Συντάκτης: Zoe Nikolaou

  • Manowar στο Release: Τα σπάσαν οι γριές!

    Οι metal συναυλίες είναι από τις καλύτερες εμπειρίες που μπορεί κάποιος συναυλιάκιας να έχει. Ακόμα κι αν δεν ακούει metal, είναι μια πραγματικότητα. Γιατί το κοινό είναι απολαυστικό, το ευγενικότερο όλων, ξεσπάνε οι άνθρωποι και ταυτόχρονα σου λένε «ωπ σόρυ, σε έσπρωξα;». Γιατί οι μπάντες τα δίνουν όλα, κι όταν λέμε όλα εννοούμε ό,τι έχουν από ψυχικό κόσμο και σωματικές αντοχές ως ό,τι έχουν από χρήματα για PA και εξαντλητικά decibel, κι από φαντασία για οφθαλμόλουτρα όπως το χθεσινό. Έγινε χαμός, τι να λέμε.

    Φτάσαμε στο παρά πέντε και προλάβαμε να ακούσουμε Rotting Christ στην ήδη κατάμεστη πλατεία Νερού. Ο Σάκης Τόλης, ο Θέμης Τόλης στα ντραμς και τα δύο νεούδια-μέλη της μπάντας, οι ξαπλωμένοι σταυροί και μια ώρα από αγαπημένα ακούσματα της ξακουστής μπάντας έδωσαν το απόλυτο support στους Manowar. Πολύς κόσμος ήταν χθες στο Release αποκλειστικά για τους Rotting Christ, και δικαίως. 666, Αθάνατοι εστέ, Άπαγε Σατανά (Σάτανα, για να ακριβολογούμε), Dies Irae, Xibalba, Grandis Spiritus Diavolos και φυσικά Non serviam. Μεγάλες στιγμές, όπως πάντα, άλλωστε, στα live τους. Το μόνο που μας έλειψε ήταν το Horsemen, την υπέροχη διασκευή από τους Afrodite’s Child του Παπαθανασίου. Το περιμέναμε σαν φόρο τιμής. Προχωρώντας να πούμε, λοιπόν ότι εκτός του ότι οι Rotting Christ είναι σήμα κατατεθέν της ελληνικής metal σκηνής και, σαφέστατα, αναμενόμενη και ευστοχότατη επιλογή να βρίσκονται στο line up μιας τέτοιας βραδιάς, υπάρχει κι άλλη σύνδεση μεταξύ τους με τους Manowar, κι αυτή είναι η «πάσα» για να περάσουμε στη φαντασμαγορία των Manowar, που ακολούθησε.

    Ο Σάκης Τόλης και ο Joey DeMaio συνεργάστηκαν στο project «The Revenge Of Odysseus” που είναι εμπνευσμένο από την «Οδύσσεια» και παρουσιάζεται ως συνέχεια του “Achilles, Agony and Ecstasy in Eight Parts” από το “The Triumph Of Steel” που κλείνει τα 30 χρόνια, κι από το οποίο χθες ακούσαμε στο encore ένα μικρό του κομμάτι. Στο stage του Release ανέβηκε ο Κωνσταντίνος Καζάκος για το Telemachus (part 1) με περικεφαλαία και ανέγνωσε Όμηρο,μεταφρασμένο από τον Σάκη Τόλη, ω φίλοι. Επίσης, με χλαμύδα και ανάλογη σοφία εμφανίστηκε και ο James Cosmo για την παρουσίαση του project στο Sword of the Highlands. Ναι, αλήθεια. Σου μυρίζει καλτίλα; Δεν είσαι true fan.

    Στο μουσικό κομμάτι της πρώτης βραδιάς του εορταστικού tour CRUSHING THE ENEMIES OF METAL ANNIVERSARY TOUR ’22, οι Manowar έδωσαν στο πιστό τους κοινό μια γερή δόση της δικής τους power metal, αυτής της επικής δημιουργίας, παίζοντας δύο ολόκληρες ώρες. Την παράσταση έκλεψε ο Eric Adams που μετά από τόσα χρόνια, στα 69 του, διατηρεί τη φωνάρα του σε άριστη κατάσταση. Μόνο αυτός και ο Dickinson έμειναν, να τα λέμε κι αυτά. Παράπονο των fans το ότι δεν έπαιξαν tracks από το Hail to England. Αλλά ποιος νοιάζεται; Hail and Kill σου λέει και τα μυαλά στα κάγκελα. Defender, Gates of Valhalla, Warriors of the world united, Black wind,fire and steel, Battle Hymn και καπνογόνα, headbanging, μωρά, έφηβοι, μεσήλικες και παππούδες. Τι άλλο να ζητήσεις;

    Ο DeMaio έκανε και το disclaimer για την συναυλία της Ισπανίας που ακύρωσαν, λέγοντας ότι το θέμα των Manowar είναι πάντα το κοινό τους που θέλουν να το προστατεύσουν, γι αυτό και τα χρήματα των εισιτηρίων τα επενδύουν στα show τους, στον ήχο τους, στη διοργάνωση των live τους. Κι αλήθεια είναι. Οι άνθρωποι παρέμειναν πιστοί στο γκίνες που έχουν σπάσει για την ένταση της μουσικής τους – στα bass solo ένιωθες τα ηχεία στην καρδιά σου δηλαδή- είχαν φωτιές, είχαν καπνούς, είχαν ηθοποιούς, μεγαλύτερο stage, καλύτερο PA, δυνατότερα φώτα. Το τιμούν το κοινό τους.

    Οι Manowar στα 70 τους παραμένουν ενεργέστατοι, δυναμικοί, απτόητοι, και ο κόσμος τους λατρεύει γι αυτό. Αφού ο DeMaio έσπασε τις χορδές του μπάσο του, αποχώρησαν με πυροτεχνήματα, με όλους τους παρευρισκόμενους (πάνω από 15.000 άτομα) ευχαριστημένους και χορτασμένους. In metal we trust, κι ότι θένε ας λένε.

    ΥΓ: Μέσα σε όλα τα συγκινητικά που συνέβησαν χθες, υπήρξε και μια στιγμή που μόνο σε metal συναυλία θα ζούσαμε. Στο κιόσκι με τις μπύρες, υπήρχε ένα πανό με το σκίτσο του Νίκου Ζαγγογιάννη, του αγαπημένου μας μακρυμάλλη, ροκά, που έπαιζε μουσική σε όλα τα ροκ στέκια, που μας σέρβιρε μπύρες σε όλα τα φεστιβάλ, που μας χάριζε χαμόγελα και αγκαλιές, και που έφυγε νωρίς από την παρέα. Οπότε, σε ξαναευχαριστούμε για όλα Νίκο.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφία : Anthony ka

  • Πρώτη ημέρα Release Festival: Πόσο δύσκολη είναι η λέξη «σεβασμός», τελικά;

    Δύο χρόνια αναμονή και ήρθε η ώρα για το πρώτο θερινό φεστιβάλ. Το πρώτο και από τα καλύτερα. Γιατί χρόνια τώρα στο Release Athens, απολαμβάνουμε live χωρίς στριμωξίδια από τον υπεράριθμο κόσμο, με τα φτηνότερα ποτά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα μεγάλα φεστιβάλ της πόλης, με καλό ήχο παρά τον ανοιχτό χώρο. Χθες όμως τα πράγματα φάνηκαν διαφορετικά.

    Με καθυστέρηση μισής ώρας άνοιξαν οι πόρτες και οι πρώτοι dark fans έτρεξαν προς τα κάγκελα για να πιάσουν μια «θέση στον ήλιο»! Στο stage ήταν οι Youth Valley, παίζοντας τα tracks από το EP τους -Young sad lovers, Untouched και φυσικά Father forgets- και άλλες δημιουργίες τους. Μας θύμισαν Cure,Smiths και DIIV συνδυάζοντας τις shoegaze μελωδίες τους και τις μπασογραμμές τους, με τους στίχους που παραπέμπουν σε μονόλογο στον ψυχοθεραπευτή. Απλοί και λιτοί, οι Αθηναίοι Youth Valley μας άφησαν να περιμένουμε ένα επόμενο live τους αλλά και το επερχόμενο άλμπουμ τους.

    Strawberry Pills στο stage και η διάθεση άρχισε να σκοτεινιάζει. Κι ενώ κάτω από τον αθηναϊκό ήλιο δεν ταίριαζαν πολύ, ένα σύννεφο εμφανίστηκε την κατάλληλη στιγμή. Valisia Odell και Αντώνης Κωσταντάρας, ένα duo που αγαπάμε απ’ όταν τους γνωρίσαμε στους Phoenix Catscratch και τους ακούσαμε στις «Αλπεις» του Λάνθιμου. Και ήταν ακριβώς όπως τους θέλαμε, όπως τους απολαύσαμε και στην τελευταία τους εμφάνιση με τους She past away: Coldwave και Dark electro, βαμμένα μάτια και αυτή γνώριμη μαυρίλα που όλοι περιμέναμε χθες. Δυστυχώς λόγω χρόνου δεν έπαιξαν όλο το προγραμματισμένο setlist τους. Μάλιστα, ξεκινώντας το τελευταίο τους κομμάτι, σταμάτησαν απότομα λέγοντας “συγγνώμη ,τελείωσε ο χρόνος μας”, με χαμόγελο και μια πικρία που τη νιώσαμε κι εμείς. Το απόγευμα έχει πάντα ενδιαφέρον στο Release Festival γιατί ακούμε εγχώρια διαμάντια, νέους και παλιότερους μουσικούς που πάντα έχουν κάτι να πουν, που προσπαθούν against all odds. Χρειάζονται και αξίζουν τον χρόνο και τον χώρο τους.

