Κατηγορία: REVIEWS

  • Photostory: The Black Angels & The Steams at Fuzz Live Music Club

    Photostory: The Black Angels & The Steams at Fuzz Live Music Club

    The Black Angels & The Steams at Fuzz Live Music Club

    The Black Angels

    The Steams

     

    (Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού)

  • Pan Pan και Παιδί Τραύμα σε ένα αξέχαστο sold out

    Pan Pan και Παιδί Τραύμα σε ένα αξέχαστο sold out

    Ώρα 20:45, βράδυ Σαββάτου και το Gagarin205 έχει ήδη αρχίσει να γεμίζει. Ο μισός κόσμος φτιάχνει τα πρώτα πηγαδάκια και ο άλλος μισός χαζεύει προς την σκηνή με τα όργανα της μπάντας του Παιδιού Τραύματος. Ο εξοπλισμός του Pan Pan έχει διασκορπιστεί στον χώρο του stage, που υποδεχόταν για δεύτερη φορά το συγκεκριμένο double bill, σε μια δεύτερη στην σειρά sold out εμφάνιση των δύο σχημάτων.

    Ξεκίνημα με το Παιδί Τραύμα και την μπάντα του, που βγήκαν με γκάζια στην σκηνή. Το ίδιο το Παιδί Τραύμα είχε μια θεατρική διάθεση που αποτυπωνόταν και στις επί σκηνής κινήσεις του. Αυτή η εμμονή που έχει με τον Παύλο Παυλίδη (ιδιώς με την εποχή που έβγαζε με τα Ξύλινα Σπαθιά την Ξεσσαλονίκη και το Μια Ματιά Σαν Την Βροχή), τόσο στην εκφορά των τραγουδιών, όσο και στις ενορχηστρώσεις, φαίνεται ότι λειτουργεί πολύ καλά και δημιουργικά για αυτόν. Σε αυτο βέβαια βοηθούν πολύ τα πλήκτρα της Emi Path, αλλά και η παρουσία του Δημήτρη Γρηγοριάδη στα τύμπανα και στα ηχητικά εφέ. Με ένα αρκετά χορταστικό σετ, η μπάντα κατάφερε να ζεστάνει τον κόσμο και να τον προετοιμάσει για αυτό που, εν τέλει, αποδείχτηκε το κυρίως πιάτο: τον Pan Pan.

    Περασμένες 23:00 και βγαίνει ο Pan Pan (κατά κόσμον Παναγιώτης Πανταζής) με τους συνεργάτες του στο πάλκο, για να μας παρουσιάσουν μια επιλογή κομματιών από τις Φαντασμαγορίες του. Το μινιμαλιστικό setup επί σκηνής, δηλαδή τα μηχανήματα του Pan Pan, το drumpad του Γιώργου Λιγουριώτη (που είχε αναλάβει και κάποια από τα sfx), και τις Αδερφές Μητροπούλου στα φωνητικά, αποδείχτηκε το ιδανικό για την απόδωση του μουσικού οράματος του Pan Pan.

    Ξεκίνημα, λοιπόν, με την Πλαστελίνη, και με όλο το Gagarin να χορεύει και να τραγουδάει. Με τον Pan Pan να γράφει χιλιόμετρα στην σκηνή, πότε περνώντας μελωδίες στο midi και πότε τραγουδώντας, την Λυγερή Μητροπούλου να χορεύει κάτι σαν τον χορό των εφτά πέπλων, την Καλλιόπη Μητροπούλου να κάνει επίδειξη των φωνητικών της ικανοτήτων και τον Λιγουρώτη να “δίνει” κυριολεκτικά το beat, το, γεμάτο ως τα μπούνια, Gagarin205 μετατράπηκε σε μια θάλασσα από κορμιά που κινούνταν δίχως σταματημό. Εξαιρετική και η επιλογή των special guest, δύο ακόμη ωραίες εκπλήξεις, με τις Nalyssa Green και τη Nefeli Walking Under Cover να προσθέτουν λίγα ακόμη drops, σε αυτό το οπτικοακουστικό κοκτέηλ με παγάκια, που γευόμασταν εκείνη την νύχτα.

    Encore με ένα δεύτερο πέρασμα της Ανισόπεδης Ντίσκο, με όλο το καστ on stage και το κοινό από κάτω να παραληρεί, να κρατάει τα χέρια σηκωμένα στον αέρα, και τις δύο μπάντες να δείχνουν να αδυνατούν να πιστέψουν “πώς στο διάολο κατάφεραν να γεμίσουν το Gagarin205”. Η χαρά ήταν έκδηλη, ιδίως στο πρόσωπο του Pan Pan που είχε ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.

    Η επιτυχία του Pan Pan και των συνεργατών του, τελικά, ωφείλεται σε ένα ακριβώς πράγμα: στο ότι κατάφεραν, να περιγράψουν, να ψυχογραφήσουν και να αγγίξουν εκείνα τα παιδιά, που ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού, κοινωνικού και βιολογικού φύλου, χρώματος και σωματικής κατάστασης, ποτέ μα ποτέ δεν ένιωσαν κανονικά.

    “Μια ζωη απλός, μέτριος, κοινωνικός

    Καμία φορά μα συνήθως λίγο πιο κλειστός

    Δεν προκάλεσα και ήμουν σχετικά αποδεκτός

    Μα δεν ένιωσα ούτε μια φορά κανονικός”

    Υ.Γ. Ο συντάκτης του κειμένου έφυγε μετά το τέλος του live με ένα αίσθημα γαλήνης και απαράμιλλης διονυσιακής ηδονής. Μισή ώρα αργότερα, τον βρήκαν στο τιμόνι του αυτοκινήτου του, παρκαρισμένο σε ένα στενό μιας Αθηναϊκής συνοικίας, να μονολογεί: Echo Tides Echo Tides Echo Tides…

     

    Κείμενο : Duke Zappa

    Η φωτογραφία εξωφύλλου είναι από την επίσημη σελίδα Παιδί Τραύμα στο Facebook (φωτό Ορ. Σεφέρογλου)

  • SHAME on you,αν έχασες το live τους στο Fuzz!

    SHAME on you,αν έχασες το live τους στο Fuzz!

    Αγγλία,punkομάνα,ας αναφωνήσουμε, πριν πούμε οτιδήποτε άλλο!

    Την Παρασκευή,στο Fuzz,ζήσαμε ένα live με αέρα από τα ατίθασα 70ς. Οι 25χρονοι – κατά μέσο όρο – Shame, ανέβηκαν στο stage,κι όταν κατέβηκαν ήμασταν όλοι σε hype.

