Κατηγορία: MUSIC

  • Το πρώτο Cult of the Amps στο Gagarin!

    Το Gagarin με λίγο κόσμο είναι μούρλια! Είναι η πρώτη παρατήρηση που κάναμε ανάμεσα σε καμιά διακοσαριά άτομα κοινό, το βράδυ της  περασμένης Παρασκευής. Το ευχαριστιέσαι περισσότερο, κάνεις και τη βόλτα σου, μια χαρά. Ο ήχος δεν μπορεί να είναι στα τέρματα, βέβαια, αλλά αυτό δεν είναι απαραιτήτως κακό. Σίγουρα δεν έχουμε τέτοιο παράπονο από το πρώτο Cult of the Amps!

    Καταρχάς, ένα «μπράβο» για το line up του φεστιβάλ! Αρκετά συχνά οι μπάντες που εμφανίζονται σε μικρά fests δεν πολύ-ταιριάζουν μεταξύ τους. Στο Cult of the Amps, όμως, υπήρχε ένα κοινός παρανομαστής αισθητικά και αυτό είναι ό,τι καλύτερο. Η σκακιέρα της βραδιάς, αντί για άσπρο και μαύρο, είχε post και metal .

    Παίρνοντάς τα με τη σειρά ακούσαμε πρώτα τους Caldera, οι οποίοι άνοιξαν και τη συναυλία των Mono πριν λίγο καιρό. Οι Caldera είναι μια έκπληξη, για να είμαστε ειλικρινείς, τόσο για τα tracks και τις μελωδίες τους όσο και για το performance τους · απλοί, λιτοί και κατανοητοί. Αμέσως μετά οι Amniac βάρυναν το κλίμα με τα brutal φωνητικά τους. Αν δεν είσαι fan τoυ τόσο brutal ίσως ξενέρωσες με τους Amniac αλλά οι τύποι ξέρουν καλά τι κάνουν.

    Για τη συνέχεια το μενού είχε Afformance σε ένα καταπληκτικό performance. Τους αγαπάμε τους Afformance, τους γνωρίσαμε και πρόσφατα διά ζώσης (τσέκαρε εδώ) και τους εκτιμάμε. Όταν ειδικά τους ακούει κανείς ανάμεσα από άλλες μπάντες σίγουρα καταλαβαίνει την παρουσία τους! Δεν παίζει να μην πεις «ρε συ αυτοί είναι ωραίοι», να μην τους ψάξεις, να μην τους ευχαριστηθείς!

    Το πρώτο Cult of the Amps το έκλεισαν οι Allochiria με το Omonoia που έκλεισε 5 χρόνια και την εντυπωσιακή τους παρουσία οn stage. Highlights του performance τους, η Ειρήνη Παππά που σε αφήνει..  άφωνο με τα φωνητικά της  –πολύ δυναμική, παιδιά, παθαίνεις πλάκα- και φυσικά τα σκοτεινά ζοφερά videos που προβάλλονταν παράλληλα. Σε καθηλώνουν οι Allochiria μέσα από τις εναλλαγές στο ύφος τους on stage. Θες κι άλλο.

    Ένα ακόμα «μπράβο» στα παιδιά που κάνουν όλες τις γύρω γύρω πολύτιμες εργασίες για να βγει ένα live, γιατί στο change over ακούγαμε Solstafir. Δεν ξέρω για σας, προσωπικά αρέσκομαι να ακούω σχετικές μελωδίες με το live.. Βγαίνεις από το mood στην αντίθετη περίπτωση, πώς να το κάνουμε;

     Τίμια διοργάνωση, λοιπόν, συνεπής στο πρόγραμμά της, με πολύ πετυχημένο line up!

    Μην το χάσετε το επόμενο Cult of the Amps! Εμείς θα είμαστε εκεί!

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Σπύρος Ανδρομανέσκος

    [Best_Wordpress_Gallery id=”105″ gal_title=”Cult of the Amps”]
  • Paradise Lost ξανά, πάλι, άλλη μία φορά!

    Μια αίσθηση πλανάται στον αέρα ότι η metal επανέρχεται στη μόδα.. ή μήπως φταίει ότι οι μεταλλάδες είναι οι πιο true fans από εκείνους όλων των άλλων ειδών; Δεν ξέρουμε..θα δείξει!

    Εννέα στα δέκα metal live πάντως, δεν σε απογοητεύουν. Ακόμα, δηλαδή, κι αν η δίκασι δεν είναι ο αγαπημένος σου ήχος, θα περάσεις ωραία. Γιατί οι metal μπάντες το ζουν! Και το κοινό νιώθει πάντα τα vibes του stage.

    Οι Paradise Lost, λοιπόν, έγιναν 30 και ήρθαν –και πάλι!- στην Αθήνα, φέρνοντας μαζί τους τα παλιά τους αργόσυρτα βαριά doom metal κομμάτια τους, τα ενδιάμεσα που συνοδεύτηκαν με τις αλλαγές και στο προσωπικό τους στυλ αλλά και το περσινό τους Medusa με το οποίο επανήλθαν στο pure αγαπημένο metal τοπίο. Από το τελευταίο έπαιξαν 3 κομμάτια (Medusa, From the Gallows, Blood and Chaos), κάτι που εκτιμήσαμε ιδιαιτέρως, γιατί σε όλους μας αρέσει όταν μια μπάντα κάνει tour αλλά όχι απλά διαφήμιση του τελευταίου της album. Όταν αγαπάς θες το παλιό καλό staff που δεν σε προδίδει ποτέ!