    Αργώ επίτηδες να πάω παρακάτω, γιατί όταν οι δύο πρώτες μπάντες άφησαν τη σκυτάλη στις τρεις «μεγάλες» που έπονταν, το σκηνικό άλλαξε δραματικά.  Γνωρίζουμε καλά ότι οι μπάντες που έρχονται από το εξωτερικό έχουν τους δικούς τους ηχολήπτες και, έτσι ξενολάγνοι που είμαστε, μας φαίνεται και σωστό και καλύτερο. Χθες περίτρανα αποδείχθηκε το ακριβώς αντίθετο, μιας και ούτε στους Deus, ούτε στους Jesus and the Mary Chain αλλά ούτε και στους Bauhaus που είχαν δικούς τους ηχολήπτες, ακούγαμε καλά! Ξαφνικά, τα μπάσα ήταν ενοχλητικά και οι φωνές δεν ακούγονταν, ο ήχος ήταν κομπρεσαρισμένος και, για να το καταλάβεις καλύτερα, ήμασταν μεταξύ FOH και stage και μπορούσαμε να μιλάμε και να ακουγόμαστε μεταξύ μας κανονικά.

    Οι Deus, πιστοί στους fans τους, έπαιξαν αγαπημένα κομμάτια από Pocket Revolution, Worst Case Scenario, Following Sea, Ideal Crash, αλλά λόγω κακού ήχου δεν κατάφεραν να μας ξεσηκώσουν, όπως τις προηγούμενες φορές που τους έχουμε δει. Το μπάσο του Alan Gevaert, και τα πλήκτρα και το βιολί του Klaas Janzoons δεν ακούγονταν καθόλου. Κάτι άλλαξε στο κλασσικό Suds & Soda, κουνηθήκαμε λιγάκι, αλλά κατόπιν αποχώρησαν, αφού ήταν και το τελευταίο τους κομμάτι, οπότε δεν μας συνεπήρε.

    The Jesus and Mary Chain για τη συνέχεια και ο ήχος λίγο καλύτερος αλλά και πάλι χαμηλός. Βγήκαν οι άνθρωποι, τα τραγούδησαν, είπαν και τα χιλιάδες ευχαριστώ τους και αυτό ήταν.  Aπό τα 18 tracks που έπαιξαν, θυμόμαστε το Cracking Up,το Darklands και το αγαπημένο μας Just Like Honey, όπου τραγουδήσαμε με τους διπλανούς, σηκώσαμε τα ποτήρια μας και.. σχολιάσαμε τον ήχο.  Μα ούτε αυτοί καλό ηχολήπτη;

    Και φτάνει η μεγάλη ώρα, δυο χρόνια αναμονής, κάποιοι με εισιτήρια brand new, άλλοι με εισιτήρια από τις ακυρωμένες συναυλίες λόγω κόβιντ, άλλοι από την επαρχία, μαζευτήκαμε, στριμωχτήκαμε να δούμε τον πρίγκηπα τον Murphy. Και βγήκε ο πρίγκηπας και τα έκανε θάλασσα. Αν εξαιρέσουμε το Rosegarden Funeral of Sore, το εξαιρετικό cover του John Cale των Βauhaus, με το οποίο ξεκίνησαν την εμφάνισή τους και ενθουσιαστήκαμε, όλο το υπόλοιπο ήταν επιεικώς απαράδεκτο.

    Θα ήθελα να μην γράψω για τους Bau-χάος -όπως εύστοχα γράφει κάποιος στα social- αλλά υπάρχουν πολύ σημαντικά πράγματα που χρειάζεται να ειπωθούν γι αυτό το live. Το πρώτο είναι το «ου γαρ έρχεται μόνον». Όταν είσαι ένας ξεπεσμένος σταρ, όλη η εκκεντρικότητα που κάποτε σε έκανε ξεχωριστό γιατί εμφανιζόσουν στα live με μαυρισμένο μάτι,  αφού είχες παίξει μπουνιές προηγουμένως, γιατί ήσουν πνεύμα αντιλογίας, γιατί έβριζες τους πάντες και παρουσιαζόσουν ως κυνικός παράξενος, μετατρέπεται σε συγκλονιστική αγένεια που απογοητεύει τους πάντες. Χθες οι Bauhaus έπαιξαν το μισό setlist τους και μάλιστα με τον Peter Murphy ωρυόμενο να λέει στο μικρόφωνο “this is cutting out!”, απευθυνόμενος στον ηχολήπτη του! Αποχώρησε από τη σκηνή φωνάζοντας “its your fault!” και άφησε τον Daniel J και τον Daniel Ash να ολοκληρώσουν το cover του Ziggy Stardust που ήταν και το τελευταίο κομμάτι τους. Αποχωρώντας, μου διηγήθηκαν μια ιστορία από live των Radiohead όπου ο  Thom Yorke έβγαλε το in ear του γιατί δεν άκουγε καλά και ολοκλήρωσε τη συναυλία, και κάπου καταλαβαίνεις τις μεγάλες διαφορές από σταρ σε “σταρ”.

    Το δεύτερο είναι ότι πέρα από την συγκλονιστική αγένεια που επιφέρει η υπερβολική ξιπασιά, υπάρχει και μια μεγάλη ντροπή. Όταν ένα φεστιβάλ σε φιλοξενεί, και πόσο μάλλον στα στερνά σου, χρειάζεται να σεβαστείς τον κόσμο που έχει πληρώσει για να σε ακούσει, αφ’ ενός. Αφ’ ετέρου, πρέπει να σεβαστείς και τη διοργάνωση. Κάτι που σκεφτόμουν όταν πριν μερικές εβδομάδες άρχισαν ξανά τα καλοκαιρινά live ήταν ότι το πολύ σημαντικό στους καλλιτέχνες που θα ακούσουμε και θα δούμε, είναι το να ξέρουν πού έρχονται. Να ξέρουν ότι έρχονται σε μια χώρα κατακρεουργημένη οικονομικά, όπου οι άνθρωποί της είναι διπλά κουρασμένοι κι όπου η μουσική είναι μια ομπρέλα για να ενωθούμε και όχι ένας τρόπος εκτόνωσης για τα κόμπλεξ και τις μικρότητές μας. Στην περίπτωση των Bauhaus αυτό σίγουρα δεν ήταν ούτε δεδομένο ούτε σεβαστό μιας και με ένα δικό τους crew σε όλα τα πόστα, κατάφεραν να τσακωθούν, να τσαντιστούν, να μας κάνουν τα νεύρα κρόσσια και να μην πουν ούτε μια συγγνώμη.

    Το Release είναι meeting point και ευτυχώς υπάρχει παρόλες τις δυσκολίες της εποχής. Συνεχίζεται με επόμενο ραντεβού στις 15 Ιουνίου, με Nick Cave & the Bad Seeds, Mogwai, Fontaines D.C. (καρδούλα), Sugar for the pill και Royal Arch. Σίγουρα θα είμαστε εκεί!

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”120″ gal_title=”release day 1 2022″]

  • Sold out Cigarettes After Sex στο Τεχνόπολις: Έρωτας και ξερό ψωμί

    Την πρώτη νύχτα τους στην Αθήνα,οι Cigarettes After Sex, ήρθαν να κουμπώσουν απόλυτα με το σκηνικό που έφτιαξε η πρώτη καλοκαιρινή μπόρα με τον  γνωστό, δραματικό, λευκό φωτισμό τους, παρουσιάζοντας για ακόμα μία φορά στην πόλη την ντελικάτη, απαλή τους rock. Και με τραγούδια που ενώ πολλοί δεν θα ακούσουν διαφορές μεταξύ τους , μιας και οι μπασογραμμές, τα πλήκτρα και τα μοτίβα στα ντραμς είναι όμοια, πίσω από την ομιχλώδη αισθητική τους, αναδύεται μια παλέτα ηρεμίας και γλυκύτητας. Όπως θα διαπιστώσετε και από τις αμιγώς ασπρόμαυρες φωτογραφίες της Αλεξάνδρας Κατσαρού, οι CAS έχουν έναν αυστηρό κανόνα “Black & White μόνο”. Αυτό ισχύει για τα βίντεο, τις φωτογραφίες και τα visuals τους αλλά όχι για τη μουσική τους.

    Ο Greg Gonzalez και οι συνεργάτες του, ερμήνευσαν για το αθηναϊκό κοινό κομμάτια από τους δύο δίσκους τους, τα one-off singles(και φυσικά το All I Want πρώτο πρώτο), τα πρώτα EP τους, και όλα αυτά εξαιρετικά κοντά στα ηχογραφημένα tracks. Τα τύμπανα στην μία πλευρά της σκηνής, από την άλλη το μπάσο, και στη μέση ο Gonzalez με τα ανδρόγυνα φωνητικά του. Πάντα ίδιος, σταθερός στον τρόπο που κινείται και τραγουδάει, κοντά στο μικρόφωνό του, παίζοντας κιθάρα κουνώντας την σε slow motion. Συχνά πλησίαζε την άκρη του stage για να πάρει όλο και περισσότερη από την ενέργεια του κοινού που τον αποθέωνε. Στο encore, που κάπου «βρώμισε» την κιθάρα του, θυμηθήκαμε ότι, ναι, οι CAS είναι rock. Soft αλλά rock.

    Το κοινό ούρλιαζε με το που ξεκινούσε κάθε κομμάτι, σε κάθε κίνηση του Gonzalez, σε κάθε τέλος, και έμοιαζε μαγεμένο από το ηχητικό ξόρκι των CAS. Affection, Nothing’s Gonna Heart you Baby, Apocalypse, η απολαυστική διασκευή του Keep On Loving You των REO Speedwagon, λίγο περισσότερο από μια ώρα συναυλία. Δεν θα μπορούσαμε, βέβαια, να διαλέξουμε τα κομμάτια στα οποία υπήρξε ο μεγαλύτερος ενθουσιασμός γιατί σε κάθε κομμάτι -κυριολεκτικά και χωρίς υπερβολές- ακούγονταν οι ουρλιαχτές επιδοκιμασίες, άναβαν αναπτήρες, ακούγονταν αυτούσιοι οι στίχοι. Το κοινό ήταν κατά μέσο όρο 20 χρόνων και είναι και αυτό που έδωσε τη χροιά και τη δυναμική του χθεσινού live.

    Το setlist το συνόδεψαν visuals πανσελήνου που βγαίνει πάνω από τη θάλασσα, χάνεται στα σύννεφα και τελικά αφήνει αυτά σε πρωταγωνιστική θέση. Ενώ ανά διαστήματα, φλεγόμενα τριαντάφυλλα έσπαγαν λίγο το ρομάντζο για να ταιριάξουν με τους μελαγχολικούς στίχους του Gonzalez. Στο μισό live έβρεχε χθες, και στην πλατεία της Τεχνόπολης, μπορούσες έυκολα να απορροφηθείς από μια αίσθηση..αναισθησίας. Ξέρεις, ένα μούδιασμα, μια απαλότητα αποφασισμένη να σε πάρει μαζί της ή να σε αφήσει πίσω της.

