Disarm, Confide in me και φυσικά Love you like a fool, Afraid.. Περίπου μιάμιση ώρα γλυκύτητας και ηρεμίας στην καρδιά της Αθήνας, που τελείωσε με το υπέροχο Mystery of love του Sufjan Stevens. Θα σταθώ λίγο εδώ, γιατί πρόκειται για το soundtrack του Call me by your name, όπου έρωτας, τέχνη και ζωή φτιάχνουν το μαγικό τρίπτυχο. Δεν γνωρίζω αν η επιλογή του κομματιού έγινε λόγω της ταινίας, όμως στο νου μου στροβιλίζεται η σκέψη, ότι αυτό το τρίπτυχο είναι η αγία τριάδα του καλλιτέχνη που διέπεται από αγάπη και σεβασμό προς τη σημασία της.

    Τέτοιος είναι ο Gadless. Και ευτυχώς που υπάρχουν τέτοιοι εκεί έξω.

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”39″ gal_title=”Gadless”]

  • The Dead Review

    Σαν σε μυθιστόρημα του Νταφόε, κάπου στο μεσαίωνα, ανάμεσα σε πόρνες  και εμπόρους, με τους γιατρούς της πανούκλας να τριγυρνούν και το πένθιμο κλίμα να απλώνεται παντού. Σαν σε κηδεία όπου ξαναβρίσκονται παράνομοι έρωτες, αποχαιρετίζονται φίλοι και βιρτουόζοι οργανοπαίχτες ξεπέφτουν στο βαριετέ. Κι όμως ήμασταν στο Fuzz.

    Οι  Dead Brothers, οι Γενουάτες με τις παράξενες μάσκες και τα μακάβρια chansons, επανήλθαν στην Αθήνα το Σάββατο. Ο Alain Croubalian και η κομπανία του, μας τα ‘παν για το Angst, το καινούριο τους album που αναμένεται να κυκλοφορήσει το  ’18. Ξεκινώντας από τη γαλαρία του Fuzz που κοσμείται από το ανάλογο χριστουγεννιάτικο δέντρο, έφτασαν στη σκηνή με μια πομπή εμβατηριακή και συνέχισαν για μιάμιση περίπου ώρα να αφηγούνται περισσότερο από το να δίνουν συναυλία, όπως άλλωστε συνηθίζουν. Η χροιά του Croubalian που άλλοτε είναι βαθειά αλά Cohen και άλλοτε τσιριχτή σαν του Martin Jacques έδωσε τα απαραίτητα σκαμπανεβάσματα στη θεατρικότητα της παρουσίας του. Ενώ τα tracks που ξετυλίγονται μέσα από τη ρυθμικότητα της τούμπας στη θέση του μπάσου, τη νοσταλγία του βιολιού, το ρομάντζο του μαντολίνου και του μπάντζο αλλά και το αλλόκοτο της γκάιντας σε υποβάλουν να πάρεις μέρος στη μυσταγωγία της στιγμής.

    Φέτος, όμως.. έκαναν κοιλιά. Κάτι ο φωτισμός που ήταν κάπως περίεργος, κάτι το Farewell στον Nikolas που δεν ήταν εκεί μαζί τους, κάπως έπεσαν οι ρυθμοί τους. Στο Story of Dead Brothers, το κατά κόσμον «Του νεκρού αδερφού», έδωσαν ρέστα και μας ξύπνησαν. Και φυικά μας αποζημίωσαν με το καθιερωμένο τους φινάλε καταμεσής του κοινού. Oh Mary don’t you whip no more! Και ένα Fuzz με σχετικά λίγο κόσμο, στο πόδι. Γύρω από την μπάντα λες και πετύχαμε αναπάντεχη performance του δρόμου σε κάποιο σοκάκι. Ρομαντικά πράγματα · έτσι για να ξεπλύνουμε την ψυχή.

    Εκτός από την ιδιαιτερότητα των Dead Brothers σαν μουσικών και σαν είδος που δε συναντάς εύκολα παίζει ρόλο και κάτι πιο σημαντικό ακόμα. Το έχουμε ξαναπεί, και σίγουρα συμφωνείτε κι εσείς. Τα φυσικά όργανα on stage είναι μαγεία. Ξεχωρίζεις το καθετί και ξέρεις ότι εκείνη την ώρα παίζει για σένα. Οπότε μπάντες σαν αυτές, που μπλέκουν ήχους και φωνές σ’ αυτά τα μοναδικά ακομπανιαμέντα, τις εκτιμάς περισσότερο από κάθε στημένο “fast food”. Ανάβει το αίμα, βρε παιδί μου, πως να το κάνουμε!