    Ψάχνοντας για τα highlights της βραδιάς, θα πούμε ότι το Erased, το As I Die και , φυσικά το Say Just words με το οποίο και μας αποχαιρέτησαν, έκλεψαν την παράσταση. Ήταν οι φάσεις όπου τα περίπου 2.000 άτομα που βρίσκονταν στο Academy κάνανε χαμό. Και μη φανταστείς καπνογόνα και τέτοια, αυτά στον Παυλίδη. Η metal κοινότητα έχει ξελαρυγγιάσματα, moshpit, handbanging και μπύρα. Διάλεξαν κομμάτια από όλη τους την πορεία και έφτιαξαν ένα εξαιρετικό flow στο setlist τους, που ικανοποίησε σίγουρα τους ταμμένους fans τους που τους γνώρισαν και τους αγάπησαν από εκείνο το Lost Paradise του ’90 και τους λατρεύουν ακόμα σε κάθε τους ανάσα.

    Nick Holmes, Gregor Machintosh και Αaron Aedy στο stage. Εγγύηση, τι να λέμε. Τι κι αν έχασαν τα μαλλιά τους (εκτός από τον Machintosh που παραμένει λουκούμι), τι κι αν γέρασαν ολίγον τι, τι κι αν έγιναν κιόλας 30 χρονών, μην τους φοβάσαι! Παραμένουν ένα team που δεν ξεχνάς, που δεν σε απογοητεύει, που τελοσπάντων καρφώνεται στο κεφάλι σου και τρέχεις να το ακούσεις! Το τρίο στούντζες της metal έδωσε για άλλη μια φορά το «παρών!» και μας άφησε να περιμένουμε κι άλλο.

    ΥΓ: Οι επαναλαμβανόμενες χριστουγεννιάτικες ευχές του Holmes μέσα στη μεταλο-μαυρίλα, πόσο crippy εν τω μεταξύ… Κι όμως, δεν μας χάλασε καθόλου!

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”99″ gal_title=”Paradise Lost”]

  • Το επόμενο live των Sólstafir θα είναι sold out!

    Ένα live καλό, ένα live δυναμικό, ένα live που περιμέναμε καιρό. Οι Sólstafir ήρθαν στην Αθήνα και έφεραν μαζί τους τα tracks που μας έκαναν να τους αγαπήσουμε.

    Μεγάλο πράγμα η εξέλιξη και οι Sólstafir φαίνεται να το γνωρίζουν. Άφησαν πίσω τα πρώτα τους death metal βήματα, κάνοντας ένα άλμα προς τα landscapes χωρίς να χάσουν, βέβαια, την ταυτότητά τους. Κατά γενική ομολογία έτσι μας κέρδισαν… Και αποδείχτηκε αυτό, καθώς, ενώ στα πρώτα κομμάτια τους στο live πλανιόμασταν μεταξύ λαχτάρας να τους δούμε και υποτονικότητας από την πλευρά τους, στο Otta τα πράγματα άλλαξαν. Με ένα από τα πιο catchy riffs, μας έβαλαν στο κλίμα αυτού του βόρειου soundtrack που ξέρουν να παίζουν τόσο καλά.

    Συνέχισαν με Ljosfari, Hula, Fjara, φυσικά. Μας θύμισαν τους Sigur Ros με την περίεργη γλώσσα που μοιάζει με διάλεκτο του Τόλκιν. Μάλιστα σε κάποια φάση ο Trygvasson, ανάμεσα σε βλέμματα και χιουμοριστικά σχόλια προς το κοινό,  ζήτησε και τη μετάφραση του Black Sand, για να αναφωνήσει «Μαύρη άμμος» στο μικρόφωνο!

    Ο ενεργέστατος Tryggvason, ένας βίκινγκ (aka Austman- μπάσο), ένας καουμπόυ (aka Sæþórsson – κιθάρα) κι ένα wannabe μέλος των Rotting Christ (aka Hallgrímsson  – drums) βρίσκονταν on stage για ένα δίωρο περίπου, προμηνύοντας sold out στις επόμενες επισκέψεις τους στην χώρα. Είναι το μόνο σίγουρο!

    Παρόλ’αυτά από το live τους θα κρατήσουμε κάτι που δεν έχουμε δει/ακούσει έως τώρα σε live: Τον πρόλογο του Tryggvason για το Goddess of the Ages. Κι αυτό όχι μόνο γιατί είναι ΚΟΜΜΑΤΑΡΑ, όχι μόνο γιατί ακόμα και κάποιος που δεν αγαπάει τους Solstafir γνωρίζει πολύ καλά αυτό το track, αλλά κυρίως για εκείνον τον πρόλογο. Γι αυτό σας τον παραθέτουμε εδώ σε ελεύθερη μετάφραση:

    «Είναι η κατάθλιψη κάτι καθημερινό, κάτι που σε κάνει να παλεύεις με τον εαυτό σου και τα σκοτάδια του μυαλού σου κάθε στιγμή. Δεν φαίνεται απαραίτητα, μπορεί να δείχνεις χαρούμενος και ok, αλλά μέσα σου παλεύεις καθημερινά. Αυτό το τραγούδι είναι για εκείνους που αντιμετωπίζουν αυτήν την πάλη αλλά και για εκείνους που είναι κοντά τους. Αν έχετε κοντά σας έναν κάποιον άνθρωπο που παλεύει με την κατάθλιψη, μιλήστε του, ίσως είστε η μόνη του ελπίδα».