    Στο χθεσινό sold out, είδαμε μια ταινία για τον έρωτα, που λέει και ο Σ. Ήρθε και η μπόρα κι έδεσε το γλυκό. Ένας τροβαδούρος που σιγοτραγουδούσε για τα παθήματά του και τον πόνο που του έχει προκαλέσει η αγάπη, κι από κάτω ζευγάρια που φιλιούνταν σαν να ήταν οι πρωταγωνιστές της βραδιάς, βρεγμένα και αγκαλιασμένα στο ημίφως μιας νύχτας που δεν έχει σχέση με τους αγχώδεις ρυθμούς της ημέρας στην πόλη. Και, ναι, το κοινό ήταν μικρό σε ηλικία -αν και δίπλα μας κάθονταν ένα ζευγάρι 60άρηδων που ήταν μες στα μέλια- και είναι αυτό που, τελικά, που δίνει ένα άλλο νόημα στο live των CAS αλλά και στον έρωτα. Γιατί είχαμε χρόνια να δούμε live με ουρλιαχτά εφήβων, στο οποίο δεν έπαιζε μια hip hop ή pop μπάντα για να κάνεις πάρτυ, αλλά οι Cigarettes After Sex που ξεχειλίζουν πραότητα. Έχει ανάγκη από τρυφερότητα ο κόσμος.

    ΥΓ: Ανεξάρτητα από όσους φιλήθηκαν, γνωρίστηκαν ή χώρισαν χθες, από όσους ήταν σφιχταγκαλιασμένοι και σε μερικά χρόνια μπορεί να μη θυμούνται ονόματα αλλά αγγίγματα, ας προτιμήσουμε τον έρωτα από την κυνικότητα. Και ξέρεις κάτι; Το happy end το χολυγουντιανό έχει μια συνταγή, ένα σενάριο. Ενώ η ζωή πάει από happy end σε happy end.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”116″ gal_title=”CIGARETTES AFTER SEX”]

  • Σάββατο βράδυ με Nick Mason, κοιτάζοντας πίσω με δέος

    Στην Τεχνόπολη του 2022, λοιπόν, ήρθε ο Nick Mason των Pink Floyd, στα μόλις 78 του, με την νεοσύστατη μπάντα του (από το ’18), τους Nick Mason’s Saucerful of Secrets. Η σύσταση ήταν ιδέα του Lee Harris -όπως μας πληροφόρησε ο Mason- του πολύ σεμνού και αξιόλογου κιθαρίστα, που μόνο ωραία ενέργεια μετέδιδε από τη θέση του. Δίπλα του ο Garry Kemp, ο Dom Beke και ο Guy Pratt. Δεν πήγαμε να ακούσουμε Pink Floyd, αλλά covers τους, οπότε κάθε μεγαλύτερη προσδοκία την ακολούθησε η ματαίωση, αν και σε γενικές γραμμές τα κομμάτια παίχτηκαν πιστά στα album versions τους.

    Είναι σαφώς συγκινητικό να μπορείς να βλέπεις, από τόσo κοντά, ένα ζωντανό κομμάτι της ιστορίας της ψυχεδελικής μουσικής των Pink Floyd, μιας μπάντας που σημάδεψε για πάντα τον κόσμο. Να βλέπεις τον Mason να παίζει μουσική και να χτυπάει το τεράστιο μπονγκ σχολιάζοντας ότι «αφού του άλλαξε τα φώτα ο Waters τόσα χρόνια, τώρα έχω κι εγώ την ευκαιρία μου». Τα κομμάτια που ακούσαμε αντηχούν εμπειρίες που καμία σχέση δεν έχουν με τις δικές μας, γράφτηκαν από ανθρώπους που είναι πλέον παρελθόν ανεξάρτητα από το αν ζουν, ξεχειλίζουν παραισθήσεις και ψυχεδέλεια μουσικών που κάποτε κρατούσαν στα χέρια τους τη γέννηση μιας ολόκληρης εποχής. Γι αυτό και θα ήταν ακατόρθωτο να τα ακούσουμε και να τα ευχαριστηθούμε, όπως τους αξίζουν. Αυτό θα χρειαζόταν σίγουρα μια χρονομηχανή. Αν αφαιρέσουμε το ορθό “living legend” για τον Mason, το live ήταν μια εκδοχή κομματιών από τα Meddle, Obscured by Clouds, Relics, The Piper at the Gates of Dawn, A Saucerful of Secrets, Atom Heart Mother.

    Προβλήματα στον ήχο και ιδιαίτερα τα ενοχλητικά μπάσα που σου προκαλούσαν πονοκέφαλο (οι ηχολήπτες ήταν της μπάντας), τα καθίσματα σχεδόν σε όλη την πλατεία της Τεχνόπολης, και ο περιορισμός των fans να πλησιάσουν μέχρι το προγραμματισμένο encore ήταν τα διαδικαστικά που δεν μας άφησαν ευχαριστημένους, σκεπτόμενοι κιόλας ότι ήταν αιτήματα της μπάντας . Κάποιοι, φαντάσου, πλησίασαν τα κάγκελα θεωρώντας ότι μάλλον ντρέπεται ο κόσμος -sic- και απομακρύνθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Τα σχόλια και η γλυκύτητα του Mason, οι αναφορές του στον S.Barrett, οι αξιόλογοι μουσικοί που τον συνοδεύουν, η νοσταλγία για όλη την δυναμική των tracks που κάποτε έφτιαξαν οι Pink Floyd πριν το ‘72 και που δεν επέλεξαν ούτε ο Gilmour ούτε ο Waters να συμπεριλάβουν στα setlists τους, και ένα εξαιρετικό Set the Controls for the Heart of the Sun θα συμπλήρωνα εγώ, ήταν αυτά που έκαναν το live ενδιαφέρον. Και το κοινό ήταν ενθουσιασμένο και πολλές φορές, ανάμεσα στους 60άρηδες που τους άκουσαν τότε το ’89, και τους μικρότερους που ξέρουμε τους στίχους απέξω, μπορούσες για λίγο να κλείσεις τα μάτια και να αφεθείς σ’ αυτά τα μουσικά αριστουργήματα.

    Αν αναλογιστείς ότι αυτή η μουσική κάποτε αντιπροσώπευε μια «εξεγερμένη γενιά», ότι κοιτάζοντας πίσω με δέος θα έπρεπε να παίρνεις ώθηση για το καλύτερο, και λιγότερο να αναπτύσσεις φιλικά συναισθήματα προς μια χαμένη νιότη, ότι τελικά πολλές φορές καλύτερα είναι τα πράγματα να μένουν στη μνήμη μας όπως υπήρξαν λαμπερά και όχι σε μια αναμενόμενη παρακμή, το προχθεσινό live άξιζε τον κόπο αλλά ήταν ανεπαρκές.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες : Αφροδίτη Ζαγγανά

  • Το χθεσινό “Εμπάργκο”: ο Θάνος, ο Άλκης και εμείς που περπατήσαμε μαζί τους…

    Γράφει ο Μιχάλης Κανάκης.

    «Στην Ιστορία της Ποίησης οι μεγάλοι Ποιητές μάς δείχνουν με σημάδια όψεις του μέλλοντός μας. Στην Ιστορία του Τραγουδιού οι μεγάλοι στιχουργοί το δηλώνουν απλά και ξεκάθαρα. Βλέπουν και εκφράζουν πριν από εμάς αυτό που θα γίνει συνείδηση κάποια χρόνια μετά. Η Τέχνη δεν αξίζει τον κόπο αν μόνο αντανακλά αυτό που γίνεται τώρα και που τώρα είναι κατανοητό. Πρέπει να δείχνει, να φωτίζει, να μεγεθύνει τις -καλά- κρυμμένες πλευρές των γεγονότων. Αυτό κάνει ο Αλκαίος στο Εμπάργκο. Τραγούδια συγκυρίας, τραγούδια που θα λειτουργούν στο μέλλον ως αρχαιολογικά ευρήματα.»

    Με αυτά τα λόγια του ίδιου του Θάνου Μικρούτσικου, λόγια για τον Άλκη Αλκαίο, ξεκίνησε η συναυλία-παρουσίαση της επανεκτέλεσης/επανακυκλοφορίας του «Εμπάργκο».

    Δίσκος ορόσημο στη δισκογραφία του Θάνου Μικρούτσικου, το πρώτο του έργο αποκλειστικά βασισμένο σε ποίηση του Άλκη Αλκαίου, τον «ποιητή που υποδυόταν τον στιχουργό» όπως έλεγε ο Θάνος. Σχεδόν 40 χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία του, του Εμπάργκο παραμένει σύγχρονο. Αυτό οφείλεται στις πρωτοποριακές ενορχηστρώσεις του Μικρούτσικου αλλά και στα ποιήματα του Αλκαίου που έχουν σαν άμεση αναφορά τον άνθρωπο και μένουν διαχρονικά.

    Οι αναφορές του Αλκαίου στα ποιήματά του, και συγκεκριμένα στο Εμπάργκο, δεν περιορίζονται στα σύνορα της χώρας μας, αλλά καταπιάνεται με πρόσωπα και καταστάσεις που ξεπερνούν την ελληνική πραγματικότητα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα στο Εμπάργκο είναι το «Μες στο Χημείο του Μαγιού (Τουρκία `81)» που μας παραπέμπει στη σφαγή της πλατείας Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης την Πρωτομαγιά του 1977, όταν παρακρατικοί άνοιξαν πυρ εναντίον διαδηλωτών που βρίσκονταν εκεί για τον εορτασμό της εργατικής Πρωτομαγιάς, αλλά και τα κινήματα αλληλεγγύης στους Τούρκους αγωνιστές εκείνη την περίοδο ανά τον κόσμο («να κάνει ο Χικμέτ διαδήλωση στη Ρώμη»..).
    Όπως επίσης στο κομμάτι «Γαμμαγραφία- Σαλβαντόρ `80» όπου στο πρόσωπο του Μιγκέλ αναγνωρίζει τον κάθε ήρωα-θύμα της αντίστασης κατά της στρατιωτικής χούντας που είχε επιβληθεί στο Ελ Σαλβαδορ, το Γενάρη του 1980.