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”41″ gal_title=”Dead”]

     

  • Sold out οι Myrrors στο Temple!

    To Temple, το παλιό ΚΟΥΚΟΥ, σχεδόν ανέγγιχτο μετά το re-opening του, δεν είχε ακόμη γεμίσει. Στη σκηνή, τσουπ!, οι Bonnie Nettles. Τους χαιρόμαστε αυτούς τους τύπους γιατί κάνουν την κ@@λα τους. Κι ενώ θαρρείς δεν παίζουν και κάτι καινοτόμο, το πάθος τους on stage, τα αποκλειστικά δικά τους κομμάτια που παίζουν στα live τους, η σταθερή παρουσία τους στις μουσικές σκηνές της πόλης και, θες,  αυτή η αίσθηση ότι ζουν το όνειρο, σε κερδίζουν. Σαν κάποιοι αναγεννημένοι BJM, με τον frontman τους ημίγυμνο και..ψυχεδελιασμένο, με το ντέφι σε πρωταγωνιστικό ρόλο,με το drummer και τον κιθαρίστα σε ρόλο σπονδυλικής στήλης της μπάντας και με αρκετά στοιχεία των 60s, οι Bonnie συνεχίζουν κι εμείς περιμένουμε εναγωνίως το παρακάτω τους.

    Οι Myrrors έκαναν το μεγάλο βήμα το ’13, με την επανασύνδεσή τους και τα καινούρια τους μέλη, αφήνοντας πίσω τον κλασσικό ήχο της ψυχεδελικής rock και προσθέτοντας στο crew τους βιολί και μια δεύτερη κιθάρα. Κάπου μετά το Solar Collector και σίγουρα μετά το Arena Negra η μπάντα έδειξε το καινούριο της πρόσωπο με καινούριες πολύ πιο έντονα ψυχεδελικές μελωδίες · ό,τι ακριβώς βιώσαμε στο Temple, δηλαδή, το βράδυ του Σαββάτου. Ενώ βρήκαμε το ξεκίνημά τους κάπως κουραστικό, αντίθετα με πολλούς που το χαρακτήρισαν άκρως δυναμικό, η συνέχεια αποζημίωσε το γεμάτο Temple, αφήνοντάς μας με πολύ καλές εντυπώσεις.

    Για του λόγου το αληθές, ο Miguel Urbina και το βιολί (λογικά fiddle)  του είχαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο της όλης performance. Όπως, είπαμε και στην αρχή, αυτό είναι που τους δίνει το κάτι παραπάνω, ανάμεσα σε τόσα και τόσα krautrock σχήματα. Krautrock, με την επιφύλαξη που σου γεννάει η σκέψη, ότι τέτοια μουσικά ρεύματα είχαν και το ανάλογο της εποχής τους υπόβαθρο, το οποίο πια αποτελεί –αν μην τι άλλο- ιστορία.  Οι Myrrors θύμιζαν του Can σε πολλές στιγμές, με τα εναλλασσόμενα riffs και τα εκρηκτικά build-up. Ο εξαιρετικός μπασίστας τους ξεχώριζε, όπως φυσικά και ο Grant Beyschau που έδινε πόνο στα drums, αλλά και στα πνευστά που ακούστηκαν αυτό το βράδυ,  θυμίζοντας κάτι σαμάνουςξεχασμένους σε έναν κόσμο από ταμπούρο και βαθιά.

    Μέσα στον οξύμωρα ανεβαστικό κλαυθμό του βιολιού ξεχώριζες, ανάμεσα σε κουρδίσματα και μια ξαφνική αλλαγή χορδής, τους σχεδόν υπόκωφους στίχους ή ακόμα καλύτερα τις απόκοσμες κραυγές του κιθαρίστα Nik Rayne, για την πινελιά της «νίκης» που κυνηγάς καθημερινά. Ίσως αυτό να θέλει να πει και το τελευταίο και καλύτερό τους Hasta la Victoria. The Forward Path, Juanito Laguna, Surem Dervish, Arena Negra, Night Flower Codex, Semillas Sembradas, Liberty Is in the Street και ένα υπέροχο Warpainting για το encore. Μας άρεσαν, περισσότερο από το ’15 στη Death Disco. Τους περιμένουμε ξανά!

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”43″ gal_title=”Myrrors”]