Κατηγορία: REVIEWS

  • Nouvelle Vague: Οργασμός, αυτή η μάστιγα.

     

    Είναι η μπάντα, η φτιαγμένη για live.  Στην τελευταία τους εμφάνιση στο Gazarte είχα γράψει ότι «αν κάποτε, κάποιο καμπαρέ πάρει το όνομά τους δεν θα μας κάνει καμία εντύπωση», και θα το επαναλάμβανα ευχαρίστως μετά τη σαββατιάτικη performance τους στο Fuzz, με περίπου 700 άτομα στο κοινό. Είναι αυτό το καλλιτεχνικό βλέμμα του Γάλλου αρτίστα, που βάζει τη βρετανική και την αμερικάνικη mainstream στα café που χαζεύεις στις ταινίες, με bossa nova και bluegrass που  κάπως σε γλυκαίνει, κάπως σε ανάβει, κάτι σου κάνει.

    Love Comes In Spurts, από Richard Hell και The Voidoids, Metal από Gary Newman, No one is Receiving , όπου ο Brian Eno πήγε περίτεχνα από τη φανκιά στη bossa nova και μια ντελικάτη ερμηνεία του All The Cats Are Grey των Cure, με την ακουστική κιθάρα να ξυπνάει τον Robert Smith από το μοιρολόι – no offence. Εκεί που μας εξέπληξαν ήταν, φυσικά, στο I Wanna Be Sadated  των Ramones. Από το 1-2-3-4 punk μονοπάτι που λίγο πολύ έχουμε όλοι περπατήσει, ξεστρατίσαμε στο νωχελικό των Nouvelle Vague.

    Μεγάλες στιγμές εννοείται στο Human Fly των The Cramps όπου κάτι το ποτό, κάτι ο ήχος του theremin, κάτι η  Élodie Frégé που έδωσε κανονική παράσταση αυτή τη φορά, το σκηνικό θύμισε ιστορία των Tiger Lillies και των Dead Brothers (οι οποίοι έρχονται στις 15 στο Fuzz, μην ξεχαστείτε). Και το highlight της βραδιάς, το I just Can’t get Enough, όπου ο ντράμερ τους ήρθε κοντά μας και μαζί με όλη την μπάντα, έληξε το κομμάτι με..σάμπα! Σαφώς πιο φαντασμαγορικό από την ηχογραφημένη version.

    In a Manner Of Speaking, Melt with you, Teenage Kicks, Last Dance.Τι κι αν τους έχουν σούρει τα εξ αμάξοις για τις διασκευές τους –ως και ο Jello Biafra παραπονέθηκε-, τι κι αν το ‘καναν και λίγο supermarket τότε που έκαναν μουσική για διαφημίσεις, τι κι αν ο καινούριος τους δίσκος δεν είναι η έκπληξη του αιώνα; Παραμένουν απολαυστικοί, πώς να το κάνουμε; Με αυτή την απίστευτη σεξουαλικότητα των κοριτσιών των Nouvelle Vague στον πρωταγωνιστικό ρόλο που ντύνει κάθε φορά την παρουσία τους και χαρακτηρίζει το feeling των συναυλιών τους. Sexy lounge, θα τους χαρακτηρίζαμε.

    Είναι δεδομένο ότι οι cover μπάντες θα βρίσκουν πάντα μέρος να παίζουν και κοινό που να θέλει να ακούσει. Ζουν, όμως, περισσότερο αυτές που θα ταξιδέψουν στην ιστορία της μουσικής και σε διαφορετικές κουλτούρες, και θα δέσουν τις συνθέσεις τους με λίγο χιούμορ, με λίγο μεράκι και τελικά θα φτιάξουν ωραία μουσική. Τέτοιοι είναι οι συγκεκριμένοι.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”33″ gal_title=”Nouvelle Vague”]

     

  • Θραξ Πανκς και ξερό ψωμί

     

    Ήρθαν οι ζουρλοί Θρακιώτες στο Fuzz και μας ξύπνησαν λιγάκι! Ευτυχώς! Για σας που λέτε ότι η νέα γενιά δεν ασχολείται με την παράδοση, ακούει μόνο ντάπα ντούπα και όλα τα τοιαύτα, φτάνει μια φορά να βρεθείτε στην Ικαρία και σε πανηγύρια καλοκαιρινά ή έστω μέχρι την Ακαδημία Πλάτωνος σ’ έναν Κλήδονα, για να δείτε τι πάει να πει γλέντι! Τέτοιοι είναι οι Θραξ Πανκς και μας ξεσήκωσαν το Σάββατο. Εμάς τους 400,πάνω κάτω.