    Οι φρεσκαρισμένες οι ενορχηστρώσεις, που έχει αναλάβει ο επί χρόνια συνεργάτης (alter-ego του Μικρούτσικου) Θύμιος Παπαδόπουλος, δίνουν μια νέα πνοή στο έργο. Άλλωστε οι πρώτες συζητήσεις για την νέα μορφή, είχαν γίνει όσο ο Θάνος ήταν εδώ. Μάλιστα, είχε αναφέρει πως ίσως να μην έπρεπε να χρησιμοποιήσει τόσους διαφορετικούς ερμηνευτές στην αρχική κυκλοφορία. Πράγμα που συμβαίνει εδώ με το Θηβαίο και τον Πασχαλίδη που αναλαμβάνουν τις ερμηνείες. Πότε μοιράζονται τα φωνητικά όπως στο «Κακοήθες Μελάνωμα», πότε ο καθένας ξεχωριστά όπως στο «Γαμμαγραφία (Σαλβαντόρ 80) που ερμηνεύει ο Πασχαλίδης ή το «Ωδή σ΄ ένα δρομέα ημιαντοχής» που ερμηνεύει ο Θηβαίος. Ενώ συμμετέχει και ο Γιάννης Κότσιρας στο «Ερωτικό» και στο «Μεταμεσονύχτιο».

    Υπάρχει όμως και μία προσθήκη. Το ποίημα «Spleen» που ενώ είχε ηχογραφηθεί, τελικά δεν είχε συμπεριληφθεί στην πρώτη κυκλοφορία του 1982. Έτσι εδώ έχουμε την πρώτη κυκλοφορία του με το πολύ συγκινητικό φινάλε, με τον Θάνο να ακούγεται να ερμηνεύει(πιάνο-φωνή) την τελευταία στροφή:

    «Μα δεν κουνιέται ούτε φύλλο,

    όλα εδώ είναι μονότονα,

    να’χα τουλάχιστον μια αγάπη,

    κάπως την ώρα μου να σκότωνα»

    Εκείνη τη στιγμή νιώσαμε τόσο έντονη την παρουσία του Θάνου στη σκηνή. Εκεί στα αριστερά, στο πιάνο του, να παίζει, να διευθύνει, να ερμηνεύει και να μας συμπαρασύρει στην ένταση.

    Με την ολοκλήρωση της ερμηνείας του «Εμπάργκο» στο σύνολό του, ακολούθησε μια γιορτή-αφιέρωμα στο σύνολο της πορείας του Θάνου Μικρούτσικου. Ο Πασχαλίδης, ο Θηβαίος, η Αντωνοπούλου, ο Κότσιρας, ο Θωμαΐδης και ο Μητσιάς, κάποιοι από αυτούς που περπάτησαν μαζί του, ήταν επί σκηνής για να ερμηνεύσουν μέρος της κληρονομιάς που άφησε ο Θάνος. «Μικρόκοσμος», «Άννα μην κλαις», «Καραντί», «Τυμβωρύχος», «Άμλετ της Σελήνης», «Για μια Ντολόρες», «Σταυρός του Νότου» και πολλά άλλα, για να κλείσουν τη βραδιά όλοι μαζί επί σκηνής με τη «Ρόζα» και τη «Θεσσαλονίκη» αλλά και το «Η πιο όμορφη θάλασσα» με τους στίχους του Ναζίμ Χικμέτ να τραγουδιούνται σχεδόν α καπέλα, ενώ στην οθόνη πίσω να φαίνεται γραμμένη από το Θάνο η -εμπνευσμένη από τον Καββαδία- φράση «Κατάκτησε το αδύνατο» Αυτό δηλαδή που λέει “Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία”.

    Μέσα σε αυτή την παράξενη εποχή του covid, όπου παρακολουθούμε τις συναυλίες καθήμενοι, με αποστάσεις και μάσκα, αρκετός ο κόσμος βρέθηκε στο Christmas Theater εχθές, Πέμπτη 23/12, σε μια συναυλία- μεγάλο αφιέρωμα στο έργο του Θάνου Μικρούτσικου. Χαρακτηριστική ήταν η συμμετοχή του κόσμου όταν οι ερμηνευτές μας καλούσαν να τραγουδήσουμε παρέα και φάνηκε πόσο μας έχουν λείψει τέτοιες στιγμές.

    Βρεθήκαμε σε μια γιορτή, όπως θα την ήθελε και ο Θάνος, όπως θα ήθελε να τον θυμόμαστε και να παίρνουμε ανάσα, θάρρος και δύναμη μέσα από το έργο που άφησε.

  • Ο Syd Barrett σε δημοπρασία; Κι όμως.

    Ο Syd Barrett σε δημοπρασία; Κι όμως.

    Ο παιδικός φίλος του “Syd” και του Waters, o Phil Harden, αποφάσισε και βγάζει σε δημοπρασία τις «Πορτοκαλί Ντάλιες» , υπογεγραμμένες από τον R. Barrett το 1964.sydbarrett - Twitter Search

    Δηλώνει στο Planet audio ότι «αποφασίσαμε να το πουλήσουμε όπως ήταν αποθηκευμένο εδώ και μερικά χρόνια και νιώθουμε ότι ήρθε η ώρα να το απολαύσει κάποιος άλλος. Ξέρουμε ότι ο Ρότζερ Μπάρετ έγινε παγκόσμιο φαινόμενο. υπερασπίστηκε τόσα πολλά πράγματα στο μυαλό των διαφορετικών ανθρώπων, και πιστεύουμε ότι πρέπει να υπάρχει κάποιος από το στρατό των οπαδών του που θα μπορούσε πραγματικά να το εκτιμήσει».

     

    “Ο Σίντ Μπάρετ παραμένει ένα από τα εικονίδια του κόσμου της ροκ μουσικής”, δήλωσε ο Μπρετ Τρύνερ, διευθυντής του οίκου πλειστηριασμών. “Αν και είναι γνωστός ως ο ιδρυτής του Pink Floyd, ήταν επίσης ένας επιτυχημένος καλλιτέχνης. Υπάρχουν λίγες πρωτότυπες φωτογραφίες, ειδικά αφού ξεκίνησε να τελειώνει έναν πίνακα, να τον φωτογραφίζει και στο τέλος να καίει τον καμβά.»

     

    Ο Harden ανακάλυψε ξανά τον πίνακα σε ένα portfolio του πατέρα του. “Θυμάμαι που τον έφερνε σπίτι και τον αναγνώριζα αμέσως”.

     

    Ήταν λίγο πριν συναντηθούν ξανά. “Είχε μπει στη μουσική και άλλαξε το όνομά του σε Σίντ, μετά από έναν παλιό φίλο του από το Κέιμπριτζ “, θυμάται ο Harden. “Τότε, όταν ήμουν στα 20 μου, επέστρεψε σπίτι μετά την “κατάρρευσή” του, η οποία πάντα πίστευα ότι είχε να κάνει περισσότερο με τα ναρκωτικά. Τον επισκέφτηκα αρκετά. Σε κάποιες περιπτώσεις ήταν σαν να γυρνούσε πίσω στο χρόνο επειδή με ήξερε. Άλλες φορές ήταν πιο απόμακρος. Συνέχισε να ζωγραφίζει και κάποια έργα του ήταν φανταστικά, αν και συνήθιζε να  καταστρέφει τη δουλειά του”.

     

    Ο Harden, ο οποίος έχει πλέον αποσυρθεί, υποπτεύεται ότι οι επισκέψεις αυτές επηρέασαν την απόφασή του να δημιουργήσει ένα ίδρυμα περίθαλψης για ενήλικες με μαθησιακές δυσκολίες στη μετέπειτα ζωή τους. “Είχε να κάνει με το πώς ένα τόσο αθώο άτομο μπορεί να βρει τον κόσμο δυσνόητο”.

    Για τους ενδιαφερόμενους, με 3.000 -5.000£, ίσως τον αποκτήσετε.

  • Puta Volcano και σπιτικό review

    της Ζωής Νικολάου
    (η φωτογραφία ανήκει στη σελίδα της μπάντας)

    Είδαμε εχθές το live των Puta Volcano και θυμηθήκαμε πόσο μας λείπουν οι συναυλίες (το ξεχάσαμε και ποτέ;). Υποσχέθηκα να γράψω review και θυμήθηκα ότι γράφοντας παλαιότερα, προσπαθούσα να μεταφέρω το feeling του κόσμου στη θέα και το άκουσμα της μπάντας, να μετρώ τα σηκωμένα χέρια, να ζητάω από την Κατσαρού να βγάλει φωτογραφία το setlist στο stage, να συνομιλώ με τους γνωστούς -και τους αγνώστους- που συναντούσαμε, να έχω τα μάτια ανοιχτά στα φώτα και στα σκοτάδια, να ακούω καλά τη δουλειά του ηχολήπτη, να κλέβω στιγμές για να τις πω μετά.

    Αυτά δεν έγιναν χθες, όπως φυσικά, δεν γίνονται τον τελευταίο χρόνο. Κι έτσι, όποιος παρακολούθησε χθες τους Puta Volcano, ακολούθησε τις οδηγίες για το χαμήλωμα των φώτων και το δυνάμωμα στα ηχεία, μπας και καταφέρει να ξεφύγει από το δωμάτιο και να μπει στην οθόνη. Και η ερώτηση είναι «μπήκες;». Μπήκα ρε φίλε!

    Κάτι δευτερόλεπτα σχεδόν ενοχικά, σηκώθηκα με τη μπύρα στο χέρι να τραγουδήσω λίγο από το AMMA, κάπως να κραυγάσω κι εγώ σαν την Luna με τη φωνάρα της την παράξενη, κάπως να συγχρονιστώ με Alex P. Έπιανα το τραπέζι να φαντασιωθώ εκείνο το κάγκελο του ΑΝ που πάντα συγκρατούσε τα ορμητικά μας mosh pit, έπινα νερό από μπουκάλι χωρίς καπάκι, χοροπήδησα λίγο στα χτυπήματα των διάφανων Toms του Stephen S, και κάπως κατάλαβα ότι ο Δημήτρης Μπούκας είναι ωραίος μπασίστας γιατί ακόμα και στο συμπιεσμένο, ανίερο ήχο του διαδικτύου ξεχώρισα τα βήματά του.