    Τη βραδιά, την άνοιξε ο θαρραλέος Council Popstar,ο οποίος βγήκε με fullface μπαλακλάβα, και με μοναδική συντροφιά μπίτια από την κρύπτη, πήρε το μικρόφωνο και μίλησε με τους κοινωνικούς στίχους της θανατερής του ποίησης. Απολαυστική έκπληξη ήταν η χορεύτρια που κινήθηκε στους ρυθμούς του τελευταίου κομματιού της performance του. Με τίτλους Propaganda και National Distress ήρθε σίγουρα στη σωστή χώρα και συγκυρία, με τη γλυκιά νοσταλγία μιας άλλης δεκαετίας -στην Death Disco θα ήταν υπέροχος.

    Οι Shame έπαιξαν επιτυχίες από το πιο πρόσφατο άλμπουμ τους “Drunk Tank Pink”, αλλά κυρίως από το Songs of Praise και το πολυαναμενόμενο Food for Worms, που θα βγει τον Φεβρουάριο. Έδειξαν όχι μόνο το μουσικό τους εύρος αλλά και το λυρικό τους βάθος, μιας και μιλούν για τις ανησυχίες της πραγματικότητας, της επιβίωσης και της αναζήτησης μιας θέσης στον κόσμο. Κι αν επί κόβιντ βίωσαν τις εσωτερικές τους αναταραχές, κατά κοινή ομολογία, στο tour που κάνουν τώρα, αποτυπώνουν την αλλαγή στη μουσική τους, με τα νέα κομμάτια τους όπου εξερευνούν τα όνειρα τους αλλά και την απογοήτευση και την σύγχυση του σημερινού κόσμου.

    Ξεκίνησαν, φυσικά, με το “Alphabet”, το οποίο -καθόλου τυχαία – το τραγούδησαν ολόκληρο, και έλαβαν από το κοινό τους το καλωσόρισμα που τους άρμοζε. Ένα κοινό πιστό, όπως είναι πάντα στην punk σκηνή, όπου η δυναμική μεταξύ entertainer και θεατών απογειώνεται. Φαντάσου το σκηνικό όπου το Fuzz φωνάζει ενθουσιασμένο «Monkey see and monkey do», και θα καταλάβεις. Συνέχισαν με Fingers of Steel και Concrete δηλώνοντας εντελώς ανερυθρίαστα τις ξεδιάντροπες διαθέσεις τους. Ευτυχώς.

    Ανάμεσα σε κραυγές που έλεγαν “if you think I love you, you’ve got the wrong idea”, με τον Charlie Steen ημίγυμνο να χορεύει ασταμάτητα και τους υπόλοιπους Shame να τα δίνουν όλα, παρακολουθήσαμε ένα live που όλοι θέλουμε να δούμε. Εν τω μεταξύ ο Steen είναι σκέτη αποκάλυψη. Σκαρφάλωσε στον εξώστη για να τραγουδήσει, έκανε crowd surfing όρθιος, κατέβηκε στο κοινό ήδη από το δεύτερο κομμάτι του live. Αν δεν ήταν το punk attitude για να δικαιολογήσει όλη του τη φόρα, θα έλεγα ότι είναι η προσωποποίηση του “ζήσε το εδώ και τώρα”. (Ή μήπως αυτό είναι το punk attitude; ) Ιδιαίτερα inspiring περσόνα, με αυτό το φως της τρελής νεότητας που σε κάποιους δεν σβήνει ποτέ.

    Εξαιρετική βραδιά Παρασκευής με Shame,που μας άφησαν με τις καλύτερες εντυπώσεις. Όλες μας οι προσδοκίες για το ταίριασμά τους σε κλειστό venue ικανοποιήθηκαν. Εννοείται ότι τους περιμένουμε ξανά, σύντομα, και εντελώς SHAMElessly!

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

    Shame

    Council Popstar

  • ΣΤΙΧΟΙΜΑ: Ένα τρίωρο δαιμονικό γλέντι

    ΣΤΙΧΟΙΜΑ: Ένα τρίωρο δαιμονικό γλέντι

    Πίσω στο 2003, τότε που οι Στίχοιμα έβγαζαν τον πρώτο δίσκο τους, το πολιτικοποιημένο χιπ χοπ έμοιαζε με μια φωνούλα χωμένη στον θόρυβο της lifestyle δισκογραφίας και έδινε το «παρών».  Τώρα, με μια σειρά από live συγκροτημάτων και καλλιτεχνών, που ξεκίνησαν δειλά-δειλά την καριέρα τους εκείνη την εποχή, που κάνουν το ένα sold out μετά το άλλο, αυτή η φωνούλα έχει γίνει βρηχυθμός: ένα εκκωφαντικό “ΗΡΘΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΙΝΩ, ΚΟΥΦΑΛΕΣ”.

    Σάββατο βράδυ , ώρα 8μησι έξω από το Fuzz, και η ουρά να έχει ήδη φτάσει στην Πειραιώς και να στρίβει προς Χαμοστέρνας , πριν αρχίσουν να ανοίγουν οι πόρτες. Κόσμος πολύς, κυρίως πιτσιρικαρία, που αδημωνεί να δει τους ΣΤΙΧΟΙΜΑ μετά το sold out της 26/11. Tο σπασμένο τηλέφωνο από το προηγούμενο live να έχει ήδη πάρει μπρος, και πολλοί να αναρρωτιούνται αν η συναυλία θα διαρκέσει πάνω από δύο ώρες, όπως η προηγούμενη. Η πόρτα επιτέλους ανοίγει και αρχίζουμε να σιγά σιγά να μπαίνουμε στον χώρο. Τα πρώτα πανώ δένονται στα κάγκελα του εξώστη, κάποιος αρχίζει να συναρμολογεί μια σημαία, μια ανακοίνωση της παραγωγής από τα videowall ζητάει, μάλλον ευγενικά, να μην ανάψουν καπνογόνα και φωτοβολίδες, πιθανόν για να αποφευχθούν τραυματισμοί, ο μπροστινοί κοιτούν με δέος, τα decks της Μαρίνας και τα πικάπ του Dj Moya που έχουν στηθεί λίγο πιο μπροστά.

    Ξεκίνημα, λοιπόν, με τον dj Moya, ίσως τον καλύτερο εν ενεργεία turntablist στην χώρα, να μοιράζει beats, samples, και scratch, παραδίδοντας για μια ακόμη φορά μαθήματα, επί σκηνής. Οι μπροστινοί παρακολουθούν με ενδιαφέρον και η γαλαρία βρίσκεται σε πηγαδάκια, από τα οποία όμως όλο και κάποιος δείχνει να ανταπκρίνεται στα beats και τα samples του dj Moya, εν αναμονή του κυρίώς πιάτου.