    Τσιτσιλιάγκους παίξανε, Γιούρια παίξανε, Τι καλά που τα λέει τ’ αηδόνι, Δέντρο, Ψες είδια. Όλα τα παίξανε τα παιδιά, για περίπου ένα δίωρο και δεν έμεινε κανένας δυσαρεστημένος. Εν αντιθέσει, αγαπημένοι μας, το Fuzz γέμισε με κόσμο που έστησε χορό θρακιώτικο και κοπανήθηκε και λίγο εκεί στο γνωστό κιγκλίδωμα του photo pit, σε κάθε ευκαιρία. Και ήταν πολλές αυτές οι ευκαιρίες. Με τσαμπούνα και νταούλι αλλά και distortion στην ηλεκτρική κιθάρα, ο Βαίτσης, ο Σταυρίδης και ο Πάνος Γκίνης, τα έδωσαν όλα.

    Κάτι μας πείραξε στον ήχο, μονάχα. Ώρες ώρες δηλαδή έλεγες, τώρα θα χυθεί το τύμπανό μου, δεν μπορεί. Δηλαδή η αλήθεια είναι ότι όταν τους είδαμε σε ανοιχτό χώρο ήταν κάπως καλύτερα τα πράγματα. Αλλά σε τέτοιες παγανιστικές στιγμές διονυσιακής διάθεσης δε δίνεις σημασία σε τέτοια. Είναι λεπτομέρειες. Θυμάσαι εκείνη την Άνοιξη με το Μαράκι και τον Αύγουστο με τα παιδιά από το Φάληρο και είσαι σε άλλη διάσταση.

    Για τις απορίες όσων δεν τους γνωρίζουν, δεν έχουν καμία σχέση με VIC. Άλλο το ένα άλλο το άλλο. Οι Θραξ παίζουν παραδοσιακά με punk διάθεση, κι ενώ διαβάζοντας κάποιο δελτίο τύπου μπορεί να σου φανεί κοινότυπο το μείγμα παλιού και νέου, σε αυτήν την περίπτωση κάνουν τη διαφορά, εξαίροντας το παραδοσιακό στοιχείο περισσότερο από τη νεωτερικότητα. Οπότε δεν περιμένεις εναγωνίως, τι θα γίνει στον επόμενο δίσκο. Ξέρεις ότι κάθε φορά που θα τους δεις θα γλεντήσεις, θα ξεδώσεις.

    Υ.Γ. Και μια παρατήρηση. Είχαμε καιρό να ακούσουμε συνθήματα σε συναυλία. Κάποτε ήταν «ο πόθος για τη λευτεριά είναι δυνατότερος απ’ όλα τα κελιά». Το Σάββατο ακούσαμε για το Αιγαίο. Ο κόσμος αλλάζει, κοίτα να μην ξεχνιέσαι.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”35″ gal_title=”Θραξ Πανκς”]

  • Let me Know Festival με λίγο κόσμο

    Που είναι το Let me Know όπου γινόταν χαμός; Που είναι το Let Me Know όπου τρέχαμε να προλάβουμε εισιτήρια; Εδώ είναι. Και το κρατάνε ζωντανό οι μπάντες που παίζουν σε αυτό against all odds.

    Τι φωτογραφίες, τι δελτία τύπου, τι βιντεάκια μπήκαν σε αυτό το event! Προφανώς, για όσους ήμασταν εκεί, φάνηκε ότι δεν έπιασαν τόπο. Δεν μάζεψαν, δηλαδή κόσμο. Πώς να πας να ακούσεις τέσσερα διαφορετικά μουσικά σχήματα αν δεν είσαι απλά μουσικόφιλος ή γνωστός των μουσικών; Δύσκολα. Ειδικά όταν “οι απέναντι”, έχουν Κωνσταντίνο Βήτα, λέμε τώρα.

    Εμείς πάντως, σαν αξιότιμοι χορηγοί επικοινωνίας, παρευρεθήκαμε. Και η αλήθεια είναι ότι το ευχαριστηθήκαμε. Γιατί είναι όμορφο να ακούς μουσικούς να βάζουν τα δυνατά τους για να γουστάρουν, σε έναν χώρο σχεδόν άδειο, όπου φυσικά δε λείπει μόνο ο παλμός του μεγάλου κοινού αλλά υπάρχει κι ένα ανυπέρβλητο gap στον ήχο ·οι ηχολήπτες γνωρίζουν καλύτερα.

    Κρατάμε τη μουσική παρά ταύτα!