    Βρέθηκα, λοιπόν, ξανά στην αγκαλιά του ΑΝ που τόσο λαχταράμε και παρακολούθησα το προσωρινό είδος συναυλίας που μου στερεί τον συντονισμό της καρδιάς μου με τους ήχους της μπάντας. Και με λίγο από το καθετί, φαντάστηκα όλους αυτούς τους ανθρώπους που δουλεύουν με και για τη μουσική, και τώρα κάθονται στα σπίτια τους, συνεχίζουν να γράφουν και να μιξάρουν, βγαίνουν στο δρόμο, βλέπουν αγαπημένους, αναζητούν διεξόδους, κάνουν youtube live, αρπάζουν την κιθαρα τους με πόθο ή χαιδεύουν και πάλι τις κονσόλες τους, στέκονται κάτω από τις μπάντες σε άδειες μουσικές σκηνές με νοσταλγία, και περιμένουν να ξαναβρεθούμε στα ίδια μέρη, περιμένουν τη μεγάλη έξοδο.

    Το σύγχρονο Puta Volcano είναι αυτή η έξοδος, και οι Puta Volcano μου το έδωσαν να το καταλάβω.

  • Support and don’t forget

    Support and don’t forget

    Αναζητώντας την αγάπη και τη δικαιοσύνη, ανάμεσα σε νεκρούς, βιασμένους ψυχολογικά και κατακρεουργημένους σωματικά, υπάρχει το φως των ανθρώπων που βρίσκουν την ελευθερία ανάμεσα σε σφιχτές αγκαλιές, συντονισμένες φωνές, μελωδικές κραυγές και μοιρασμένα χαμόγελα.

     

    Ο Γιώργος Πατεράκης, ο μαέστρος στις υπέροχες εικόνες που θα παρακολουθήσεις σε λίγο, είχε πει ένα ηλιόλουστο μεσημέρι ότι «καθετί όμορφο που κάνουμε και βγαίνει από μέσα μας είναι σαν μια μικρή φωτιά που συναντάει τις μικρές φωτιές όλων των άλλων κι έτσι βλεπόμαστε, ξέρουμε ότι δεν είμαστε μόνοι, παίρνουμε δύναμη και συνεχίζουμε».

     

    Να που βλεπόμαστε ξανά, λοιπόν. Αυτή τη φορά μέσα από τους 120 μουσικούς που τραγούδησαν το Tencere Tava Havasi των Kardeş Türküler  στην μνήμη των Helin Bölek, Mustafa Koçak και İbrahim Gökçek, των απεργών πείνας του Grup Yorum που βάναυσα πολεμιέται ακόμα από το καθεστώς του Ερντογάν.

    Φτάνει πια, αρκετά
    η προσταγή, το μη και μη
    Μυαλά κλειστά,
    δεν θ’ ανεχθούμε άλλη εντολή

    Φτάνει πια, αρκετά
    η προσταγή, το μη και μη
    Μυαλά κλειστά,
    δεν θ’ ανεχθούμε άλλη εντολή

    Ώπα, φτάνει, μας σκοτίσανε
    Ώπα, φτάνει μας μπουχτίσανε
    Κι η ψυχή μας μαύρος ίσκιος
    Με τόση έπαρση, με τόσο μίσος

    Βάδιζ’ αργά, προσεκτικά,
    η γη βουλιάζει

    Ώπα, φτάνει, μας σκοτίσανε
    Ώπα, φτάνει μας μπουχτίσανε
    Κι η ψυχή μας μαύρος ίσκιος
    Με τόση έπαρση, με τόσο μίσος

    Βάδιζ’ αργά, προσεκτικά,
    η γη βουλιάζει
    Κράτα γερά, τι κι αν γλιστρά,
    εγώ είμ’ εδώ και μη σε νοιάζει

    Μόνο το αίμα τους δεν δημοπράτησαν.
    Όλα προς πώληση:
    Δέντρα, ποτάμια, δάση, βουνά
    Σκέφτηκαν λίγο κι έτσι αποφάσισαν:
    Εχθροί οι πλατείες
    Κι οι ιστορίες στα σινεμά

    Γλυκιά Κωνσταντινούπολη,
    Μαύρη χολή
    Παρασιτεί μες στην κοιλιά σου
    Κόσμος πολύς.
    Μπαίνει και βγαίνει στα μαγαζιά σου

    Τον Βόσπορο δεν θα διαβώ
    Να μην σε δω
    Μες στην πολύβουη ερημιά σου

    Κωνσταντινούπολη μου, αγαπημένη
    Στα τσιμέντα σου πνιγμένη

    Πού πήγε η τόση σου ομορφιά;
    Πώς ξέπεσες;
    Πώς σε κατάντησαν, αγαπημένη πόλη;
    Θρήνοι, μαρτύρια,
    βασανιστήρια,
    φαρμάκι ο αέρας
    Πικρή είν’ η ρίζα σου και πού να χτίσω;
    Πες, τι σού κάνανε; Ποιόν να ρωτήσω;
    Αχ, μίλα μου εσύ, μίλα μου εσύ, μίλα μου, πες μου…

    Ώπα, φτάνει, μας σκοτίσανε
    Ώπα, φτάνει μας μπουχτίσανε
    Κι η ψυχή μας μαύρος ίσκιος
    Με τόση έπαρση, με τόσο μίσος

    Βάδιζ’ αργά, προσεκτικά,
    η γη βουλιάζει

    Ώπα, φτάνει, μας σκοτίσανε
    Ώπα, φτάνει μας μπουχτίσανε
    Κι η ψυχή μας μαύρος ίσκιος
    Με τόση έπαρση, με τόσο μίσος

    Βάδιζ’ αργά, προσεκτικά,
    η γη βουλιάζει
    Κράτα γερά, τι κι αν γλιστρά,
    εγώ είμ’ εδώ και μη σε νοιάζει

    Κράτα γερά, τι κι αν γλιστρά,
    εγώ είμ’ εδώ και μη σε νοιάζει

    (δανεική μετάφραση στίχων).

  • Οι The Bonnie Nettles και το ντεμπούτο άλμπουμ τους κάνουν live

    Όταν τελειώσει η καραντίνα -ή αλλιώς «σαν βγω απ’ αυτή τη φυλακή»- μας περιμένει ένα live που περιμέναμε καιρό. Oι The Bonnie Nettles θα παίξουν για μας τον καινούριο τους δίσκο στις 25 Απριλίου στο 6 d.o.g.s.!

    Μπορεί να μην είναι ένα shiny φεστιβαλικό όνομα -τουλάχιστον όχι ακόμα. Είναι μια ελληνική μπάντα, με πολύ πάθος on stage και μεράκι κάτω από αυτό. Τους γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια στις ιδιαίτερες εμφανίσεις τους στις μουσικές σκηνές τις Αθήνας, χωρίς να έχουν βγάλει επίσημα Eps και άλλα τέτοια, αλλά παίζοντας μόνο κομμάτια δικά τους. Μερικές μέρες πριν δημοσίευσαν το πρώτο τους single, δίνοντάς του το όνομα ενός αγαπημένου μας φεστιβάλ, αυτό της Κεφαλονιάς, το Saristra!

    Το ντεμπούτο άλμπουμ τους κυκλοφορεί σήμερα από την Blackspin Records και θα το βρείτε φρέσκο και λαχταριστό σε όλες τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες! Φυσικά θα κυκλοφορήσει και σε βινύλιο, όπως άλλωστε αρμόζει στην αισθητική μιας τέτοιας μπάντας.

    Και με artwork υπέροχο!

    Ένα κέικ shoegaze με Dandy Warhols, μια σως από Liam Gallagher και BJM, ένα κουλί 90ίλας πασπαλισμένο με attitude Woodstock, ένα μείγμα ψυχεδέλειας και ποπ -ναι, βλέπουμε master chef, συμπαθάτε μας. Τα παιδιά από τα δυτικά, οι μοιραίοι των Αγίων Αναργύρων, τα αγόρια με τη χρυσή καρέλια, οι Bonnie Nettles!

    Τρία κομμάτια του δίσκου τους είναι ήδη γνωστά. Το “Bonnie”, το πρώτο τραγούδι που έγραψε ποτέ το συγκρότημα και το “Rave On Love Me” που κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 2018, τα έχουμε ήδη τραγουδήσει σε live τους. Στις 05 Μαρτίου 2020 δόθηκε στη δημοσιότητα το “Saristra”, ως πρώτο single του album τους και κατέκλυσε τα media, απολαμβάνοντας ενθουσιώδους αποδοχής και θετικών αντιδράσεων από κοινό και εγχώρια και ευρωπαϊκά zines. Η ονοματοδοσία του τραγουδιού από το καλοκαιρινό φεστιβάλ του εγκαταλελειμμένου χωριού φαντάσματος των Παλιών Βλαχάτων της Κεφαλονιάς, ξύπνησε τις μνήμες από τη μαγευτική τους εμφάνιση στην Πέτρινη Σκηνή του φεστιβάλ τον Αύγουστο του 2017 και δημιούργησε ανυπομονησία για τα επόμενα live τους..Για πρώτη φορά, θα ακούσουμε από αυτούς και ένα εξ ολοκλήρου instrumental track, το Selotölei.

    Διαβάστε εδώ τις μας είπαν στη συνέντευξη που έδωσαν στο puzzlemag πριν περίπου δύο χρόνια..

    Εν κατακλείδι,

    stay home, listen to The Bonnie Nettles and..

    wait patiently for their live, people!

     

    Find the album on:

    Spotify: https://spoti.fi/2QvxSGd
    Youtube: shorturl.at/gntKP
    BandCamp: https://bit.ly/2U34ZDu
    Soundcloud: https://bit.ly/2U389ak

    More Info:

    Facebook: www.facebook.com/thebonnienettles/
    Instagram:www.instagram.com/thebonnienettles/

    Επικοινωνία  με το συγκρότημα: thebonnienettles@gmail.com

  • Ο Κεν Λόουτς προσφέρει τις ταινίες του for free!