    Τελειώνει το σετ του dj Moya και η αναμονή αρχίζει να βαράει κόκκινα. Τα φώτα της σκηνής χαμηλώνουν, τα πικάπ φεύγουν, η Μαρίνα πέρνει θέση στην υπερηψωμένη πλατφόρμα με όλο τον εξοπλισμό της, αρχίζουν να σκάνε τα πρώτα beat από τον Δαίμονα, εμφανίζεται ο Explicit μαζί με την υπόλοιπη τρελοπαρέα, πέφτουν οι πρώτες μπάρες, και από κάτω γίνεται πανζουρλισμός. Με το κοινό να μην χάνει ούτε ρίμα, με όλο το Fuzz να σείεται, με τα καπνογόνα να ανάβουν τακτικά με την εφιαλτική εικονογραφία μιας πόλης που τρώει τα παιδιά της, ακούγεται το:

    “Εδώ Αθήνα, βενζίνα μπουκάλι μες τη βιτρίνα

    Αθήνα, εξαθλίωση σε κάθε βήμα

    Αθήνα, έξι εκατομμύρια σ’ ένα μνήμα”

    Τα κομμάτια διαδέχονται το ένα το άλλο δίχως διακοπή, όλη η μπάντα μοιάζει ασταμάτητη. Από πίσω η Μαρίνα κόβει, ράβει συνθέτει, και βάζει όλη την μουσική σε μια σειρά, και μπροστά ο Explicit φτύνει τις ρίμες στην σειρά. Tο κοινό φλαίγεται, σαν να περνάνε από μπροστά του η ζωή του και η καθημερινότητα του. Κάπου γύρω στο δίωρο μας χώνουν, για τα καλά, στην “Αγκαλιά του Μάρκου” δείχνωντας τις εκλεκτές συγγένειες που έχει το χιπ χοπ με το ρεμπέτικο. Και αν νομίζαμε ότι εκεί οι ΣΤΙΧΟΙΜΑ θα σφύριζαν την λήξη,είμασταν πολύ μα πολύ βαθυά νυχτωμένοι.

    Αντιθέτως μετά από ένα πολύ μικρό διάλειμμα, δηλαδή μερικές ρίμες a capella από τον  Explicit, και μια μικρή μνεία στο ότι «οι ΣΤΙΧΟΙΜΑ συνεχίζουν γιατί συνεχίζουν να είναι φίλοι όπως ήταν πριν από 20 χρόνια», όλο το crew επέστρεψε δυναμικά στην σκηνή, για να συνεχίσουν να μας ταρακουνούν για άλλη μια ώρα μέχρι να πουν το οριστικό αντίο. Και έτσι μετά από τρεις ώρες Δαιμονικής επίθεσης μας άφησαν μέσα στην τρελή παραζάλη.

    Η επιτυχία των ΣΤΙΧΟΙΜΑ, τελικά, ίσως ωφείλεται σε ένα σπουδαίο πράγμα. Στο ότι κατάφεραν να αποτυπώσουν σε στίχους και μουσική την ζωή, την καθημερινότητα και τα άγχη δύο γενιών. Αυτής που έπεσε πάνω της η οικονομική κρίση όταν άρχισε να κάνει τα πρώτα επαγγελματικά της βήματα, και αυτής που έχει ζήσει όλη την έως τώρα συνειδητή ζωή της σε συνθήκες οικονομικής κρίσης.

     

    Κείμενο : Duke Zappa

    Η φωτογραφία είναι από την επίσημη σελίδα των ΣΤΙΧΟΙΜΑ στο Facebook 

     

     

     

     

  • Crime and the City Solution: Κάποιος έχασε τα Φτερά του Έρωτα και τα βρήκαμε στο Fuzz Club

    Crime and the City Solution: Κάποιος έχασε τα Φτερά του Έρωτα και τα βρήκαμε στο Fuzz Club

    Γράφει ο Duke Zappa

    Η βραδιά φαινόταν ότι θα ήταν ατμοσφαιρική. To γεγονός, μάλιστα, ότι ο Blaine Reiniger θα βρισκόταν στο stage, ως καλεσμένος των Crime & the City Solution, έμοιαζε να προϊδεάζει για τις διαθέσεις του Simon Bonney και της παρέας του.

    Ξεκίνημα με μια γερή δόση από τα παλιά, αφού το πρώτο support ήταν ένα από τα πιο παλιά και έμπειρα σχήματα της Αθηναϊκής σκηνής, που πίσω στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του’90 είχε αφήσει το στίγμα του στην Ελληνική σκηνή. Μιλάμε για τους Yeah!, που στα λίγα κομμάτια που μας παρουσίασαν, πάτησαν γκάζι με σκοπό να ζεστάνουν την κάπως οικογενειακή ατμόσφαιρα που επικρατούσε στον χώρο του Fuzz Club. Πράγμα το οποίο και κατάφεραν, αφού με αυτό τον συνδυασμό των indie κιθάρων με τα ατμοσφαιρικά πλήκτρα, και τις δύο φωνές, με σπαρακτικά γυναικεία φωνητικά να εναλλάσονται με επιβλητικά ανδρικά, και τούμπαλιν, προκάλεσαν ενθουσιασμό σε όσους είχαμε βρεθεί στον χώρο από νωρίς.

    Ο ενθουσιασμός διατηρήθηκε στα ύψη, με το πέρασμα του Blaine L Reininger, που εμφανίστηκε στην σκηνή μετά από ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα. Εμφανίστηκε εξ αρχής με την συνοδεία του Georgio Valentino στην κιθάρα, και στα πλήκτρα/ηχητικά εφέ, και έκανε μια πολύ σύντομη περιήγηση στα σαρανταπέντε χρόνια καριέρας του, τόσο solo, όσο και με τους Tuxedomoon, παίζοντας μάλιστα και το Incubus (Blue Suit) από το Desire, σε ένα άκρως ηλεκτρονικό κιθαριστικό set, με σχετικά γρήγορους ρυθμούς. Τελείωμα, με τον Chris Hughes και τον Baron Anastis να αναλαμβάνουν τα ντραμς και το μπάσο, για να παίξουν παρέα με τον Reininger και τον Valentino το No Tears, και να μας αφήσουν να αδημονούμε για το τι θα δούμε σαν κυρίως πιάτο της βραδυάς.