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”95″ gal_title=”solstafir”]

  • Winter Plisskën Festival 2018 – [Photo story]

    Winter Plisskën Festival 2018

    Main Stage – Piraeus 117 Academy

     Lindstrøm 

    David August

    Pantha Du Prince

    Nathan Fake

    object blue

    Aquarium – Wave Athens

    DEBONAIR

    Elena Colombi

     

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού

     

  • Ο χειμώνας μπήκε με Mogwai

    Οι fans των Mogwai ξεχύθηκαν στο Piraeus Academy προετοιμασμένοι να μεταφερθούν σε μια rock μελαγχολική πραγματικότητα. Η μπάντα της Γλασκώβης μας έπαιξε παλιά και νέα, ακριβώς μετά από ένα καλό warmup από τους  Afformance που αγαπάμε, κι ας ήταν κάπως αμήχανοι αυτή τη φορά σε σχέση με αυτό που μας έχουν μάθει.

    Οι Mogwai άνοιξαν το live τους με το κλασικό Heard About You Last Night. Το κομμάτι μας έβαλε κατευθείαν στην εκστατική ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι Mogwai με τo τυπικό built up και το distortion στα πλήκτρα. Crossing the road material, We ‘re not done, Rano Pano και μια ευθεία βουτιά με rock riffs, μαζί με ένα φλογερό ζεστό κόκκινο και λευκό lightshow.. Για να φτάσουμε στο Coolverine όπου το live άρχισε να παίρνει μια διαφορετική τροπή. Μέχρι εκείνη την ώρα, παρόλο τον ενθουσιασμό μας που τους βλέπαμε ξανά, δεν μας είχαν ακόμα συνεπάρει. Όμως, η υπέροχη μελωδία του Hunted By A Freak, μας.. έφτιαξε. Η συνεχής εναλλαγή των οργάνων έκανε δύσκολη τη διάκριση μεταξύ ήχων, και είναι αυτό που στα live των Mogwai σε κάνει να χάνεσαι, να αφήνεσαι..

    Κάθε κομμάτι μας πήγε εκδρομή στον παράδεισο – κάποια κατευθείαν στην κόλαση και πάλι πίσω. Όσο περισσότερο αφήνονταν ελεύθεροι, τόσο μας έκαναν να ανατριχιάζουμε μέχρι τις πατούσες.. Μας έλειψε ένα video wall να ταξιδέψει τη ματιά μας.. Είναι και η μοναδική προσθήκη για να μας τρελάνουν τελείως. Άλλωστε αυτές οι μορφές του μπασίστα Dominic Aitchison με  την γενειάδα αλά ZZ Top και του frontman Stuart Braithwaite που έλεγε “thank you” σε κάθε κομμάτι, δεν χρειάζονται και πολλές.. σάλτσες.

    Κι ενώ η αρχή του Do not Believe The Fife μας ξεγέλασε, με μια βαθιά στιγμή γαλήνης, μας χάρισε μετά την ευφορία που ξεσπάει σε θόρυβο, με θρυμματισμένες κιθάρες και θορυβώδη drums από τον Martin Bulloch. Για να ακολουθήσει το Old poisons και να μας στείλει στον ουρανό και το 2 Rights make 1 wrong να μας κατεβάσει πάλι στην ηρεμία. Εδώ έλειπαν τα υπέροχα ινδιάνικα φωνητικά της ηχογραφημένης version αλλά προστέθηκε ένα ρυθμικό beat που ταίριαξε τέλεια.

    Encore και Remurdered και το συγκαταλέγουμε στα highlights της βραδιάς. Για το τέλος, μας φύλαξαν ένα παλιό φόβο: Mogwai fear Satan! Κι έτσι μας άφησαν με ένα νοσταλγικό σημείωμα, που μας υπενθύμισε γιατί τους κρατάμε στην καρδιά μας για δύο δεκαετίες.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού

    [Best_Wordpress_Gallery id=”93″ gal_title=”Mogwai”]

  • 30 φωτογραφίες από το ξεχωριστό show των Brit Floyd στο Piraeus 117 Academy

    Οι Brit Floyd γιόρτασαν χτες στο Piraeus 117 Academy τα 45 χρόνια από την κυκλοφορία του «Dark Side of the moon» μέσα από ένα οπτικοακουστικό θέαμα τριών ωρών και το puzzlemag βρέθηκε εκεί και σας δίνει μια γεύση από το υπέροχο show που πρόσφερε η κορυφαία tribute μπάντα των Βρετανών χτες βράδυ στην Αθήνα. Σήμερα ανεβαίνουν στο stage του Fix Factory of Sound στη Θεσσαλονίκη, μη το χάσεις!

     

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

  • The Nomads & The Snails στο An Club

    Αγαπημένοι του ελληνικού κοινού και τακτικοί επισκέπτες στη χώρα μας, οι Nomads μας τίμησαν μετά από 6 χρόνια. Γερόλυκοι του garage punk στο γνωστό υπόγειο των Εξαρχείων, στο An Club. Η βραδιά ήταν υποσχόμενη πολλά, έτσι και αλλιώς -από αυτά που μου λένε οι εμπειρότεροι- οι εμφανίσεις τους δεν περνάνε απαρατήρητες, το κάθε άλλο.