    Ξεκινάμε από τους St. Guilt. Πλήκτρα, τύμπανα και κιθάρα. Όπα, ξεχάσαμε και τον τύπο με το lap top, τον κρυμμένο πίσω από την κουίντα του Death Disco. Λάθος το λες αυτό, μιας και μιλάμε για samples, δηλαδή συμπρωταγωνιστές στο έργο. Αλλά, δε βαριέσαι. Οι τύποι το καταχάρηκαν χαμογελαστοί και αεράτοι, με την 60τίλα στο στυλ της frontwoman και την ωραία χροιά της, με synth-pop ευχάριστες μελωδίες κι ένα φιλοσοφημένο Turn Your Back για τα σημεία των καιρών. Καθόλου άσχημα αν σκεφτείς ότι είναι κάτι παραπάνω από 20 ετών τα παιδιά και το ‘χουν αρκετά.

    Παρακάτω, ο χαμός. Art Of Simplicity, ή αλλιώς ο Bruce Dickinson σε ελληνική έκδοση και full band show. Είναι metal. Κανονικό. Pure. Έχουν δικαίως τη φήμη τους ως demo του ’15 με το asymmetric ,  έχουν σκηνική παρουσία, έχουν έξι μέλη, έχουν και βιολί. When Fables have a Bitter Taste είναι ο καινούριος τους δίσκος και δεν ξέρουμε για ποιον μύθο μπορεί να ομιλούν, αλλά ο δικός τους είναι εν εξελίξει.

    Last but not least, οι Holy Limbo. Κάτι από Tricky, κάτι από Archive, μια πρέζα BRMC (ευτυχώς χωρίς τα perfecto) και κάτι ακόμα απροσδιόριστοκαι ανεξήγητα γοητευτικό. Έκαναν αισθητά τη διαφορά, παίζοντας παλιά τους κομμάτια και κάποια από τα καινούρια, με ελάχιστες παύσεις μεταξύ τους, μάλλον για το εθιμοτυπικό της φάσης «συναυλία». Ξεσπάσματα και σιωπές, samples από παράξενα κρουστά, green bullet για αμαρτίες στο mic, απολαυστική μπασίλα, στακάτα drums και δώσ’ του delay! Ο ήχος τους είναι μοναδικός για την ελληνική μουσική σκηνή, είναι world trip-hop, ambient in escape, χαρμολύπη ρε παιδί μου. Ψάξ’τους, άκουσέ τους, βγάζουν και νέο album.

    P.S. Ευχόμαστε τα καλύτερα στους Cosmic Shadows, που λόγω ατυχήματος δεν κατάφεραν να παίξουν, και δίνουμε ραντεβού τα επόμενα!

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”37″ gal_title=”Let me Know Festival”]

  • Ο Peter Broderick στα St Pauls Sessions στην Αγγλικανική Εκκλησία

    Το να εμφανίζεται κάποιος δεύτερη φορά σε χρονικό διάστημα που δεν αγγίζει τον ένα χρόνο είναι κάτι που δεν κατορθώνουν πολλοί καλλιτέχνες στη χώρα μας. Κι αν το καταφέρνει ο Peter Broderick, είναι αφενός επειδή οι εκδηλώσεις στην Αγγλικανική Εκκλησία έχουν το δικό τους κοινό πια και δεν υπόκεινται στη συνήθη λογική «ποιος να έρθει και πότε και πόσοι πρέπει να προσέλθουν για να θεωρηθεί επιτυχημένη η συναυλία», αφετέρου επειδή ο ίδιος έχει κάνει τόσα πολλά πράγματα στην καριέρα του, ώστε να είναι σε θέση να παρουσιάσει κάτι διαφορετικό κάθε νέα φορά που θα ανέβει στη σκηνή. Έτσι, τον περασμένο Μάιο είχε έρθει παρέα με τον David Allred παρουσιάζοντας ένα σύνολο δουλειάς που χαρακτηριζόταν από την ποικιλία οργάνων που συμμετείχαν στην ενορχήστρωση (και προερχόταν από την από κοινού ηχογράφησή τους με τίτλο Find The Ways), ενώ σ’ετούτη μόνος του, που σημαίνει ότι οι ήχοι που έφτασαν στ’ αυτιά μας προέρχονταν αποκλειστικά από το πιάνο, το βιολί και τη φωνή του. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν, όπως αναμενόταν, συναρπαστικό.