    Μετά από περίπου είκοσι λεπτά αναμονής, οι Hughes, Anastis και Valentino ξαναπήραν τις θέσεις τους επί σκηνής, παρέα με τον έτερο κιθαρίστα, Donald Baldie, και τους Bronwyn Adams και Simon Bonney. Κάπου εκεί, το σκηνικό φάνηκε να αλλάζει άρδην. Ο ρυθμοί έπεσαν κατακόρυφα, έγιναν πιο βαρείς και αργόσυρτοι. Ο Valentino είχε παρατήσει την κιθάρα χάριν των πλήκτρων και των ηχητικών εφέ, o Baldie εξαπέλυσε κιθαριστικά μέρη γεμάτα από distortion, και η Bronwyn Adams άπλωσε μεγάλες folk πινελιές με το βιολί της. Κινούταν σαν ένας σαλεμένος δαίμονας επί σκηνής, όσο έπαιζε, αλλά στα διαλείμματα έβγαινε “εκτός χαρακτήρα”, μοίραζε αστεία, έδειχνε να περνάει αφάνταστα καλά, και μετά ξαναέπιανε το βιολί και το δοξάρι, και καταλαμβανόταν, εκ νέου, από τον ίδιο δαίμονα. Ο Simon Bonney από την άλλη έμοιαζε να παίζει κάποιου είδους βιωματικό θέατρο. Όλη η εμφάνιση του, η κινησιολογία του, ο τόνος της φωνής του είτε ανέβαινε είτε κατέβαινε στο, θύμιζαν στανισλαφκική ερμηνεία.

    Και αν και κάποιοι από εμάς είχαν έναν κρυφό καημό να δουν επι σκηνής την τελευταία δισκογραφική “μετενσάρκωση” της μπάντας, με το δίδυμο Alexander Hacke-Danielle de Picciotto, και τους Troy Gregory, Jim White και David Eugene Edwards, να πλαισιώνουν τους “μονιμάδες” Adams και Bonney, στην πραγματικότητα η touring band που τους πλαισίωνε, έφερε εις πέρας την αποστολή της. Δημιούργησαν μια ατμόσφαιρα, σαν εκείνη στο Βερολινέζικο συναυλιάδικο, κάπου στο Kreuzberg, όπου εμφανίζονταν οι Crime and the City Sollution παρέα με τον Nick Cave και τα Σπόρια του Κακού, στα “Φτερά του Έρωτα” του Βιμ Βέντερς. Και πράγματι, η απόκοσμη αίσθηση αυτής της σκηνής, ήταν το πρώτο πράγμα που κόλλησε στο μυαλό του κοινού. Οι Crime & The City Solution μας χάρισαν μια καθαρτική εμπειρία. Τι κι αν έπαιζαν σε ένα μισογεμάτο Fuzz. Ήρθαν, έφτιαξαν ατμόσφαιρα, και έπαιξαν με τα πιο βαθιά σκοτάδια μας.

  • New Model Army στο Fuzz: There is no rest for the wicked ones

    New Model Army στο Fuzz: There is no rest for the wicked ones

    «Σας ευχαριστούμε που περιμένατε 2 χρόνια – ίσως αν δεν έρθει το τέλος του κόσμου να έρθουμε ξανά σε 2 χρόνια». Αυτά ήταν τα λόγια του Justin Sullivan προς το κοινό της Αθήνας που γέμισε το Fuzz.

    Οι New Model Army θέλησαν να γιορτάσουν, με μια περιοδεία,  τη συμπλήρωση των 40 ετών της μπάντας, όμως με την πανδημία αυτό πήγε δύο χρόνια πίσω. Η επιμονή τους να πραγματοποιήσουν το  γενέθλιο tour τους, τους δικαίωσε, και έδωσε σε εμάς την  ευκαιρία να τους απολαύσουμε.

    Την αρχή έκαναν οι δικοί μας Kidney Black, με ένα ημίωρο set. Έχουν, ήδη, κυκλοφορήσει το demo EP “Lychnopolis Sessions” και γράφουν κομμάτια για την επόμενη κυκλοφορία τους. Το set τους κινήθηκε σε garage και post punk ήχο, που θυμίζει αρκετά Wipers . Αν και είχαν κάποια προβλήματα με τα φωνητικά, που ήταν αρκετά χαμηλά , κατάφεραν να ζεστάνουν το κοινό που γέμιζε το Fuzz, όσο περνούσε η ώρα. Αναμένουμε να τους δούμε ξανά μέσα στον χειμώνα.

    Οι New Model Army ανέβηκαν στη σκηνή περίπου στις 22.30,χωρίς περιττές συστάσεις. Γνώριμοι και αγαπημένοι στο ελληνικό κοινό, δεν χρειάστηκαν καμία προθέρμανση, από το πρώτο κομμάτι ο παλμός ήταν εκεί. Το συγκρότημα που δημιουργήθηκε στο Μπράντφορντ το 1980 από τους Sullivan, Morrow και Tompkins, και από την αρχή  συνέχισε να μετακινείται από είδος σε είδος, αλλάζοντας συνεχώς κατεύθυνση, αντλώντας επιρροές που περιλαμβάνουν, πανκ, φολκ, ροκ, μέταλ και ακόμη και κλασική. ‘Ισως,για πολλούς από το κοινό, να πέρασαν 40 χρόνια εν ριπή οφθαλμού, αλλά, ευτυχώς, αυτή η βραδιά ήταν γεμάτη αναμνήσεις.

    Ο Justin Sullivan, ήταν ο κεντρικός ήρωας, με τις κινήσεις του και τον τρόπο που ερμηνεύει, με τον τρόπο που βγαίνει μπροστά σα να θέλει να γίνει ένα με το κοινό. Ανάμεσα στα κομμάτια έκανε ιδιαίτερες αναφορές για την εποχή που ζούμε, τον πόλεμο, τον Trump, τον Putin, αλλά και ένα σχόλιο για την κόντρα, που το σύστημα καλλιεργεί, μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, αναφερόμενος στα μπλουζάκια που είχαν στον πάγκο του merch ,με μια φράση γραμμένη στα τούρκικα. Οι New Model Army καταπιάνονταν πάντα με κοινωνικά και πολιτικά θέματα, κυρίως με το αντιπολεμικό και το αντιφασιστικό κίνημα. Τι πιο ταιριαστό για την περίοδο που διανύουμε;

    “Here Comes the War”, “Vagabonds”, “Where I am” και φυσικά το “Ballad of Bodmin Mill” ήταν από τα κομμάτια που ξεσήκωσαν ακόμα περισσότερο το έτσι και αλλιώς πολύ θερμό κοινό.  Στο encore έπαιξαν και τα “Green and Gray” και “No Rest”, για να έρθει ένα εκρηκτικό φινάλε. Το setlist τους ήταν ένα νοσταλγικό πέρασμα από τις στιγμές μιας ζωής, ένα δώρο για την μεγάλη,όπως φάνηκε, οικογένεια των fans τους.