    Το ορεκτικό είχε τους δικούς μας Snails. Με μια αξιοσημείωτη καθυστέρηση, οι Snails ανέβηκαν στη σκηνή. Ήταν η τρίτη φορά που τους έβλεπα και μπορώ να πω η καλύτερη. Από την αρχή μπήκαν δυνατά, με κομμάτια από τα 2 άλμπουμ τους Snails και Dr Acid. Κλασικός 60’s garage ήχος, με fuzz, που πότε έγερνε προς το garage punk και πότε στην ψυχεδέλεια. Ξεχώρισα το “She’s Like My Girl” και φυσικά το Graveyard, τη διασκευή-φόρο τιμής στον Fred Cole των Dead Moon. Σε 45 λεπτά που διήρκησε η εμφάνισή τους κατάφεραν να μας βάλουν στο κλίμα και να φέρουν το σκορπισμένο γύρω από τα μπαρ του An κοινό, πιο κοντά στη σκηνή.

    Με ένα πολύ γρήγορο changeover, και αφού οι Nomads στήσανε τα όργανά και τους ενισχυτές τους στη σκηνή, ήρθε το κυρίως πιάτο. Κατευθείαν στο ψητό μπήκαν οι Σουηδοί και με τα γκάζια στο τέρμα με το Can’t Keep A Bad Man Down . Με το κοινό όμως μουδιασμένο κάπως στην αρχή, είχαμε τις πρώτες εκρήξεις στο Don’t Pull My Strings και κάπου στη μέση με το Where the Wolf Βane Blooms, μπήκαμε κι εμείς για τα καλά στο κλίμα.

    Πολύ ωραίες εκτελέσεις από τους Nomads, μια μπάντα η οποία είναι αρκετά εκδηλωτική και με εμφανή αλληλεπίδραση με το κοινό. Τα σόλο του Ostlund έδιναν ακόμα πιο μεγάλη ένταση και ηλεκτρισμό και απογείωναν τα κομμάτια.

    Προς το τέλος του set έγινε και το highlight ίσως της βραδιάς, με κάποιον οπαδό να ανεβαίνει στη σκηνή και να παίρνει το μικρόφωνο του Froberg και να συνοδεύει στα φωνητικά στο Call of your Dogs. Κομβική στιγμή καθώς μπάντα και κοινό ξεσηκώθηκαν, και με τα encore να παίρνουν άλλη τροπή. Τη μπάντα να ζητάει από το κοινό να διαλέξει κομμάτι, να κάνει και μερικά χατίρια ξεφεύγοντας κάπως από το setlist.

    Μπορεί να μη μιλάμε για τη συναυλία της χρονιάς, ούτε για τη δικιά τους καλύτερη στη χώρα μας, όμως η εμπειρία των Nomads βγήκε στο σανίδι, ξεπέρασαν τα όποια προβλήματα στον ήχο υπήρξαν, και κατάφεραν να μας γεμίσουν με αγνό rock ‘n roll και garage, να ξεσηκώσουν ένα δύσκολο όπως φάνηκε κοινό, και να μας στείλουν όλους  σε κάποιο μπαρ μετά από μια χορταστική εμφάνιση.

    Κείμενο : Μιχάλης Κανάκης

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”91″ gal_title=”nomads”]

  • Radio Birdman + The Dark Rags at Fuzz Live Music Club

    Δεν έχουμε τόσο συχνά την ευκαιρία να μας επισκέπτονται τέτοιας τάξης μεγέθους θρύλοι όσο είναι οι Radio Birdman. Συναυλίες γίνονται πολλές πια, κάποιες φορές ίσως και πάρα πολλές, περισσότερες απ’ όσες είναι σε θέση να σηκώσει μια πόλη όπως η Αθήνα, αλλά κάθε πότε έρχονται προς τα εδώ συγκροτήματα που να έχουν χαρακτηρίσει και στιγματίσει την εποχή τους και τη χώρα απ’ όπου προέρχονται όπως οι RadioBirdman. Όχι και πολύ συχνά, θα πρέπει να πούμε. Η μπάντα του Rob Youngerκαι του Deniz Tek επηρέασε όσο ελάχιστες άλλες, όσες τους ακολούθησαν στη μεγάλη του ροκ σκηνή της Αυστραλίας, αν και οι δονήσεις που εξέπεμψαν έφτασαν κι έγιναν αισθητές τόσο στην Αμερική όσο και στη Βρετανία. Υπήρξαν μία από τις καλύτερες ροκ εν ρολ με την αυθεντική έννοια του όρου μπάντες παγκοσμίως, και το γεγονός ότι εξακολουθούν να είναι μαζί – μετά ασφαλώς από μεγάλα χρονικά διαστήματα που τα μέλη τους έκαναν ένα σωρό άλλα πράγματα κάτω από διαφορετικά ονόματα και με διαφορετικές συνθέσεις μελών – είναι πραγματικά ευτύχημα, δεδομένης και της απόδοσης που εξακολουθούν να πιάνουν ακόμη επί σκηνής.

    Πριν ανέβουν εκεί, το κοινό ανέλαβαν να προθερμάνουν οι δικοί μας Dark Rags, ένα ιδιαίτερα αξιόλογο σχήμα που κινείται στα όρια ενός σκοτεινού desert rock με blues και garage στοιχεία. Έπαιξαν δυνατά (κάτι που παρατηρούσες αμέσως μπαίνοντας στην αίθουσα – η ένταση ήταν υψηλή για τα δεδομένα του χώρου- μα όχι ότι δεν ταίριαζε κάτι τέτοιο στα δύο συγκροτήματα που θα παρακολουθούσαμε, κάθε άλλο) κι ανέδειξαν έτσι τα τραγούδια τους που χαρακτηρίζονται από έναν αλήτικο χαρακτήρα και μια σκοτεινή διάθεση που ήταν άμεσα γνώριμη κι αποδεκτή. Παρουσίασαν τραγούδια από τα δύο άλμπουμ που έχουν έως σήμερα ηχογραφήσει αλλά και ορισμένα καινούργια τους από ένα επερχόμενο τρίτο. Με το καλό να μας ορίσει!