    Ο Κεν Λόουτς προσφέρει τις ταινίες του for free!

    Τον ξέρουμε, τον εκτιμάμε και τον σεβόμαστε. Στις ταινίες του πάντα η εργατική τάξη είναι στο επίκεντρο και κάπως έτσι σπάει το κατεστημένο του χολυγουντιανού ρετρό.

    Σήμερα τον αγαπήσαμε και λίγο παραπάνω γιατί ανέβασε ταινίες του στο κανάλι του στο YouTube, να μπορείς να τις δεις δωρεάν, τώρα που ΜΕΝΕΙΣ ΣΠΙΤΙ.

    https://www.youtube.com/watch?v=B1bk8ziutmk

    Παρακάτω, δανειζόμαστε από την σελίδα Σινεφίλια, αποσπάσματα συνεντεύξεών του για να δείτε πως..βλέπει τα πράγματα. Εnjoy!

    IT’S A FREE WORLD
    [Σχετικά με την ηρωίδα] Είναι προφανές ότι ανήκει στην εργατική τάξη. Μπορείς να το καταλάβεις από τα πάντα πάνω της. Η ομιλία της, ο τρόπος που μιλά, όλα. Οι άνδρες έχουν μια πολύ προκάτ άποψη γι’ αυτήν. Προφανώς είχε μερικές καταστροφικές σχέσεις στη ζωή. της.
    Νομίζω ότι το περιβάλλον της ταινίας και αυτά που κάνει είναι πολύ ρεαλιστικά. Υπάρχουν άνθρωποι που στρατολογούν εργάτες σε όλα τα επίπεδα: εργοδηγοί, μικροί ατζέντηδες, μεσαία και μεγάλα πρακτορεία. Συναντήσαμε πάρα πολλές γυναίκες να τα διευθύνουν. Αυτή είναι μια δουλειά που κάνουν οι γυναίκες.
    [Η ηρωίδα] Είναι ένα προϊόν μιας εποχής κατά την οποία οι άνθρωποι δεν ψηφίζουν. Είναι απολίτικη όπως και η γενιά της είναι απολίτικη. Είναι πολύ πολιτικό να πεις «έτσι είναι η κοινωνία και δεν αλλάζει, γι’ αυτό βγάλε χρήματα και αδιαφόρησε για τους άλλους». Όμως είναι απολίτικη με την έννοια του ότι αντιμετωπίζει τις εκλογές ως κάτι άσχετο. Ωστόσο σίγουρα είναι πολιτική θέση να πεις «αυτός είναι ο κόσμος και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε».

    AE FOND KISS
    Αναζητούσαμε μία οικογένεια που να ήταν μαζί πακιστανικής καταγωγής αλλά και κάτοικοι της Γλασκόβης- και ως προς τον τρόπο που μιλούσαν, αλλά και ως προς το πεδίο αναφοράς τους. Κάποιοι ηθοποιοί έχουν το χάρισμα να είναι πολύ αντιπροσωπευτικοί στις μιμήσεις τους, αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι τόσο αυθεντικό όσο το να έχεις μεγαλώσει σε αυτήν την περιοχή.
    Η ασιατική κοινότητα της Γλασκώβης ήταν ένας κόσμος τον οποίο δεν γνώριζα. Έπρεπε να ακούσω και είχα να κάνω αρκετές ερωτήσεις για να κερδίσω μια αίσθηση των άλλων ανθρώπων και για να βρω τους κοινούς παρονομαστές. Ανακαλύπτεις ότι οι βασικές τάσεις των οικογενείων  είναι κάτω απο την επιφάνεια ίδιες- οι διαφορές είναι στο πως αυτές εκφράζονται προς τα έξω.
    Δεν θέλω να κάνω ταινίες επειδή πρέπει. Το μόνο που ήθελα να κάνω είναι να είμαι αληθινός στο πρωτότυπο  υλικό και στους αληθινούς ανθρώπους της ιστορίας . Δεν ξέρω αν το πετύχαμε, όμως προσπαθήσαμε να είμαστε ευθείς και να μην χάσουμε την συναισθηματική επαφή με τους ανθρώπους, την επαφή με το βλέμμα. Η σχέση υπάρχει εκεί και οι δύο ήρωες δεν μετατρέπονται απλώς σε δύο σώματα.

    loach1.jpg
    ΠΩΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ;
    Μια ταινία ουσιαστικά διαμορφώνεται μέσα από την συνεργασία του σκηνοθέτη με τον σεναριογράφο. Γιατί τότε, όταν δουλεύεις με τον σεναριογράφο, αποφασίζεις ουσιαστικά για το τι ιστορία θέλεις να αφηγηθείς.
    – Ποιοι θα είναι οι χαρακτήρες;
    – Τι θέλεις να πεις για τα πρόσωπα της ταινίας;
    – Πώς η αφήγηση θα πραγματοποιήσει όλα τα προηγούμενα;
    – Γιατί κάνεις την ταινία;
    Το σημαντικό ερώτημα που έχεις να απαντήσεις δεν είναι πώς θα κάνεις μια ταινία, αλλά γιατί θέλεις να την κάνεις. Και είναι επίσης αυτή η συζήτηση, που κάνεις με τον σεναριογράφο, αλλά και με τον παραγωγό, όπου προσπαθείς να απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα. Όμως επίσης ακούς και τις απόψεις διαφόρων γνωστών.
    Αλλά πάντα ένα ερώτημα παραμένει: “Γιατί θέλεις να κάνεις την ταινία;”
    Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, οι αποφάσεις που τελικά θα πάρεις, καθορίζουν ουσιαστικά το τι δρόμο θα ακολουθήσεις με την ταινία.

    loach2.jpg
    ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΩΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ
    Μία ταινία είναι μια σειρά συνεργασιών. Ξεκινώ με τον σεναριογράφο και το σπέρμα μιας ιδέας με την οποία και οι δύο είμαστε ενθουσιασμένοι. Δεν είμαι συγγραφέας -μπορώ να γράψω διάλογο, αλλά δεν ξέρω πώς να το πω, πώς να είναι ο διάλογος, ποιο να είναι το κεντρικό σημείο.
    (..) Κατά την διάρκεια των γυρισμάτων θα πρέπει να ξέρεις τι πρόκειται να συμβεί. Στις 8 το πρωί θα πρέπει να ξέρεις που θα τοποθετήσεις την κάμερα και τι θα πεις στο καθένα ή τουλάχιστον τι θα του ζητήσεις. Πως θα προχωρήσεις. Η πιο κρίσιμη στιγμή είναι το πρωί, γιατί πιστεύω ότι αν δεν έχεις στρατηγική για την μέρα, έχεις χάσει. Δεν πρόκειται να κερδίσεις πάλι την μέρα. Θα πρέπει να ξέρεις σε ποίους τομείς θα είσαι ανοιχτός: αν είσαι προσηλωμένος στο να κάνεις τα πάντα με ένα συγκεκριμένο τρόπο απέτυχες -τίποτε δεν πρόκειται ποτέ να πάει σωστά. Άρα θα πρέπει να έχεις στρατηγική, αλλά θα πρέπει να είσαι και οπορτουνιστής όσον αφορά την τακτική. Έτσι ώστε να μπορείς βρίσκεις διέξοδο σ’ ένα πρόβλημα ή να ενσωματώνεις κάτι που προκύπτει και είναι σαφώς καλό -κάτι που συνήθως συμβαίνει στα γυρίσματα.
    (..) Συνηθίζω να δουλεύω με τον ίδιο τρόπο από ταινία σε ταινία. Μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο φωτισμού και με μια ορισμένη γκάμα φακών. Προσπαθώ να κρατώ τους ηθοποιούς μακριά από τη κάμερα, όσο περισσότερο αυτό είναι δυνατό -όχι σαν να φαίνονται ότι τους κοιτάς από τηλεσκόπιο, αλλά έτσι που να μην γίνεσαι ένα με αυτούς. Νομίζω ότι οι εικόνες είναι περισσότερο συν-παθητικές (sympathetic) αν βρίσκεσαι σε κάποια απόσταση. Τι είναι συν-παθητικές; Εικόνες που μπορείς παρατηρείς πιο πολύ χρόνο. Προτιμότερο από το να κατευθύνεις τις ερμηνείες, να κάθεσαι πίσω και να παρατηρείς τι συμβαίνει.

    loach3.jpg
    ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΩΤΙΣΜΟ
    Φιλμάρουμε με ένα χαμηλό επίπεδο φωτισμού, το οποίο πάλι είναι περισσότερο συν-παθητικό (sympathetic) από ένα σκληρό φωτισμό – μόνο συμπληρωματικά φώτα στον διαθέσιμο φωτισμό. Η ουσία του φωτισμού σ’ αυτές τις ταινίες δεν είναι να τις κάνεις δραματικές. Πρέπει απλώς η εικόνα να αντανακλά το πως δείχνουν τα πράγματα.

    ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΣΜΟ
    Θα πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στο απρόβλεπτο και σε αυτό που έχει προετοιμαστεί. Αν τα πράγματα είναι τόσο χαοτικά τότε παίρνεις ένα απόλυτο σύμφυρμα. Απλώς διαχειρίζεσαι αυτή την γραμμή του οργανωμένου χάους.
    loach4.jpg
    ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΕΚΔΟΤΟΛΟΓΙΚΗ ΔΟΜΗ ΤΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΥΝΑΜΙΣΜΟ ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ
    Θα πρέπει να υπάρχει μία ένταση ανάμεσα στις σκηνές, διαφορετικά (η ένταση) δεν μπορεί να έχει σωρευτικό αποτέλεσμα. Και το κοινό θα πρέπει να εισπράττει μια προωθητική δύναμη καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Αλλά νομίζω είναι επίσης σημαντικό να αφήνεις χώρο για μικρές λεπτομέρειες, για βλέμματα ή για αστεία που βοηθάνε να περιγράψεις ανθρώπους, να κάνεις τους ανθρώπους να δείχνουν ιδιαίτεροι, αστείοι και αξιαγάπητοι. Άρα στην πραγματικότητα είναι μια ισορροπία: να προσπαθείς να κρατήσεις την προωθητική κίνηση και την ίδια στιγμή να μην αφαιρείς την ζωή από τους ανθρώπους.

    ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΑΖ
    O Stewart Copeland [σ.τ.μ. μουσικός του συγκροτήματος Police] είναι το καλύτερο πρόσωπο με το οποίο έχω δουλέψει, γιατί βοηθά την ταινία -εδώ και εκεί-, χωρίς να την υπερφορτώνει. Είναι στηρίγματα [η μουσική του] πάνω στην ταινία. Η μουσική επένδυση μετά τα γυρίσματα είναι η δυσκολότερη στιγμή, γιατί είναι το σημείο όπου τα αντανακλαστικά σου δεν είναι στο καλύτερο επίπεδο -γιατί τα είχες συνεχώς προηγουμένως. Όσο περισσότερο χρονικό διάστημα είσαι μαζί με το φιλμ τόσο πιο δύσκολα αντιδράς άμεσα απέναντι σε αυτό. Μπορείς να χαλάσεις μια ταινία στο τέλος γιατί δεν μπορείς πλέον να συνδιαλέγεσαι μ’ αυτή. Έτσι το κόλπο, είναι να μοντάρεις γρήγορα; Και να μην απορροφηθείς σ’ αυτό που κάνεις -προσπάθησε να είσαι πραγματικά κριτικός σ’ αυτό που κάνεις και να μην δείχνεις περισσότερη υπομονή από αυτήν που το ίδιο το κοινό θα δείξει για την ταινία .
    loach6.jpg
    Η ΕΠΙΡΡΟΗ ΤΟΥ ΝΕΟΡΕΑΛΙΣΜΟΥ
    Όταν ξεκίνησα ως κινηματογραφιστής, άρχισα να βλέπω πολλές ταινίες του ιταλικού νεορεαλισμού. Οι ταινίες αυτές δεν είναι συνειδητές επιρροές -βρίσκονται αποθηκευμένες απλώς στο πίσω μέρος του μυαλού. Δεν ανατρέχω σ’ αυτές για να πάρω κάποιες συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Αυτές οι ταινίες υπάρχουν ως μια γενική αίσθηση.
    Αυτό όμως που έκαναν οι Ιταλοί, και το οποίο είναι σημαντικό, είναι ότι απέδειξαν ότι η θεματολογία αυτών των ταινιών μπορεί να λειτουργήσει στον κινηματογράφο. Ότι τέτοια θέματα, σαν αυτά των ταινιών του ιταλικού νεορεαλισμού, μπορούν να υπάρξουν στον κινηματογράφο. Ότι μπορείς να κάνεις ταινίες που να βασίζονται σε συνηθισμένους ανθρώπους. Οι ταινίες αυτές επικυρώνουν αυτά που εμείς προσπαθούμε να κάνουμε.
    loach7.jpg
    Η ΜΑΡΓΚΑΡΕΤ ΘΑΤΣΕΡ, Ο ΤΟΝΥ ΜΠΛΕΡ ΚΑΙ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ
    Υπάρχει ένα παράδοξο εδώ. Όταν ανέβηκε στην εξουσία η Μάργκαρετ Θάτσερ, επικρατούσε στη Βρετανία μία τάση υποστήριξής της -αυτήν την τάση την είχαν δημιουργήσει και την καθοδηγούσαν οι πλούσιοι υποστηρικτές της. Εκείνη την εποχή το να είσαι δεξιός ήταν γοητευτικό, ήταν στην μόδα. Η δεξιά ήταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Μάλιστα υπήρχε εκείνη την εποχή και ένας τηλεοπτικός σταθμός που έπαιζε διαφημιστικά μηνύματα που υποστήριζαν τους Συντηρητικούς.
    Όμως ταυτόχρονα εκείνη την εποχή ξεκίνησε το Channel 4 και άρχισε να κάνει παραγωγές ταινιών. Αν υπήρξε κάποια αναγέννηση στο Βρετανικό κινηματογράφο, αυτή οφείλεται στο Channel 4. Όλα αυτά ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Όμως εγώ εκείνη την εποχή συμπεριφέρθηκα σαν “ηλίθιος” και δεν εκμεταλλεύθηκα την κατάσταση.
    Όταν ήρθε στην εξουσία η Θάτσερ, έφερε τα πάνω-κάτω: οι βιομηχανίες έκλειναν, υπήρχε ανεργία, τα πράγματα ήταν απογοητευτικά. Εκείνη την εποχή δεν είχα επαφές με την κινηματογραφική βιομηχανία.
    Τότε λοιπόν προσπάθησα να κάνω κάποια ντοκιμαντέρ σχετικά με το πώς οι ηγέτες των εργατικών συνδικάτων απέτυχαν να αντιμετωπίσουν την επίθεση της Μάργκαρετ Θάτσερ. Όμως αυτά τα ντοκιμαντέρ δεν ήταν σύμφωνα με το πνεύμα που επικρατούσε τότε στους τηλεοπτικούς σταθμούς -και αν και τα είχαν παραγγείλει οι τηλεοπτικοί σταθμοί, αυτά τελικά δεν προβλήθηκαν ποτέ.
    Τελικά μπόρεσα να κάνω πάλι ταινίες μόνο μετά το 1989-90. Και αυτή η πορεία συνεχίστηκε όλα τα επόμενα χρόνια. Κατάφερα να κρατώ χαμηλό τον προϋπολογισμό. Το κοινό στο οποίο απευθύνονταν οι ταινίες μου, ήταν το ευρωπαϊκό κοινό. Ήμουν τυχερός γιατί οι περισσότερες ταινίες κατάφεραν να βγάλουν τα λεφτά τους και να κάνουν και κάποια μικρά κέρδη . Αυτό μου έδωσε τη δυνατότητα να συνεχίσω.
    Το ζήτημα με τον Τόνυ Μπλερ είναι ότι -ευτυχώς για μένα- η άνοδος του στην εξουσία, δεν είχε σημαντική επίπτωση στην δουλειά μου. Ο Μπλερ ήρθε στην εξουσία επειδή αυτό επέλεξαν να συμβεί οι επιχειρηματίες. Μοιάζει σαν ειρωνεία, όμως το εργατικό κόμμα είναι το κόμμα του επιχειρηματικού κεφαλαίου.

    ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ SWEET SIXTEEN
    Ο Πολ κι εγώ αφού γυρίσαμε το Ψωμί και τριαντάφυλλα στο Λος Αντζελες, σκεφτήκαμε ότι θα ήταν καλή ιδέα να φτιάξουμε μια ταινία που να εκτυλίσσεται στην πατρίδα μας. Επισκεφτήκαμε το Γκρίνοκ, μια πόλη κοντά στη Γλασκώβη. Το σκηνικό ήταν εξαιρετικό, το αντίθετο από ότι ισχύει για τις επαγγελματικές ευκαιρίες, από τότε που έκλεισαν τα ναυπηγεία. Θέλαμε να καταγράψουμε πώς οι νέοι προσπαθούν να δώσουν νόημα στη ζωή τους. Είναι απλό και σύνθετο ταυτόχρονα. Οι φίλοι, η οικογένεια και ο κοινωνικός περίγυρος συμμαχούν ή συγκρούονται σε ατέλειωτους και πολύπλοκους σχηματισμούς. Ο Λίαμ, ο ήρωας της ταινίας, βρίσκεται σε ένα πολύ κρίσιμο σημείο της ζωής του. Κάποιες καταστάσεις δεν του ταιριάζουν, είναι όμως απόλυτα αποφασισμένος να τις αλλάξει.
    loach8.jpg
    ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ RAINING STONES
    Η ταινία Hidden Agenda είχε αρκετή έρευνα και ο Jim Allen [σεναριογράφος] δουλεύει πολύ καλύτερα όταν γράφει για τους φίλους του και τον τόπο του – και επίσης είναι πολύ αστείος. Σκεφτήκαμε ότι υπάρχει μια ιστορία που δείχνει -με παρόμοιο τρόπο με την ταινία Riff- Raff -πως σε ανθρώπους κατεστραμμένους, αλλά που η ψυχή τους είναι ανίκητη, υπάρχει ακόμα αξιοπρέπεια. Η ιστορία του Communion Dress (φόρεμα της Πρώτης Μετάληψης) προήλθε επειδή ο τόπος έχει ένα ισχυρό καθολικό στοιχείο, πολλοί άνθρωποι είναι δεύτερης γενιάς Ιρλανδοί. Δεν μπορείς να κάνεις ταινίες πάνω σε γενικεύσεις -τα πάντα πρέπει να προέρχονται μέσα από μια μικρή ιστορία και μια μικρή ομάδα χαρακτήρων. Αν η ιστορία αυτή είναι η σωστή ιστορία, τότε τα πάντα στην ταινία εμπλέκονται και προκύπτουν από αυτήν.

    [Αποσπάσματα από συνέντευξη του Ken Loach στον Δημήτρη Μπάμπα (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης Πρώτο Πλάνο), στον Gavin Smith (Film Comment Μάρτιος-Απρίλιος 1994) και δηλώσεις στις σημειώσεις για την παραγωγή διαφόρων ταινιών]

  • Υποψήφιος Νο 1.908.765

    Υποψήφιος Νο 1.908.765

    Με πολεμούν από παντού. Με ρωτούν γιατί δεν μπορώ να μπω στο λεωφορείο, γιατί αργώ να φτάσω στο ραντεβού, γιατί όταν βγαίνω έξω πρέπει να πιω. Με κατηγορούν που έχω κατάθλιψη, που έχω άγχος, που έχω φοβίες, που έχω εμμονές. Προσπαθούν λίγο λίγο να με πείσουν ότι φταίω, ότι δεν προσπαθώ, ότι δεν είμαι συνεπής σε αυτά που λέω, στα πτυχία που πήρα ,στον κόπο των πανελληνίων, στις απαιτήσεις που για όλους είναι οι ίδιες. Με πολεμούν που για κάθε ανάσα που παίρνω δεν λέω ευχαριστώ, που για το ότι έχω σπίτι και φαγητό, δεν είμαι ευγνώμων, που μπορώ και βλέπω και ακούω κι περπατάω και είμαι τόσο αχάριστος.