    Οι New Model Army μετρούν 42 χρόνια μαζί, και μοιάζουν σχεδόν ακούραστοι. Διέπονται από αυτή τη γραφική αυθεντικότητα  και πίστη σε όσα τους αντιπροσωπεύουν και καταφέρνουν να κερδίζουν το κοινό τους. Happy Birthday, λοιπόν!

    SETLIST

    1. Christian Militia
    2. Lust for Power
    3. Never Arriving
    4. Here Comes the War
    5. Believe It
    6. 1984
    7. The Charge
    8. Devil’s Bargain
    9. Maps
    10. Where I Am
    11. Born Feral
    12. Before I Get Old
    13. Vagabonds
    14. The Hunt
    15. Fate
    16. Ballad of Bodmin Pill

    Encore:

    1. Snelsmore Wood
    2. Green and Grey
    3. Inheritance
    4. No Rest
    5. Betcha

     

    Κείμενο : Puzzlemag Crew

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    New Model Army

    Kidney Black

  • Thee Holy Strangers: Μια βραδιά όαση, κόντρα στη βία της καθημερινότητας.

    Thee Holy Strangers: Μια βραδιά όαση, κόντρα στη βία της καθημερινότητας.

    Υπάρχουν κάποιες μπάντες, που έχουν ξεχωριστή θέση στην καρδιά σου, και αυτή η θέση κερδίζεται από τον τρόπο που σου μιλάει η μουσική τους. Μια τέτοια μπάντα για μένα, είναι οι Thee Holy Strangers. Από τη στιγμή που κυκλοφόρησε το πρώτο τους album, μπήκε στην playlist μου και δε βγήκε ποτέ. Το ίδιο ισχύει και για το δεύτερο, το “Diary of  the Shadow” που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό.

    Δε θα μπορούσε λοιπόν, να μην είναι τεράστια η προσμονή μου, για την Παρασκευή 21 Οκτωβρίου. Η μέρα που οι Strangers θα ανέβαιναν ξανά στη σκηνή μετά από σχεδόν 4 χρόνια. Την ίδια προσμονή φάνηκε πως είχε αρκετός κόσμος, αφού γέμισε το Κύτταρο και δημιούργησε μια πολύ ζεστή ατμόσφαιρα.

    Το ξεκίνημα της βραδιάς έγινε με την Eliana One Woman Band. Η Ελιάνα ανέβηκε στη σκηνή στις 10 και μας ταξίδεψε κάπου στο Μισσισσίπη με τους blues και folk ήχους της. Με τις μεταλλικές κιθάρες της, την ενέργειά της, αλλά και με τον πολιτικό και κοινωνικό της στίχο.

    Λίγο πριν τις 11 ανέβηκαν στη σκηνή οι Holy Strangers. Μια σκηνή που γέμισε χαμόγελα, όπως και όλο το Κύτταρο. Είπαμε, ήταν πολλά τα τέσσερα χρόνια, και η χαρά και η συγκίνηση της επιστροφής μεγάλη. 

    Η σύνθεση της μπάντας έχει αλλάξει, και πλέον τους βρίσκουμε με τον Αντρέα Λάγιο στο μπάσο, τον Κλέωνα Αντωνίου στην κιθάρα και τον Κωστή Ζουλιάτη στα πλήκτρα, να συνοδεύουν τη Φλώρα Ιωαννίδη, τον Αλέξη Καλοφωλιά και τον Κώστα Χρυσόγελο.

    Η αρχή έγινε με το “Desolation Revelation” και το “Broken Arrows”. Έτσι όπως μπλέκουν τα κομμάτια του πρώτου και του δεύτερου album, φαίνεται η διαφορά στο ύφος τους. Τα νέα κομμάτια είναι πιο μεστά, πιο ώριμα, με την ίδια όμως αμεσότητα και στη μουσική και στον στίχο τους. Δεδομένων των αλλαγών, η μπάντα έχει “πειράξει” και τα παλιότερα κομμάτια.  Έχει κερδίσει πολλά πράγματα από τα νέα μέλη. 

    Το παίξιμο του Αντρέα Λάγιου στο μπάσο γεμίζει με έναν τρόπο τόσο χαρακτηριστικό τον ήχο τους. Αν βάλουμε και στην εξίσωση και τον Κώστα Χρυσόγελο στα τύμπανα, τότε βλέπουμε ένα αξιοζήλευτο rhythm section. Για τις κιθάρες το Κλέωνα, τις μελωδίες και το πως χρωματίζει με τα σόλο του τα κομμάτια, τα λόγια είναι περιττά.

    Τα διπλά φωνητικά δημιουργούν μια όμορφη ατμόσφαιρα. Η στοιχειωτική, γλυκιά φωνή της Φλώρας και αυτή του Αλέξη με την άγρια ομορφιά. Δυο φωνές που ίσως να τις έλεγες και ετερόκλητες, δένουν όμως με κάποιον μαγικό τρόπο.

    Προχωρώντας με την εμφάνιση η μπάντα απέδιδε όλο και καλύτερα. Φαινόταν η όρεξη να αποδώσουν επιτέλους ζωντανά τα κομμάτια τους. Νομίζω πως η ζωντανή εκτέλεση των κομματιών, τα πήγε ακόμα ένα βήμα παραπέρα από τις στούντιο εκτελέσεις. Η extended εκτέλεση του “Shadow Town”, με το σόλο του Κλέωνα στο τέλος είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ένα τραγούδι βγαλμένο μέσα από την καρδιά της Αθήνας του lockdown. Μέσα από τις γειτονιές, τις πλατείες και τα πάρκα, που αντί να γεμίζουν με κόσμο και παιδιά, καταλαμβάνονται από λαμαρίνες και αστυνομικούς. Ένα τραγούδι που μέσα από τη σκοτεινιά του, δίνει την ελπίδα στο τελευταίο κουπλέ, πως θα έρθει η ώρα και για μας.

    Το κομμάτι που αναμενόμενα ξεχώρισε ήταν το “Fire in the Woods”. Είναι και το κομμάτι που ξεχώρισε ίσως λίγο περισσότερο από τα άλλα στο album. Η ερμηνεία της Φλώρας είναι συγκλονιστική. Ε, στο live, αυτό το κομμάτι απογειώθηκε! Μας ταξίδεψαν στο ήρεμο μέρος του, και μας ταρακούνησαν στο δυνατό. Η δυναμική που έβγαλε δεν είχε προηγούμενο. Ήταν από τις στιγμές που σου μένουν κολλημένες στο μυαλό και θέλεις να τις ξαναζήσεις.