    Αν οι Dark Rags αποδείχθηκαν δυναμικοί και γεμάτοι ένταση επάνω στη σκηνή, οι RadioBirdman ήταν καταιγιστικοί, μια δύναμη της φύσης που αδυνατείς να τιθασεύσεις κι απλά στέκεσαι πίσω λίγο επιφυλακτικός και προσπαθείς να προφυλαχτείς από την ασυγκράτητη ορμή του. Ευτυχώς όμως, εκείνο που σε κάνει να χάνεις κάθε αίσθηση αυτοσυντήρησης και πέφτεις με ολόκληρο το σώμα και την ψυχή σου στον αγώνα για απόλαυση αυτού που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια και τ’ αυτιά σου είναι αφενός η ίδια η μουσική του γκρουπ, μια σειρά από κομμάτια που έχουν γράψει πολλά χιλιόμετρα στο πικάπ σου και σε έχουν καθορίσει, αφετέρου η σκηνική τους παρουσία που με το δικό της τρόπο ήταν σαν να σε καλούσε σε γιορτή, κι ήταν πρακτικά αδύνατο να απορρίψεις ή να αγνοήσεις την πρόσκλησή τους αυτή. Με άλλα λόγια, σπάνια βλέπεις μπάντα τόσο δεμένη, τόσο εκρηκτική, τόσο συνειδητοποιημένη γι’ αυτό που έκανε και τα vibes που εξέπεμπε από το πάλκο.

    Αλίμονο, τόσα χρόνια το κάνουν αυτό, και είναι από τους καλύτερους στο είδος τους, όπως προείπαμε. Σιγά μην είχαν πρόβλημα να τινάξουν το μέρος στον αέρα! Το είχαν αποδείξει και πριν από περισσότερο από μία δεκαετία που είχαν ξαναέρθει στα μέρη μας – το 2006 πιο συγκεκριμένα – το απέδειξαν ακόμη καλύτερα τώρα, κι ας είχαν κάμποσα επιπλέον χρόνια στην πλάτη τους. Ο Rob Younger με τον ιδιότυπο χορό του, ο Deniz Tek με την κιθάρα να βγάζει φωτιές στα χέρια του, οι υπόλοιποι τέσσερις του γκρουπ ο ένας καλύτερος από τον άλλον. Μέσα στο ροκ εν ρολ παρανάλωμα, ακόμη και τα πλήκτρα ακούγονταν εκεί ακριβώς που έπρεπε να βρίσκονται, και καθόλου μα καθόλου περιττά μέσα στην σαρωτική κατά τα άλλα επέλαση του κιθαριστικού ήχου. Αφού λοιπόν έχουν καθαρίσει εδώ και χρόνια με την ισορροπία και το αμιγώς απαραίτητο περιεχόμενο της μουσικής τους και της οργανικής του έκφρασης, προχωρούν χωρίς δισταγμό στο παρασύνθημα: Do The Pop, Descent Into The Maelstrom, New Race, Man With Golden Helmet, Zeno Beach και We’ve Come So Far (ToBeHereToday) από τα πιο καινούργια τους, συν τέσσερις διασκευές κάποιες από αυτές  θα μπορούσες να τις πεις μέχρι και έκπληξη:Not To Touch The Earth των Doors, Dominance And Submission των Blue Oyster Cult (αυτό μου το ψιθύρισαν, καλώς ή κακώς δε γνωρίζω το ρεπερτόριο της εν λόγω μπάντας), Shot By Both Sides των Magazineκαι You’re Gonna Miss Me των 13thFloor Elevators με το οποίο και έκλεισαν τη συναυλία με κλασικό τρόπο.

    Ήταν μια εξαιρετική βραδιά που κράτησε μιάμιση ακριβώς ώρα στο σετ των RadioBirdman, φουλ περιεκτική βέβαια σε ένταση και συγκινήσεις. Ακόμη περισσότερο, βλέποντας τον κόσμο που είχε έρθει να τους ασπαστεί, άρρενες στην πλειοψηφία τους και γύρω στην πέμπτη δεκαετία της ζωής τους, για προφανείς λόγους (βάλτε τα κάτω και θα δείτε ότι βγαίνουν τα νούμερα…). Σκέφτηκα μάλιστα ότι το κοινό αυτό θα μπορούσε να ήταν το ίδιο μ’ ένα ανάλογο μιας βραδιάς στο Ρόδον πριν από τριάντα χρόνια. Κοιτάζοντας γύρω μου κάποια από τα πρόσωπα που είχαν έρθει να δουν το λάιβ, αναγνώρισα όντως ανθρώπους που γνώρισα σε εκείνους τους τέσσερις συγκεκριμένους τοίχους, οπότε η ούτως ή άλλως εξαιρετική βραδιά πήρε ακόμη πιο σπουδαίες διαστάσεις στο μυαλό μου από εκείνες που αναπόφευκτα ήδη είχε, και το ίδιο είμαι σίγουρος ότι συνέβη και για πολλούς ακόμη άλλους μέσα στην αίθουσα…

     

    Κείμενο : Μάνος Μπούρας

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”89″ gal_title=”RB”]

     

     