    Αφού λοιπόν μας ευχαρίστησε που τον τιμήσαμε για μία ακόμη φορά με την παρουσία μας, ξεκίνησε με το Sideline από το άλμπουμ του How They Are, ένα σχεδόν φολκ τραγούδι που τον βρίσκει να ερμηνεύει χωρίς οργανική συνοδεία αρχικά, για να ολοκληρώσει το κομμάτι με το πιάνο του. Εκεί έμεινε για το μεγαλύτερο μέρος της συναυλίας, με τρόπο που το βασικό χαρακτηριστικό όσων ακούσαμε να είναι μια βασική ιδέα νεοκλασικισμού σε ολόκληρο το ρεπερτόριο που ερμήνευσε, κλέβοντας ιδέες και υφολογικά στοιχεία από διάφορα άλλα μουσικά στυλ. Όταν για παράδειγμα έπιασε το βιολί του, όπου έπαιξε το Folks Like Me από το δίσκο του – συνεργασία με τον Gabriel Saloman, το οποίο κόλλησε με μία διασκευή στο Eli του Arthur Russell (από το άλμπουμ του τελευταίου Love Is Over taking Me), ήταν προφανής η αμερικανική καταγωγή του με τις όποιες avant garde εμμονές τους. Κατά τα άλλα, η χρόνια παραμονή του στην Ευρώπη του τον έχει στιγματίσει καίρια κι αυτό που εγώ διαβλέπω στη μουσική του είναι ένας ευρωπαϊκός αέρας επιρροών. Με το τετράχορδο έπαιξε και το Violin Solo No. 1, ενώ όπως μας είπε θέλει κάποια στιγμή να γράψει κι ένα δεύτερο μέρος!

    Από το δίσκο του Grunewald, όπου και περιέχεται το παραπάνω βιολιστικό πόνημα, έπαιξε ακόμα τα It’s A Storm When I Sleep (παίζοντας το πιάνο σε ανεβασμένες ταχύτητες και με μία αβίαστη ροή από νότες και συναισθήματα, θυμίζοντας το στυλ του Lubomyr Melnyk που είδαμε επίσης στον ίδιο χώρο προ μηνών) και Eyes Closed And Traveling, ενώ την εμφάνισή τους έκαναν και τα Below It από το άλμπουμ Ηome (γραμμένο στην κιθάρα όπως μας είπε, αλλά το ακούσαμε από το πιάνο του),Up Niek Mountain από το Partners και Electric Eel River από τη συνεργασία του με τον Greg Haines κάτω από το όνομα Greg Gives Peter Space. Από τις πιο εντυπωσιακές στιγμές της βραδιάς θα πρέπει να επισημάνουμε και την ερμηνεία του στο Colours Of The Night (από το φερώνυμο άλμπουμ του), όπου ξεκίνησε τραγουδώντας τη φράση σε διάφορους τόνους, λουπάροντας τη φωνή του και σχηματίζοντας έτσι ένα εκπληκτικό φόντο όπου επάνω του συνέχισε τραγουδώντας και παίζοντας το πιάνο του. Δεν ήταν η μοναδική φορά που το έκανε αυτό, και είναι σχεδόν αιφνιδιαστικό να βλέπεις μπροστά σου να φτιάχνεται μέσα σε ένα λεπτό και με μοναδική μαεστρία μια τέτοια περίτεχνη ταπετσαρία απόκοσμης μα και τόσο γήινης ομορφιάς (έχει σπουδαία φωνή ο Broderick, το ξέραμε ήδη μα επιβεβαιώνεται πολύ περισσότερο πανηγυρικά όταν τη βιώνεις εκ του σύνεγγυς…).

    Κάπως έτσι, σε μία ώρα ακριβώς, και με δύο κομμάτια σε αντίστοιχα encore,ολοκληρώθηκε η βραδιά. Μάλλον σύντομα αλλά, όπως το πιστεύω, δεν είναι πάντα η ποσότητα εκείνη που αξιολογεί τη βαρύτητα μιας βραδιάς. Η ποιότητα είναι εκείνη που μετράει, και ο Peter Broderick, δόξα τω Θεώ, μόνο τέτοια είχε να μας χαρίσει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

    Κείμενο: Μάνος Μπούρας 

    (Φωτογραφίες: Βαγγέλης Πατσιαλός)

    Περισσότερες φωτογραφίες μπορείτε να δείτε εδώ : 

    Peter Broderick @ St Paul’s Sessions, Athens, Greece, 04.02.2018

     

  • Ο Gadless μας μάγεψε

     

    Μην αναρωτιέστε αν γίναμε μέτοχοι στην εκκλησία του Αγίου Παύλου. Όλο και περισσότερα lives λαμβάνουν χώρα, και αναπόφευκτα, παραμένουμε πιστοί θεατές στην κατανυκτική ατμόσφαιρα που προσφέρει η επιβλητική, ψιλοτάβανη, βγαλμένη από νουάρ θρίλερ, Αγγλικανική.