    Κάπου ενδιάμεσα, μας χάρισαν και όμορφες διασκευές. Η μία, το “Something on Your Mind” της Karen Dalton, όπου στη σκηνή ανέβηκε και ο Νίκος Γιούσεφ στο ηλεκτρικό πριόνι, και μια δεύτερη, το  “Cortez the Killer” του Neil Young.

    Με τη βραδιά να φτάνει προς το τέλος, οι Holy Strangers ξεσήκωσαν το Κύτταρο με το “A Star Is a Star” και μας έκαναν να χορεύουμε με το “Self Preservation Blues”. Για encore κράτησαν το “Trouble on Trouble” και με αυτό μας αποχαιρέτησαν με την υπόσχεση να τα λέμε πιο συχνά.

    Εμείς κρατάμε αυτή τη βραδιά, μέχρι την επόμενη. Μια βραδιά όαση, κόντρα στη βία της καθημερινότητας. Όπως αυτές που μας έδιναν πάντα οι Holy Strangers.

     

    Κείμενο: Μιχάλης Κανάκης 

    Φωτογραφίες : Christos Manson Houliaras

     

  • Photostory: Cult of Luna at Fuzz Live Music Club

    Photostory: Cult of Luna at Fuzz Live Music Club

    Cult of Luna @ Fuzz Live Music Club, Αθήνα
    Supporting Acts: CALYCES, Sevengill

    Cult of Luna

    CALYCES

    Sevengill

     

    (Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού)

  • 40 χρόνια “Days of Wine and Roses”, και άλλες ιστορίες από τους Dream Syndicate

    40 χρόνια “Days of Wine and Roses”, και άλλες ιστορίες από τους Dream Syndicate

    Φέτος, συμπληρώθηκαν 40 χρόνια, από την κυκλοφορία του album “The Days of Wine and Rose”. Αυτού του εμβληματικού ντεμπούτου album των Dream Syndicate, που έδωσε την αφορμή για τη δημιουργία της σκηνής του paisley underground. Με αφορμή αυτή την επέτειο, αλλά, φυσικά, και την κυκλοφορία του νέου τους album “Ultraviolet Battle Hymns and True Confessions”, οι Dream Syndicate επέστρεψαν με ευρωπαϊκή περιοδεία. Για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια, η Ελλάδα δεν βρίσκεται στους σταθμούς της περιοδείας, οπότε και η Μπολόνια αποδείχτηκε μια εξαιρετική ευκαρία για να τους απολαύσουμε, το περασμένο Σάββατο.

    Το set χωρίστηκε σε δύο μέρη: Το πρώτο είχε κομμάτια από τις πρόσφατες κυκλοφορίες, αυτές της εποχής του reunion του 2012, και την δισκογραφική επιστροφή του 2017 με το “How Did I Find My self Here”. Στο δεύτερο μέρος, είχαμε τη χαρά και την τιμή να απολαύσουμε το Days of Wine and Roses στην ολότητά του.

    Ξεκίνημα, λοιπόν, με τα “Bullet Holes”, “Out of My Head”, “Put Some Miles On”, και είχε έρθει η ώρα για το “Damian”, το πρώτο κομμάτι από τα τέσσερα, που παίχτηκαν συνολικά από το τελευταίο album.

    Μοναδική εξαίρεση στις επιλογές των νέων κομματιών αποτέλεσε το “Burn”, το οποίο και πραγματικά χαρήκαμε.

    Η μπάντα, κομμάτι με το κομμάτι, ανέβαζε την απόδοσή της φτάνοντας στο αποκορύφωμα το “How Did I Find Myself Here”, λίγο πριν το τέλος του πρώτου set. Πράγματι, μια φοβερή εκτέλεση σε ένα – έτσι και αλλιώς- ξεχωριστό κομμάτι, όπου ξεχώρισε και το δέσιμο της μπάντας, αλλά και η εξαιρετική χημεία που έχουν στα κιθαριστικά μέρη, οι Steve Wynn και Jason Victor.

    Οι Dream Syndicate αποδεικνύουν πως είναι μια καλά δουλεμένη μπάντα, δεμένη, που ανεβάζει ψηλά τον πήχη στις εμφανίσεις της. Από το 1981 και μετά, έχουν φάει τα μουσικά χιλιόμετρα με το κουτάλι, και η εμπειρία τους είναι εμφανής. Τι κι αν έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια κάπως τον μουσικό τους προσανατολισμό; Η αυθεντικότητα τους και η δημιουργικότητα, πρώτα του Steve Wynn αλλά και των υπόλοιπων, παραμένει η ίδια.

    Αφού μας πήραν τα μυαλά με το μακροσκελές τζαμάρισμα στο “How Did I Find Myself Here”, έκλεισαν το πρώτο μέρος με το “Glide” και αποχώρησαν για ένα μικρό διάλειμμα.

    Με εισαγωγή το “Days of Wine and Roses” του Andy Williams, από την ομώνυμη ταινία, οι Dream Syndicate ξαναβρέθηκαν στη σκηνή για να μας παίξουν το δικό τους album. “Tell Me When It’s Over” και “Definitely Clean” για να αρχίσουν και πάλι οι κιθάρες να παίρνουν φωτιά!

    Η μπάντα συνέχισε σαν καλοκουρδισμένη μηχανή. Dennis Duck στα τύμπανα και Mark Walton στο μπάσο, έχτισαν τα κομμάτια, και έδωσαν όλα τα περιθώρια στον Jason Victor να δυναμιτίσει την ατμόσφαιρα με την κιθάρα του, με τον Wynn να τον συνοδεύει. Στο “Halloween” έπεσαν για λίγο οι τόνοι, ενώ αλλάξαμε πλευρά στο βινύλιο για να πάμε στο επίσης ήρεμο “When You Smile”. Για το “Too Little Too Late” επιστρατεύτηκε η Linda Pitmon στα φωνητικά.

    Για το φινάλε και του δεύτερου set, με το ομώνυμο κομμάτι του album, η σκηνή πήρε και πάλι φωτιά. Ο Wynn με τον Victor, είναι χρόνια συνοδοιπόροι, από τους Miracle 3 του Wynn. Αντάλλαξαν solo και έπαιξαν μαζί, απογειώνοντας την εμφάνισή τους!

    Αποχώρησαν μέσα σε χειροκροτήματα, για να επανέλθουν με ακόμα περισσότερα, σε μια από τις λίγες έντονες εκδηλώσεις του – χλιαρού κατά τα άλλα- ιταλικού κοινού.