     

    Με βομβαρδίζουν με πληροφορίες που το μυαλό μου δεν είναι φτιαγμένο να μπορεί να επεξεργαστεί. Μου τραβούν την προσοχή μέρα με τη μέρα σφυροκοπώντας πάνω στα πλευρά μου, γροθιές γεμάτες αμέτρητες αρνήσεις, κλωτσιές γεμάτες θανατηφόρες ειδήσεις, χαστούκια που ξεχειλίζουν από οργή και παραίτηση. Σε κάθε βήμα που κάνω είναι εκεί να ανοίξουν χαντάκια απροσπέλαστα που ξανοίγονται μπροστά μου σκοτεινά απύθμενα γεμάτα βία και θυμό. Κι αν δεν καταφέρει να με λυγίσει ο φόβος της πτώσης τότε ανεβάζουν τους στόχους μου σε κορφές με χιλιάδες παγίδες που γεννούν πολλές μικρότερες που δεν μπορώ να δω σαν λερναίες ύδρες, τερατώδεις και τρομαχτικές.

     

    Με καθηλώνουν επιστρατεύοντας κάθε μέσο μπροστά σε οθόνες που ποτέ δεν έχουν μεγάλο κουμπί για να κλείνουν, παρά μόνο είναι κόκκινο, μικρούλι και πολύ μακρύτερα από τον αντίχειρά μου απ’ότι είναι το άλλο κουμπί που με βυθίζει πιο πολύ στη μαλακία. Προβάλλουν συνεχώς μπροστά μου κινούμενες εικόνες έτοιμες, εύπεπτες, απλές, που δεν ταξιδεύουν τη σκέψη, παρά την κλείνουν σε άσπρα δωμάτια χωρίς φύση χωρίς τρυφερότητα. Δεν τους ένοιαξε ποτέ να μάθω να διαβάζω και να γράφω αλλά μου ζήτησαν να ξέρω τυφλό σύστημα, να ‘μια πιο γρήγορος, πιο παραγωγικός. Σαν να ‘μια κάποιο μηχάνημα που δεν έχει ανάγκη την επικοινωνία αλλά την εντολή.

     

    Έγινα έρμαιο της καθημερινής ρουτίνας μου, της ζοφερής πραγματικότητας που ξεντύνεται μπροστά μου σαν κακοπληρωμένος πραιτοριανός, κλείνοντας τα παράθυρα σε κάθε τρυφερότητα. Με μετρούν αδιάκοπα, μου παίρνουν μέτρα για το καλογυαλισμένο φέρετρο που αυτοί ονομάζουν επιτυχία. Με τρόμαξαν και σταμάτησα να αγαπώ αυτό που δεν ξέρω αλλά με έμαθαν καλά να το φτύνω κατάμουτρα και να το μισώ, να το ξεχωρίζω από «εμάς» σα χαλασμένη φακή, να βάζω τα στήθια μου μπροστά του σαν να μην έχει τίποτα να μου προσφέρει παρά μόνο να μου στερήσει.

     

    Όμως… Χαχα… Τι ωραία ειρωνεία ρε πούστη μου.

     

    Φτιάχτηκα για να παλεύω. Φτιάχτηκα για να παλεύω με το μυαλό μου κάθε μέρα γιατί υπάρχει μέσα μου φως αστείρευτο κι ας προσπαθούν αν το σβήσουν. Έκανα όνειρα κάποτε κι αυτά τα καλά θαμμένα ανθρωπάκια θα τσιγκλάνε πάντα την ψυχή μου την ταλανισμένη. Θα την τσιγκλάνε σαν τη μύγα του Σωκράτη κι εγώ ποτέ δεν θα μπορέσω να τα αγνοήσω. Θα μένουν εκεί και θα ρίχνουν λίπασμα στα δέντρα που μου φύτεψε η φύση όταν μ’ έφτιαξε. Θα ακούω τους θορύβους και τη μουσική που φτιάχνουν κάθε λεπτό. Και κάθε μέρα που θα ξυπνάω από τα ερεβώδη εφιαλτικά μου σενάρια θα είναι εκεί σαν φωνές σχιζοφρενή να μου μιλήσουν όταν κανένας άλλος θόρυβος δε θα τα σκεπάζει. Κι όσο κι αν φύγω μακριά ή αν μείνω κοντά κι απόμακρος, όσο λάθος και να πάει κι αυτό το σχέδιο που κατέστρωσα με περισσή ενδελέχεια μη και πάει στραβά, θα ‘ναι εκεί να μου λένε ψιθυριστά, σχεδόν ανεπαίσθητα, ότι υπάρχει κάτι που δεν υπολόγισα, κάτι που δεν πήρα υπ’όψιν κι ότι η επόμενη φορά θα’ναι καλύτερη. Κι ίσως μια μέρα δεν υπάρχω πια αλλά θα’χω μιλήσει γι αυτά σε αγκαλιές που μοιράστηκα και θα μένουν κι αυτά ανθισμένα σαν αμυγδαλιές να τα μυρίσει κάποιος άλλος που θα τα βρει στο δρόμο του, κι ας μην έχω μπορέσει να τους δώσω εγώ την τρυφερότητα που τους πρέπει. Γι αυτό κι εσύ να τα αγαπάς τα όνειρά σου, να τα σέβεσαι. Να τα φροντίζεις και που και που να μιλάς γι αυτά κι ας είναι το μονοπάτι που βαδίζεις μακριά από τη φωτισμένη λεωφόρο τους. Να τα αφήνεις να κυλούν μέσα σου που και που, να σου θυμίζουν ότι κάποτε θα γυρίσεις σε αυτά πιο δυνατός και έτοιμος. Να τα βλέπεις σαν πιτσιρίκια που παίζουν μπάλα στο προαύλιο και ξεσηκώνουν τη κυρα-τέτοια από δίπλα που θέλει να ακούσει ειδήσεις και μπουρδελοδημοσιογράφους.

     

    Γιατί τα όνειρα δεν πετιούνται, μόνο πετάνε.. Αφού ξέρεις.

  • Magenta Flaws μαζί με Holy Limbo @ Death Disco καλέ!

    Τους απολαύσαμε σε live τους, όπου πάντα κάνουν τη διαφορά. Τους γνωρίσαμε κι από κοντά, τα είπαμε για το puzzlemag και ενθουσιαστήκαμε. Και σκεφτήκαμε πολλές φορές πόσο ωραίο θα ήταν ένα live που θα έπαιζαν μαζί.

    Our wish comes true, people!

    Οι Magenta Flaws και οι Holy Limbo θα εμφανιστούν στο ίδιο stage την Παρασκευή 1η Φεβρουαρίου, στο αγαπημένο Death Disco.

    Είναι δύο μουσικά σχήματα που ξεχωρίζουν για την αισθητική τους αλλά και τις ιδιαιτερότητές τους σαν ηλεκτρονικές μπάντες. Τίποτα δεν είναι το ίδιο αφού τους ακούσεις, το ομολογούμε.

    Οι Magenta λένε ότι «όλα φαίνεται πως ξεκίνησαν πριν από 2-3 χρόνια όταν ένας κοινός φίλος (ο Γιώργος Μουζής) είχε πει ότι πρέπει να κάνουμε ένα live μαζί. Τότε δεν γνωρίζαμε τους Holy και ούτε και εκείνοι εμάς, λίγο αργότερα όμως που μάθαμε ο ένας τον άλλον (διαπροσωπικά και μουσικά), και καταλάβαμε ότι καλά τα έλεγε ο φίλος.

    Δεν “διαλέξαμε” τους Holy ως guest, νιώθουμε πως αυτό το live το κάνουμε μαζί, ασχέτως του πως είναι τυπικά στημένο λόγω συγκυριών. Νιώθουμε επίσης ότι η 1η Φεβρουαρίου θα είναι μια ιδιαίτερη βραδιά. Ταιριάζουμε πολύ, αφού και οι δύο είμαστε μπάντες που εστιάζουν στην ατμόσφαιρα και στην επανάληψη που οδηγεί στην trance. Ανυπομονούμε»!

    Τα tracks που τους αρέσουν πολύ από HL είναι..

    Το  D – song.. στο repeat, δεν το βαριέσαι ποτέ!

    Το σκοτεινό και εσωτερικό Pray for change!

    Οι Holy Limbo από την άλλη είναι δύσκολο να περιοριστούν στα δύο κομμάτια που τους ζητήσαμε σαν favorites από Magenta..

    “To Corridor είναι ένα album που πατάς το play και δεν κάνεις skip track”, μας λένε..

    Θα επέλεγαν, όμως, το Cutting Loose…

    Και φυσικά το ομώνυμο..

    «Με τους Magenta Flaws είχαμε δηλώσει τη μεταξύ μας συμπάθεια τόσο σε μουσικό όσο και σε φιλικό επίπεδο. Είναι από τις καλύτερες ελληνικές μπάντες αυτή τη στιγμή. Κοντά στο ύφος μας. Δεν μας αρέσει αυτή τη vintagολαγνεία που επικρατεί στην πλειοψηφία των Ελλήνων καλλιτεχνών και οι MF δεν το έχουν αυτό. Ευτυχώς! Κάνουν κάτι άλλο, όπως πιστεύουμε ότι κάνουμε κι εμείς.

    Θέλαμε να παίξουμε κάποια στιγμή μαζί, και η στιγμή αυτή έρχεται με το πρώτο live τους για το 2019 στο Death Disco και το δράττουμε σαν ευκαιρία και οι δύο. Χαρήκαμε ιδιαίτερα για την πρόσκληση ευχόμαστε να μας δοθούν κι άλλες τέτοιες ευκαιρίες να ξαναβρεθούμε μαζί on stage.

    Θα είναι, σίγουρα, μια υπέροχη βραδιά».

    Τα είπαν όλα και εμείς το μόνο που περιμένουμε είναι να χαθούμε στα μουσικά τους μονοπάτια.

    Ραντεβού την Παρασκευή!

     

    info: 

    Magenta Flaws live | guest: Holy Limbo

    Παρασκευή 01.02.2019
    Death Disco (Ωγύγου 16, Αθήνα)
    Doors open: 20:30 
    Entrance: 5 €

    More Info: 

    https://puzzlemag.gr/magenta-flaws-live-at-death-disco/