     

    Σε αυτήν την ημιφωτισμένη αίθουσα με τα στασίδια και τα κεριά, ταίριαξε απόλυτα ο Gadless. Η γοητεία του έγκειται από τη μία στην αφέλεια και το άγχος που έχει επί σκηνής, που θυμίζει σχολιαρούδι που σύντομα θα καταλάβει το stage και θα αφήσει άφωνο το κοινό, κι είναι αυτό που βγάζει μια ζεστασιά απαράμιλλη. Από την άλλη, η ιδιαιτερότητα της χροιάς του χρωματίζει τη μελίρρυτη κατά τ’ άλλα μουσική του, με ένα δυναμισμό που ξεχωρίζει. Όπως καταλαβαίνετε, στην unplugged μορφή του εγχειρήματος μέσα στην αμήχανη σιωπή της Αγγλικανικής, έδεσε το γλυκό.

    Gadless στην εκκλησιά. Ειρωνία; Κι όμως, αρμονία! Σεμνός και απλός, με μια κιθάρα στα χέρια, και μία στο stand για να τις εναλλάσσει (ακουστική και κλασική) , μία ακόμα ακουστική , ένα βιολί και λίγο πιάνο, έπαιξε κομμάτια δικά του και, φυσικά, covers αγαπημένων επιτυχιών, με το δικό του μοναδικό τρόπο. Δίπλα του, από τη μέση της συναυλίας και μετά, ο χείμαρρος που ακούει στο όνομα Lou Is και συνεπαίρνει με το ερμηνευτικό της ταλέντο και τα ξεχωριστά φωνητικά της.

    Jesus to a child, Back to you, Disarm, Confide in me και φυσικά Love you like a fool, Afraid.. Περίπου μιάμιση ώρα γλυκύτητας και ηρεμίας στην καρδιά της Αθήνας, που τελείωσε με το υπέροχο Mystery of love του Sufjan Stevens. Θα σταθώ λίγο εδώ, γιατί πρόκειται για το soundtrack του Call me by your name, όπου έρωτας, τέχνη και ζωή φτιάχνουν το μαγικό τρίπτυχο. Δεν γνωρίζω αν η επιλογή του κομματιού έγινε λόγω της ταινίας, όμως στο νου μου στροβιλίζεται η σκέψη, ότι αυτό το τρίπτυχο είναι η αγία τριάδα του καλλιτέχνη που διέπεται από αγάπη και σεβασμό προς τη σημασία της.

    Τέτοιος είναι ο Gadless. Και ευτυχώς που υπάρχουν τέτοιοι εκεί έξω.

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”39″ gal_title=”Gadless”]

  • The Dead Review

    Σαν σε μυθιστόρημα του Νταφόε, κάπου στο μεσαίωνα, ανάμεσα σε πόρνες  και εμπόρους, με τους γιατρούς της πανούκλας να τριγυρνούν και το πένθιμο κλίμα να απλώνεται παντού. Σαν σε κηδεία όπου ξαναβρίσκονται παράνομοι έρωτες, αποχαιρετίζονται φίλοι και βιρτουόζοι οργανοπαίχτες ξεπέφτουν στο βαριετέ. Κι όμως ήμασταν στο Fuzz.

    Οι  Dead Brothers, οι Γενουάτες με τις παράξενες μάσκες και τα μακάβρια chansons, επανήλθαν στην Αθήνα το Σάββατο. Ο Alain Croubalian και η κομπανία του, μας τα ‘παν για το Angst, το καινούριο τους album που αναμένεται να κυκλοφορήσει το  ’18. Ξεκινώντας από τη γαλαρία του Fuzz που κοσμείται από το ανάλογο χριστουγεννιάτικο δέντρο, έφτασαν στη σκηνή με μια πομπή εμβατηριακή και συνέχισαν για μιάμιση περίπου ώρα να αφηγούνται περισσότερο από το να δίνουν συναυλία, όπως άλλωστε συνηθίζουν. Η χροιά του Croubalian που άλλοτε είναι βαθειά αλά Cohen και άλλοτε τσιριχτή σαν του Martin Jacques έδωσε τα απαραίτητα σκαμπανεβάσματα στη θεατρικότητα της παρουσίας του. Ενώ τα tracks που ξετυλίγονται μέσα από τη ρυθμικότητα της τούμπας στη θέση του μπάσου, τη νοσταλγία του βιολιού, το ρομάντζο του μαντολίνου και του μπάντζο αλλά και το αλλόκοτο της γκάιντας σε υποβάλουν να πάρεις μέρος στη μυσταγωγία της στιγμής.