    “Still Holding on to You” και το αγαπημένο (και του ελληνικού κοινού) “Boston” για να μας αποχαιρετίσουν οριστικά και να μας στείλουν για μπύρες σε κάποια από τις γεμάτες φοιτητές πλατείες της Μπολόνια.

    Οι Dream Syndicate παραμένουν μία από τις πιο αυθεντικές μπάντες που υπάρχουν. Τα χρόνια μπορεί να έχουν περάσει, μπορεί να μη γράφουν τραγούδια που σου μένουν όπως το “Medicine Show” ή το “John Coltrane Stereo Blues”, όμως υπάρχουν και πρεσβεύουν ακόμα αυτό που ξεκίνησαν. Κάτι σαν rock n roll ήρωες. Από αυτούς που το κρατάνε ζωντανό, και ας μένουν σε όλη τους την καριέρα στο underground. Άλλωστε εκεί δεν κρύβεται και η ομορφιά;

     

    Κείμενο & Φωτογραφίες  : Μιχάλης Κανάκης 

     

  • Ο Carpenter Brut ισοπέδωσε το Gagarin

    Ο Carpenter Brut ισοπέδωσε το Gagarin

    Ας μην κρυβόμαστε. Ο Carpenter Brut κατάφερε να ισοπεδώσει το Gagarin 205, και ευτυχώς επιζήσαμε για να έχουμε να μιλάμε για αυτή την εμπειρία για αρκετό καιρό ακόμη.

    Ας πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα από την αρχή. Το Gagarin 205 είχε αρχίσει να γεμίζει κόσμο από νωρίς, με τον μισό κόσμο να έχει ήδη μπει στον χώρο από την ώρα του ανοίγματος των πορτών. Μέχρι να βγει η Sierra στην σκηνή ό χώρος της πλατείας είχε μισογεμίσει, ενώ κόσμος ακόμη έμπαινε στον χώρο.

    Ξεκίνημα με την Γαλλίδα μουσικό πίσω από μια σειρά pads,πλήκτρα, κουμπιά,synths αλλά και drumpads, πότε να χτυπιέται και πότε να ψυθιρίζει στίχους στο μικρόφωνο, με λάμπες LED που εναλάσσονταν ανάμεσα στο λευκό και το κόκκινο να πολιορκούν το workstation. Η Sierra παρουσίασε ένα σετ που κινούταν στον χώρο του μεταλλαγμένου EBM, το οποίο διανθιζόταν από πλατειές πινελιές industrial και synthpop, και έμοιαζε σαν να ανοίγει μια ρωγμή στο χωροχρονικό συνεχές, η οποία μας ρούφηξε και μας έστειλε στο DarkSun (ναι το γκοθάδικο στην λεωφόρο Καβάλας), πίσω στα 2002, τότε που η διαδρομή από την είσοδο μέχρι το μπαρ, έπερνε, στην καλύτερη των περιπτώσεων, κάνα μισάωρο. Το κοινό δεν άργησε να συντονιστεί με τα vibes της, και ήδη από το τρίτο-τέταρτο κομμάτι έβλεπε κανείς τις μπροστινές σειρές του κοινού να κινούνται στους ρυθμούς της, πράγμα που σιγά σιγά επεκτεινόταν και προς τα πίσω.

    Με το τέλος του σετ της, ένα πράγμα ήταν φανερό. Είχε, κυριολεκτικά, πάρει κεφάλια, και είχε κερδίσει αρκετούς φανς με αυτήν την εμφάνιση. Το σίγουρο είναι ότι είναι στο χέρι της το να καταφέρει αυτό το κάτι παραπάνω, γιατί ταλέντο έχει, και φαίνεται.

    Αν, λοιπόν, το support κατάφερε να παρασύρει το κοινό στους ρυθμούς του, τότε τι θα έκανε ο Carpenter Brut; Ακόμη και το λιγότερο υποψιασμένο κομμάτι του κοινού, είχε μια ιδέα για το τι θα μπορούσε να επακολουθήσει, τόσο μέσα από τα βιντεοκλίπ του, όσο και μέσα από τα όσα είχε πει σε συνεντεύξεις λίγο πριν τις συναυλίες. Η παραδοχή του, λοιπόν, ότι νιώθει μεν πιο άνετα στο στούντιο από ότι στα λάηβ, αλλά από την άλλη νιώθει πολύ κοντά στην σκηνική παρουσία ενός Trent Reznor, έδειχνε αρκετά για τις διαθέσεις με τις οποίες ο Carpenter Brut θα κατέβαινε στην Αθήνα.

    Η εμφάνιση ξεκίνησε λίγο αμήχανα, μιας και κάτι φαινόταν να μην λειτουργεί στο πρώτο κομμάτι στον ήχο, και αυτός φαινόταν να μην είναι τόσο ογκώδης όσο απαιτούσε η περίσταση. Αυτό όμως διορθώθηκε πολύ γρήγορα, και από το δεύτερο κομμάτι ο Carpenter Brut και οι συνεργάτες του (συνοδεύεται επί σκηνής από τους Adrien Grousset, και Florient Marcadet, κιθαρίστα και ντραμερ των Γάλλων prog metallers Hacride), ξεπέρασαν την αρχική κρυάδα, έβαλαν τις μηχανές να λειτουργούν στο 200%, και άρχισαν να μας ταρακουνούν συθέμελα. Μέσα στα πρώτα δέκα λεπτά, το κοινό είχε πάρει φωτιά και χόρευε σαν τρελό.

    Αυτό το συνοθύλευμα των εμμονών, από τις ταινίες τρόμου και επιστημονικής φαντασίας, μέχρι τη μέταλ και τη synthpop των 80s, φαίνεται πως λειτουργεί καλλιτεχνικά, για αυτό το νόθο παιδί του John Carpenter με τους Judas Priest.Ενώ οι Marcadet και Grousset μας σφυροκοπούσαν ανελέητα με beats και riffs, o Carpenter Brut εξαπέλυε μέσα από τα synths και τα pads του μελωδίες που θα μπορούσαν να είχαν βγει από τα έγκατα των έητιζ, χαμένος πίσω από την κάπνα και τα εκτυφλωτικά φώτα. Ο φωτισμός επίσης λειτούργησε θετικά για το καλλιτεχνικό όραμα που φαίνεται να έχει, μιας και άλλες φορές βλέπαμε ένα εκτυφλωτικό άσπρο φως στην σκηνή (που έφερνε σε σκηνή απαγωγής από εξωγήινους), ενώ άλλες φορές τα φώτα πίσω από την μπάντα έμοιαζαν να φτιάχνουν το περίγραμμα μιας εφιαλτικής μεγα-πόλης από το μέλλον (μην ήταν το Λος Άντζελες του Blade Runner, ή μήπως το Μανχάταν του Escape from New York;).