  • Mouse On Mars at St Paul`s Sessions III

    Αυτή θα πρέπει να ήταν η τρίτη φορά που έβλεπα τους Mouse On Mars – δε με βοηθάει καλά η μνήμη μου. Θυμάμαι σίγουρα την πρώτη, που ήταν το Δεκέμβριο του 1997 στο Λονδίνο, στον ιστορικό συναυλιακό χώρο Electric Ballroom στο Camden, σε ένα από κοινού showcase των εταιριών Too Pure και City Slang. Μία ακόμη σ’ ένα Bios Festival κάπου κοντά στη Λαχαναγορά κι άλλη μία κάπου αλλού είμαι σίγουρος, αλλά όχι και τόσο… Τέλος πάντων, το αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι κάθε φορά που θα δεις το Γερμανικό ντουέτο των Mouse On Mars, θα σου παρουσιάσουν κάτι διαφορετικό, όπως σχεδόν πάντοτε διαφορετικοί είναι και οι δίσκοι που ηχογραφούν και κυκλοφορούν. Έτσι και τώρα, στην εμφάνισή τους αυτή, θα βλέπαμε άραγε μια πιστή ακουστική απεικόνιση του πρόσφατου Dimensional People άλμπουμ τους ή κάτι άλλο; Και πώς ακριβώς είχαν σκοπό να το κάνουν αυτό, λαμβάνοντας υπόψη μάλιστα ότι στον υποφαινόμενο τουλάχιστον, ο δίσκος δεν είπε και πάρα πολλά και τους παρουσίασε να έχουν ιδέες μεν, μα να τις υλοποιούν κάπως άτσαλα, θέλοντας να υπηρετήσουν ελαφρώς και τις τρέχουσες χορευτικές τάσεις με κομμάτια που δε συνάδουν με τον περιπετειώδη και πιστά πειραματικό τους χαρακτήρα;

    Τελικά, και για να κάνουμε εξ αρχής spoiler του τελικού συμπεράσματος, δεν άγγιξαν καν το δίσκο τους αυτόν και προτίμησαν να δώσουν ένα ηλεκτρονικό σετ στριφνό και δύσκολα προσιτό στον ακροατή, ακόμη κι εκείνον που είναι προετοιμασμένος για το χειρότερο σαν περιεχόμενο. Με άλλα λόγια, από την αυστηρά μία ώρα που διήρκησε η μουσική, τα 40 πρώτα λεπτά απαρτίζονταν από άτακτους ήχους που δεν είχαν κάποιον ειρμό ή συγκεκριμένη ροή αλλά έψαχναν να βρουν το χώρο τους μέσα σε ένα σύμπαν από βόμβους, συχνότητες, τυχαίους ήχους που έπεσαν στο μεγάλο μίξερ του sampler τους και έδωσαν κάτι που δεν ήταν απαραίτητα και ουσιαστικό. Η απουσία ενός στοιχειώδους ρυθμού ή πολύ περισσότερο μιας οποιασδήποτε μελωδίας δεν είναι κακή σώνει και καλά, όπως είναι εδώ και χρόνια γνωστό, κάπου όμως μετά από τόση ώρα αναρωτιέσαι που βγάζει μια τέτοιας έκτασης αέναη και κάποτε άσκοπη περιπλάνηση σε ορίζοντες που δε δείχνουν να έχουν ένα τέλος, ότι κάποια στεριά θα φανεί αργά ή γρήγορα.

    Τέτοιου είδους πειραματισμοί είναι ασφαλώς συχνά αρκετά γόνιμοι, από την άλλη βέβαια δεν βρίσκονταν πολύ μακριά από τα πειράματα που έκαναν με τις μαγνητοταινίες τους από τις αρχές κιόλας του 20ου αιώνα πρωτοπόροι της ηλεκτρονικής μουσικής όπως ο Pierre Schaeffer ή ο Luc Ferrari. Καθόλου τυχαία ίσως, είχαν διαλέξει η προβολή που παιζόταν πίσω τους – και την οποία συχνά πυκνά γυρνούσαν και παρακολουθούσαν, λες και την έβλεπαν κι εκείνοι για πρώτη φορά μαζί μας, αν και όσοι καθόμαστε στη δεξιά πτέρυγα καθισμάτων της εκκλησίας δε βλέπαμε παρά ελάχιστα – να προέρχεται από εκείνη πάνω κάτω την περίοδο. Όχι ότι δεν ήταν απόλυτα ταυτόσημη με την εποχή μας η συρραφή ήχων που επιχείρησαν εκεί μπροστά μας -η ποιότητα της ηχογράφησης και το δέσιμο μεταξύ τους το πιστοποιούσε- απλά ήταν αδύνατον να μην σκεφτείς ότι όπως και στο χώρο της ροκ μουσικής, τα περισσότερα πράγματα έχουν ήδη ειπωθεί και το μεγάλο στοίχημα πια είναι αν θα καταφέρεις να βάλεις το ακροατήριο στη διάθεση να δεχτεί (και να αντέξει) τους ιδιότροπους ηχητικούς ακροβατισμούς που έχεις κατά νου. Συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις – και εκδηλώσεις – ο κόσμος που παρακολουθεί είναι αρκούντως ψιλιασμένος, αν και δεν έλειψαν κάποιες αποχωρήσεις αρκετή ώρα πριν το τέλος της συναυλίας. Ακόμη δηλαδή και για τα μέτρα των Mouse On Mars, το εν λόγω σετ ήταν έως και ακραίο…