    Φέτος, όμως.. έκαναν κοιλιά. Κάτι ο φωτισμός που ήταν κάπως περίεργος, κάτι το Farewell στον Nikolas που δεν ήταν εκεί μαζί τους, κάπως έπεσαν οι ρυθμοί τους. Στο Story of Dead Brothers, το κατά κόσμον «Του νεκρού αδερφού», έδωσαν ρέστα και μας ξύπνησαν. Και φυικά μας αποζημίωσαν με το καθιερωμένο τους φινάλε καταμεσής του κοινού. Oh Mary don’t you whip no more! Και ένα Fuzz με σχετικά λίγο κόσμο, στο πόδι. Γύρω από την μπάντα λες και πετύχαμε αναπάντεχη performance του δρόμου σε κάποιο σοκάκι. Ρομαντικά πράγματα · έτσι για να ξεπλύνουμε την ψυχή.

    Εκτός από την ιδιαιτερότητα των Dead Brothers σαν μουσικών και σαν είδος που δε συναντάς εύκολα παίζει ρόλο και κάτι πιο σημαντικό ακόμα. Το έχουμε ξαναπεί, και σίγουρα συμφωνείτε κι εσείς. Τα φυσικά όργανα on stage είναι μαγεία. Ξεχωρίζεις το καθετί και ξέρεις ότι εκείνη την ώρα παίζει για σένα. Οπότε μπάντες σαν αυτές, που μπλέκουν ήχους και φωνές σ’ αυτά τα μοναδικά ακομπανιαμέντα, τις εκτιμάς περισσότερο από κάθε στημένο “fast food”. Ανάβει το αίμα, βρε παιδί μου, πως να το κάνουμε!

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”41″ gal_title=”Dead”]

     

  • Sold out οι Myrrors στο Temple!

    To Temple, το παλιό ΚΟΥΚΟΥ, σχεδόν ανέγγιχτο μετά το re-opening του, δεν είχε ακόμη γεμίσει. Στη σκηνή, τσουπ!, οι Bonnie Nettles. Τους χαιρόμαστε αυτούς τους τύπους γιατί κάνουν την κ@@λα τους. Κι ενώ θαρρείς δεν παίζουν και κάτι καινοτόμο, το πάθος τους on stage, τα αποκλειστικά δικά τους κομμάτια που παίζουν στα live τους, η σταθερή παρουσία τους στις μουσικές σκηνές της πόλης και, θες,  αυτή η αίσθηση ότι ζουν το όνειρο, σε κερδίζουν. Σαν κάποιοι αναγεννημένοι BJM, με τον frontman τους ημίγυμνο και..ψυχεδελιασμένο, με το ντέφι σε πρωταγωνιστικό ρόλο,με το drummer και τον κιθαρίστα σε ρόλο σπονδυλικής στήλης της μπάντας και με αρκετά στοιχεία των 60s, οι Bonnie συνεχίζουν κι εμείς περιμένουμε εναγωνίως το παρακάτω τους.

    Οι Myrrors έκαναν το μεγάλο βήμα το ’13, με την επανασύνδεσή τους και τα καινούρια τους μέλη, αφήνοντας πίσω τον κλασσικό ήχο της ψυχεδελικής rock και προσθέτοντας στο crew τους βιολί και μια δεύτερη κιθάρα. Κάπου μετά το Solar Collector και σίγουρα μετά το Arena Negra η μπάντα έδειξε το καινούριο της πρόσωπο με καινούριες πολύ πιο έντονα ψυχεδελικές μελωδίες · ό,τι ακριβώς βιώσαμε στο Temple, δηλαδή, το βράδυ του Σαββάτου. Ενώ βρήκαμε το ξεκίνημά τους κάπως κουραστικό, αντίθετα με πολλούς που το χαρακτήρισαν άκρως δυναμικό, η συνέχεια αποζημίωσε το γεμάτο Temple, αφήνοντάς μας με πολύ καλές εντυπώσεις.