    Αλλά και χωρίς οπτικά ερεθίσματα, μόνο με κλειστά μάτια, θα μπορούσε κανείς να δει σαν “όραμα” τον David Hasselhoff να σφάζει ανθρωποείδη βαμπίρ από την Ανδρομέδα ή, τελοσπάντων, να εκτυλίσσεται ένα οποιοδήποτε σενάριο ενός b-movie επιστημονικής φαντασίας της δεκαετίας του 80.

    Οι σειρές μπροστά από τους ηχολήπτες χόρευαν ασταμάτητα στο μεγαλύτερο κομμάτι του λάηβ, όμως στις κορυφώσεις του, όλος ο κόσμος από την πρώτη σειρά μέχρι και την είσοδο του χώρου βρισκόταν κυριολεκτικά στον αέρα. Αναμφισβίτητα ήταν μια θριαμβευτική εμφάνιση για τον Carpenter Brut, και αυτό φάνηκε από τις ιαχές του κόσμου στο τέλος. Το να βλέπεις έναν συναυλιακό χώρο να “γκρεμίζεται” από τον καλλιτέχνη είναι, άλλωστε, μια πολύ σπάνια εμπειρία.

     

    Κείμενο : Duke Zappa

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    CARPENTER BRUT

    Sierra

  • Μεσοβδόμαδο με Αγγελάκα και 100C° στο Θέατρο Βράχων

    Μεσοβδόμαδο με Αγγελάκα και 100C° στο Θέατρο Βράχων

    Την Τετάρτη αυτού του Σεπτέμβρη, που φαίνεται σαν να μας ρουφά σιγά σιγά, εμείς ακούσαμε αυτό: “Λένε ότι αυτός ο χειμώνας μπορεί να είναι δύσκολος. Αλλά, αν αγαπάμε και ζεσταίνουμε ο ένας τον άλλον, μπορεί να είναι ο καλύτερος”. Ξανακαλοκαιριασε στο θέατρο Βράχων. Τραγούδησε ο Αγγελάκας, ήπιαμε τσίπουρο ζεστό, φορέσαμε κοντομάνικα, χορέψαμε και τραγουδήσαμε.

    Την πρώτη φορά που είδα live τον Αγγελάκα, ήταν στο Rodeo στη Βικτώρια. Θυμάμαι ότι από τότε μέχρι και τώρα, κάθε φορά που παρακολουθώ συναυλία του, είναι σαν πρώτη φορά. Λες και δεν ξέρουμε τους στίχους του απέξω. Λες και δεν έχουμε ιδρώσει στον χορό. Λες και δεν έχουμε ανατείλει τόσες και τόσες φορές με εκείνον στη σκηνή. Κι όμως, κάθε φορά, πρώτη φορά.

    Την Τετάρτη, το θέατρο Βράχων δεν είχε πολύ κόσμο. Κάτι ο Σεπτέμβρης που δεν εμπνέει και πολύ για συναυλία σε εξωτερικό χώρο, κάτι το μεσοβδόμαδο που κάπως σου ρίχνει τη διάθεση, κάτι που είχε και The Ocean (Collective) το ίδιο βράδυ, μαζευτήκαμε λιγότεροι από όσοι συνήθως. Προσωπικά, το ευχαριστιέμαι ιδιαίτερα, το να είναι έτσι οι συναυλίες: γεμάτος ο χώρος αλλά χωρίς να σπρωχνόμαστε. Αφού θα αγκαλιαστούμε που θα αγκαλιαστούμε σε αυτό το “ο χαμένος τα παίρνει όλα” και στο “από δω και πάνω δεν φοβάμαι”, ας το κάνουμε από επιλογή.

    Ο Αγγελάκας και οι 100C° έπαιξαν αρκετά κομμάτια από το “Έχω κέφια”, τον δεύτερο δίσκο που έβγαλαν μαζί. Ξεχωριστά ήταν το “μ’ άγρια θεριά και τρυφερούς ανθρώπους βρέθηκα, γλέντησα κι έκλαψα μαζί τους μα δεν στάθηκα. Πιο πέρα είχα να πάω” του Ακόμα περπατάω, και το “αναρωτιέμαι πώς θα ήταν η ζωή χωρίς εσένα, θα βρίσκαν ένα δρόμο τα όνειρά μας τα χαμένα, θα βγαίναν απ’ τα στήθια μας τραγούδια θυμωμένα;” του Φιλελεύθερος Πολίτης. Ταιριάζει ο Αγγελάκας και η μπάντα, και πολλοί λένε ότι είναι η καλύτερη συνεργασία του μετά τις Τρύπες.

    Είναι μαγικό πως αυτός ο ποιητής, αυτή η παράξενη μορφή με τον ορμητικό λόγο, που μια διαδηλώνει και μια αγκαλιάζει τρυφερά τα κορμιά μας , αυτός ο τραγουδοποιός, ο καταραμένος δημιουργός, κρατάει εδώ και δεκαετίες την καλλιτεχνική του ταυτότητα, ακέραιη και καλοδιατηρημένη. Σαν να την φροντίζει και να την κρατάει ζωντανή, έτσι, για να έχουμε αποκούμπι και ώμο να αράξουμε. Θα πηγαίνουμε να τον ακούμε ακόμα κι αν χρειαζόμαστε “ένα χαπάκι τόσο δα” για να γεμίζει η καρδιά μας καλοσύνη. Και θα συνεχίσουμε και τη στιγμή που δεν θα το χρειαζόμαστε πια.

    Setlist

    Ακόμα περπατάω

    Δικαιοσύνη

    Αιρετικό

    Τηλεντρόγκες

    Άγγελος

    Οι άνθρωποι που ζούνε σαν νεκροί

    Ευγνωμοσύνη

    Είμαι τυχερός

    Ακούω τον ουρανό να γελάει

    Άγρια των άστρων μουσική

    Σαν φύλλο στον αέρα

    Πόθοι

    Μέσ’ μου ο αέρας που φυσά

    Μόνο από τη λύπη σου

    Ο λύκος που κατάπια

    Θυμάμαι ένα σπίτι

    Ο χαμένος τα παίρνει όλα

    Νεοφιλελεύθερος πολίτης

    Σαράβαλο

    Σιγά μην κλάψω

    Ακούω την αγάπη

    Δωσ’μου λίγη ακόμα αγάπη

    Γιορτή

    Encore

    Επισκέπτες

    Όλα τα αστέρια του ουρανού

    Θα ανατέλλω

    Από δω και πάνω

    Ταξιδιάρα ψυχή

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    Γιάννης Αγγελάκας & 100°C