    Μόνο μετά από τρία περίπου τέταρτα εισχώρησαν στην εικόνα κάποια beats, κάπου αργότερα και ψήγματα από κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί έως και “σύνθεση” και τα πράγματα έγιναν λίγο πιο στρωτά, προσιτά και, γιατί να το κρύψουμε άλλωστε, καλύτερα. Ήταν λίγο αργά βέβαια να σωθεί η παρτίδα. Μας είχαν ήδη κάψει τον εγκέφαλο και δε βλέπαμε την ώρα να λυτρωθούμε με κάτι, δεν ξέρω κι εγώ τι θα μπορούσε να είναι αυτό. Πάντως τόση ώρα, τόση αλλοπρόσαλλη ηχητική πληροφορία ήταν υπερβολική για μια συνηθισμένη Δευτέρα βράδυ, κι ενώ είμαι σίγουρος ότι πολλοί μέσα στην αίθουσα έφυγαν ικανοποιημένοι απ’ όσα μας έπαιξαν οι Jan St Werner και Andi Toma, προσωπικά ένοιωσα κουρασμένος και δεν έβλεπα την ώρα να επιστρέψω σπίτι. Αλλά δεν παραπονιέμαι: ήταν τελικά μια συναυλία των Mouse On Mars, που ποτέ δεν ξέρεις τι θα παρουσιάσουν, κι αυτή τη φορά κάπου δεν τα βρήκαμε. Δε σημαίνει αυτό ότι δεν θα επιδιώξω να τους ξαναδώ την επόμενη φορά που θα μου δοθεί η ευκαιρία να τους δω, γιατί ήταν, είναι και θα είναι πάντοτε ενδιαφέροντες.

     

    Κείμενο : Μάνος Μπούρας   

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”87″ gal_title=”mom”]

  • God Is An Astronaut + Head On στο Fuzz Live Music Club

    Ίσως ήταν η συναυλία που έχω δει περισσότερο γεμάτο το Fuzz Live Music Club. Ακόμη κι αν δεν ήταν, για όσους γνωρίζουν τα πραγματικά νούμερα ή έχουν καλύτερη μνήμη από τη δική μου, σίγουρα ήταν έκπληξη να αντικρίζεις έτσι κατάμεστο έναν τόσο μεγάλο χώρο, σε σχέση πάντα με το όνομα που φιλοξενούσε επάνω στη σκηνή του. Γιατί εντάξει, μπορεί οι Ιρλανδοί God Is An Astronaut να μην είναι πλέον και τόσο μικρό όνομα, αλλά δεν είναι και πολύ μεγάλο. Τα μεγέθη είναι πάντα σχετικά ως γνωστό, κι ας μην σταθούμε εκεί για πολύ. Γεγονός πάντως είναι ότι μέσα στα χρόνια, δείχνουν να έχουν χτίσει σχέσεις εμπιστοσύνης με τους οπαδούς τους, οι οποίοι τους τιμούν ανελλιπώς σε κάθε νέα τους επίσκεψη. Για έκτη λοιπόν φορά αισίως στην Αθήνα, μα μόλις δεύτερη που τους βλέπω εγώ, μετά από εκείνη την παρθενική και για τους δυο μας στο Αν Club πίσω στο μακρινό 2008. Από τότε, έχουν χαράξει μια εντυπωσιακή πορεία μέσα από εννέα άλμπουμ σε 16 χρόνια παρουσίας, κρατώντας ψηλά την ταλαιπωρημένη σημαία του post rock μα επεκτείνοντας τον ήχο τους περαιτέρω σε παρεμφερή, αδελφά ηχητικά πεδία.

    Που βρίσκονται επομένως σήμερα τα δίδυμα αδέλφια Niels και Torsten Kinsella; Ήταν μιας πρώτης τάξης ευκαιρία να το διαπιστώσουμε αυτή η φορά, τώρα που πολλά δεδομένα έχουν αλλάξει στο μουσικό χάρτη και το είδος που πραγματεύονται κατά κύριο λόγο έχει κάνει τον κύκλο του προ πολλού. Πριν από αυτό όμως, είχαμε να δούμε το εγχώριο σχήμα που θα άνοιγε τη συναυλία. Το συγκρότημα ήταν οι Head On, μια παρέα νεαρών μουσικών που προ μηνών κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του άλμπουμ. Την υψηλή ενεργητικότητα της μουσικής τους θέλησαν να εκφράσουν και με την σκηνική τους παρουσία, μόνο που η μπάντα που θα ακολουθούσε εξέλαβε την ενεργητικότητα αυτή σαν απειλή για τον εξοπλισμό τους, και με βίαιο κι απαράδεκτο τρόπο έκοψε μετά από τρία και κάτι κομμάτια το σετ τους αρπάζοντας το μικρόφωνο από τον τραγουδιστή τους Χρήστο κι ανακοινώνοντας το τέλος της εμφάνισής τους. Δε θυμάμαι να έχω ξαναδεί να γίνεται κάτι ανάλογο ποτέ στις πάνω από τρεις δεκαετίες που πηγαίνω σε συναυλίες, κι ασφαλώς είναι κατάπτυστος ο τρόπος που βρήκε το μέλος των God Is An Astronaut να εκφράσει την ανησυχία του για τον εξοπλισμό του γκρουπ του. Το πόσο αυτός κινδύνευε είναι συζητήσιμο, αλλά ακόμη κι αν ίσχυε κάτι τέτοιο, ενημερώνεις τους διοργανωτές και αποφασίζουν εκείνοι για το τι μέλλει γενέσθαι. Βγήκε μετά και ζητούσε συγγνώμη και κάτι τέτοια κάλπικα, αλλά προσωπικά χαλάστηκα πολύ. Έδειξαν έναν κακώς εννοούμενο επαγγελματισμό, που δεν ανέχεται να τον πλησιάζουν άλλοι με μεγαλύτερο ενθουσιασμό γι’ αυτό που κάνουν…