    Για του λόγου το αληθές, ο Miguel Urbina και το βιολί (λογικά fiddle)  του είχαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο της όλης performance. Όπως, είπαμε και στην αρχή, αυτό είναι που τους δίνει το κάτι παραπάνω, ανάμεσα σε τόσα και τόσα krautrock σχήματα. Krautrock, με την επιφύλαξη που σου γεννάει η σκέψη, ότι τέτοια μουσικά ρεύματα είχαν και το ανάλογο της εποχής τους υπόβαθρο, το οποίο πια αποτελεί –αν μην τι άλλο- ιστορία.  Οι Myrrors θύμιζαν του Can σε πολλές στιγμές, με τα εναλλασσόμενα riffs και τα εκρηκτικά build-up. Ο εξαιρετικός μπασίστας τους ξεχώριζε, όπως φυσικά και ο Grant Beyschau που έδινε πόνο στα drums, αλλά και στα πνευστά που ακούστηκαν αυτό το βράδυ,  θυμίζοντας κάτι σαμάνουςξεχασμένους σε έναν κόσμο από ταμπούρο και βαθιά.

    Μέσα στον οξύμωρα ανεβαστικό κλαυθμό του βιολιού ξεχώριζες, ανάμεσα σε κουρδίσματα και μια ξαφνική αλλαγή χορδής, τους σχεδόν υπόκωφους στίχους ή ακόμα καλύτερα τις απόκοσμες κραυγές του κιθαρίστα Nik Rayne, για την πινελιά της «νίκης» που κυνηγάς καθημερινά. Ίσως αυτό να θέλει να πει και το τελευταίο και καλύτερό τους Hasta la Victoria. The Forward Path, Juanito Laguna, Surem Dervish, Arena Negra, Night Flower Codex, Semillas Sembradas, Liberty Is in the Street και ένα υπέροχο Warpainting για το encore. Μας άρεσαν, περισσότερο από το ’15 στη Death Disco. Τους περιμένουμε ξανά!

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”43″ gal_title=”Myrrors”]

  • Tricky – Tricky μάνα μου!

    Μια φιγούρα σκοτεινή, σχεδόν απλησίαστη, ένας τύπος από άλλη εποχή, το φάντασμα των Massive Attack, ο κλειδοκράτορας του trip-hop, ο Tricky που όλοι αγαπήσαμε, γ@μησε το Σάββατο στο Fuzz.

    Το Fuzz είχε πάνω από 1000 άτομα, και ο Tricky έπαιξε για πάνω από μια ώρα. Αν είσαι από αυτούς που μακαρίζουν τα 3ωρα live του στο  Ρόδον ή από εκείνους που παραπονιούνται για το εισιτήριο που πλήρωσαν όταν το live κρατάει ένα μιαμισάωρο, δεν σου άρεσε το live του Tricky και σίγουρα δε θα σ’ αρέσει και το review. Και , βέβαια, αυτή η δυσαρέσκεια δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτα ούτε για την προκειμένη συναυλία και σίγουρα ούτε και για την αξία του Tricky σαν δημιουργού, σαν performer και σαν μουσικού. Χώνεψέ το, να πάμε παρακάτω.

    Οι προβολείς στο πίσω μέρος του stage, κλασικό στις εμφανίσεις του,  στριμωγμένος κόσμος και μπαφίλα . Εκείνος, γεμάτος ενέργεια, αυτήν την περίεργη, ξέρεις, που δεν είσαι σίγουρος αν προέρχεται από ντρόγκια ή από χαρά που ακόμα ανεβαίνει τη σκηνή. Στο stage, εντελώς ξεδιάντροπος και ερωτεύσιμος μέχρι σκασμού.

    Μετά το live είχα μια ενδιαφέρουσα κουβέντα με ένα φίλο, που μου είπε ότι «η Αγγλία είναι 15 χρόνια μπροστά σε καθετί edge”. Και το πιστεύω, και για πολλούς είναι ζωντανή απόδειξη ο Tricky. Το Σάββατο έβαλε τα δυνατά του, χτυπήθηκε με το απαράμιλλο στυλ του στο stage, έπαιξε ως επί των πλείστων tracks από τον τελευταίο του, Ununiform. Κι όταν κουράστηκε, εγκατέλειψε το stage για ένα δεκάλεπτο, χωρίς προειδοποίηση. Του το συγχωρείς; Όχι απλά του το συγχωρείς, τον χαίρεσαι κιόλας.. Για ποια παρακμή μου μιλάς; Είναι, αισίως, 50 ετών, κάνει live ασθμαίνοντας νευρικά καθώς κουνιέται, ψιθυρίζει στο μικρόφωνο και που και που ουρλιάζει ή σχεδόν κλαίει, δεν ξέρεις ακριβώς. Είναι ο Tricky.

    Με το Ununiform ,μοιάζει να έκανε come back στις trip-ιες μελωδίες του από τα ‘90s, σαν να κλείνει ένα κύκλο. Αποδέχεται το θάνατο, μένοντας απλός στο στίχο του και φτιάχνει την ατμόσφαιρα όπως μόνο εκείνος μπορεί. Μαζί του on stage, drums, μπάσο, κιθάρα και (ναι!) γυναικεία φωνή. Εννοείται ότι υπήρξαν προηχογραφημένα parts στο live του, όπως το ξέραμε και το περιμέναμε. Φυσικά δεν αφαιρούν τίποτα από τη σκοτεινή αίγλη της performance του.

    New Stole, Armor, φοβερό Nothing ‘s changed και ένα άκρως μεταλλικό Vent για το τέλος. Και ίσως αυτό να ήταν και το παράταιρο –ίσως- του προχθεσινού του live, το metal στοιχείο στον ήχο του. Το οποίο, βέβαια, καθόλου δεν μας χάλασε. Τι να κάνουμε, ο καθείς με τη θρησκεία του. Εμείς προσκυνήσαμε Tricky και κάναμε και τάμα.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

    [Best_Wordpress_Gallery id=”45″ gal_title=”Tricky”]

  • We are the robots

    Όταν έρχεται ένας μύθος στην Ελλάδα όλα γίνονται και κρίνονται αλλιώς. Οι Kraftwerk ήρθαν και ήταν ακριβώς όπως τους περιμέναμε.

    Ζωντανή ιστορία οι τύποι, άλλωστε ο Ralf Hütter είναι 70 πλέον, γέμισαν το stage φορώντας τις φουτουριστικές στολές τους κι παίζοντας στις κονσόλες τις επιτυχίες τους, με αφορμή την κυκλοφορία του 3D collection, The Catalogue. Το Tae Kwon Do γέμισε με 7000 κόσμο, σε ένα ανέλπιστο sold out μιας και τις προηγούμενες επισκέψεις τους στην Ελλάδα, οι Kraftwerk , δεν μάζεψαν και πολύ κόσμο. Και τολμούμε να πούμε ότι φυσικά η γερμανική αλλά και η ελληνική παραγωγή, έσκισαν · παραγωγάρα!

    Έπαιξαν δύο ώρες, tracks από όλη τους τη δισκογραφία και μας έδωσαν και 3D γυαλιά για να παρακολουθούμε τα τρισδιάστατα –ως επί των πλείστων- graphics. Και παρόλο που αυτό ήταν και το διαφορετικό αυτής τους της performance, φάνηκε ότι τα γραφικά που απεικόνιζαν την Ακρόπολη, ενθουσίασαν περισσότερο το κοινό. Καλέ,ναι, την Ακρόπολη, μην απορείτε.

    Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι η μουσική των Kraftwerk είναι σύγχρονη με τους ..Abba. Ότι αυτός ο ήχος και αυτή η υπερκέραση του βινυλίου, είναι 70s. Και γι αυτό οι Krafwerk είναι μύθος. Γιατί όσο cult και να μας φαίνονται –vocoder και δεν συμμαζεύεται- συνέθεσαν τη μουσική του μέλλοντος, κάνοντας την αρχή για.. πολλούς! Οπότε, ναι, δεν ήταν εύκολο να συνεπαρθούμε, ακόμα και μπροστά στο stage που ο ήχος ήταν ό,τι έπρεπε. Αλλά στο Man Machine, στο The Robots, όπου τα ανδρείκελα πήραν τη θέση τους στη σκηνή, στο Radioactivity ακόμα και στο Das Model, ένιωθες ότι πλεόν οι Kraftwerk είναι ζωντανή κληρονομιά που σου χαρίζει ακόμα feelings.

    Υπήρχαν άνθρωποι στις κερκίδες που ανατρίχιαζαν στην ιδέα ότι ακούν  Kraftwerk και πολλοί που χόρευαν σε όλο το live. Γενικότερα υπήρχε ενθουσιασμός.  Και παλμός που ερχόταν από τα παλιά. Όποτε η ευκαιρία ήταν αυτή. Ένα live σαν πολύτιμο μουσειακό έκθεμα. Αντάξιο στο σήμερα για να ταϊστούν τα γούστα του -φυσικά απροσδιορίστου ηλικίας- συναυλιακού κοινού, αλλά και απαραίτητο για όσα δημιουργούνται ακόμα στην ηλεκτρονική μουσική.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

    [Best_Wordpress_Gallery id=”47″ gal_title=”Kraftwerk”]