    Μέσα σε μία αρχικά μουδιασμένη ατμόσφαιρα, που όμως γρήγορα ένοιωσα να ξεχάστηκε αυτό που μόλις είχε συμβεί, μιας που η υποδοχή ήταν συνολικά θερμή στο συγκρότημα, οι GIAA ανέβηκαν στη σκηνή κι επιδόθηκαν αμέσως σ’ αυτό που ξέρουν να κάνουν πολύ καλά: να χτίζουν υποβλητικά ατμοσφαιρικά ταπέτα, που βασίζονται σε απλοϊκές συνθετικές ιδέες αλλά κερδίζουν πόντους και διαμορφώνουν τον τελικό ηχητικό χαρακτήρα τους με τη δυναμική που αναπτύσσεται ανάμεσα στα όργανα κατά την ενορχηστρωτική τους ενσάρκωση. Δεν κάνουν τίποτα λιγότερο ή περισσότερο δηλαδή από αυτό που αποτέλεσε ουσιαστικά τον καταστατικό χάρτη του είδους που ξέρουμε σαν post rock, ενός είδους που αγαπήθηκε όσο λίγα εδώ στη χώρα μας, κι απόδειξη η προσέλευση ακριβώς στη συναυλία για την οποία μιλάμε εδώ. Το post rock έκανε γρήγορα τον κύκλο του, εξίσου γρήγορα διαπιστώσαμε ότι δεν είχε άλλα να μας δώσει, ότι ξέμεινε από καύσιμα κι από ιδέες, ότι το quietloudquiet (όπως είχαν πει σε ανύποπτη φάση και οι Pixies) μπορείς να το παίξεις σαν έξυπνο χαρτί μια χούφτα φορές, γιατί μετά το περιμένουν όλοι και παύει να είναι έκπληξη. Επίσης, το είδος καθόρισαν τρεις άφταστες όπως αποδείχθηκε μπάντες (Godspeed, Sigur Ros, Mogwai), οπότε σχεδόν οτιδήποτε τους ακολούθησε στάθηκε καταδικασμένο να ακούγεται ως μιμητής τους, κι από αυτή την άποψη δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι και οι GIAA είναι ένας φτωχός συγγενής των ανωτέρω.

    Δεν είμαστε εδώ για να αρνηθούμε ότι η συναυλία τους είχε τις καλές στιγμές της. Κι αγαπημένα του ακροατηρίου κομμάτια έπαιξαν, και ασφαλώς κάποια καινούργια από το νέο τους άλμπουμ Epitaph (η βινυλιακή κόπια του οποίου, όπως κι όλων των υπόλοιπών τους που πουλούσαν στον πάγκο του merch είχε τιμή 30 ευρώ, ενώ δε μεσολαβούσε κανένα δισκοπωλείο / έμπορος / μεσάζοντας), κι όταν ανέβαζαν τα γκάζια κι έμπαιναν χωρίς φόβο και πάθος στα χωράφια του μέταλ (όχι πολύ συχνά, μια ή δύο φορές συνέβη αυτό), τότε αναπόφευκτα τα κεφάλια κουνιούνταν με περισσότερο νεύρο στον αέρα. Σε γενικές γραμμές πάντως, το φόρτε τους ήταν οι μεγάλες, επικές κιθαριστικές συγχορδίες που έδεναν με το βαρύ, επιβλητικό μπάσο, όπως και τα έντεχνα παιγμένα ντραμς. Η επιδεξιότητα των τεσσάρων είναι αδιαμφισβήτητη, κάποτε μου έφερναν στο μυαλό τις αυτοσχεδιαστικές αναπτύξεις που αγαπά να εντάσσει στη μουσική του ο Steven Wilson. Με τη διαφορά ότι, ο τελευταίος έχει τις περισσότερες φορές σαν αφετηρία του τα τραγούδια, ενώ προσωπικά στην περίπτωση των God… δυσκολευόμουν να αναγνωρίσω κάποια τέτοια, πολύ περισσότερο μιας αξιόλογης συνομοταξίας.

    Στη μιάμιση – με ακρίβεια δευτερολέπτου – ώρα που έπαιξαν, λοιπόν, οι Ιρλανδοί, έμεινα με την εντύπωση ότι όλα γίνονται σε μία προσπάθεια εντυπωσιασμού του κόσμου που τους ακούει, κι εννοείται ότι ήξεραν πολύ καλά ότι μπροστά τους είχαν ανθρώπους που ήταν έτοιμοι να δεχτούν το φανταιζί μουσικό τους κήρυγμα. Οι πολύχρωμοι προβολείς σχεδίαζαν ένα sci-fi ντεκόρ ομολογουμένως εντυπωσιακό, το φόντο με τα fake αστέρια θα ταίριαζε και σε πίστα νυχτερινού κέντρου, οπότε το σημειώνω ως φάουλ προσωπικά, κι εν κατακλείδι, θεωρώ ότι αν δεν ήσουν φαν του συγκροτήματος δύσκολα μπορούσαν να σε κερδίσουν με την παρουσία τους εκείνο το βράδυ (δε λέω να βάλεις στο λογαριασμό κι αυτό που είχε συμβεί νωρίτερα). Ο κόσμος πάντως βγήκε φανερά ευχαριστημένος μ’ εκείνο που είδε και άκουσε, κι αυτό επειδή το κουαρτέτο που μόλις βίωσε ζωντανά μπροστά του είχε σταθεί άψογο και δεν τους είχε απογοητεύσει στο ελάχιστο.

     

    Κείμενο : Μάνος Μπούρας

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”85″ gal_title=”god”]