Κατηγορία: MUSIC

  • Αγγελάκας – Παυλίδης &… Παυλίδης – Αγγελάκας!

    Αν το Σεπτέμβρη γέμισαν την Τεχνόπολη, το Σάββατο μάζεψαν το διπλάσιο κόσμο –καμιά 12αριά χιλιάδες- κι έπνιξαν την Πλατεία Νερού στις αναμνήσεις. Οι εναπομείνoυσες νότες που ακόμα αντηχούν τη γενιά των τωρινών 30άρηδων-50άρηδων, τα Ξύλινα Σπαθιά και οι Τρύπες που εξελίσσονται against all odds, ο Παύλος και ο Γιάννης που παραμένουν λατρεμένοι, γέμισαν το stage χαρίζοντάς μας 4 ώρες μουσικής αγαπημένης.

    Η απορία του τι θα παίξουν, αν δηλαδή θα πάει ο Αγγελάκας προς τον Παυλίδη ή το αντίστροφο, λύθηκε από τις πρώτες τους κοινές στιγμές επί σκηνής: δεν έχει και πολύ σημασία. Ένας ταξιδιάρης ονειροπόλος κι ένας δυναμικός αιρετικός τραγούδησαν μαζί, στίχους που μιλάνε χρόνια στην «ψιλή μαρίδα» που βράζει το αίμα της. Έπαιξαν μουσική που σε προετοιμάζει «για νέα ήττες, για νέες συντριβές», και «χωράει πυρκαγιές σε σπιρτόκουτα». Γι αυτό το live ήταν κατάμεστο, με φωτοβολίδες, αγκαλιές και πολύ χορό, με χαμόγελα, με παλιές αγάπες και καινούριες αρχές.

    Ο Παυλίδης πιο ήπιων τόνων, έμοιαζε να μας κάνει διάλειμμα για να πάμε να πάρουμε μπύρες ή να κλέψουμε κάνα ιδρωμένο φιλί, ενώ ο Αγγελάκας πολύ πιο δυναμικός, γέμιζε με ένα νεύμα όλο το stage, έδινε έναν παλμό αξέχαστο. Ήταν πολύ πιο προετοιμασμένοι από την περσινή τους κοινή εμφάνιση, με αδιαμφισβήτητα περισσότερες πρόβες και , φυσικά, τη «Νέα Βαρβαρότητα» όπου οι εικόνες του Παύλου και η αιχμηρότητα του Γιάννη συντάχθηκαν με τον πιο πετυχημένο τρόπο.

    Όταν υπάρχει το παλιό και να αναβιώνει με τέτοιες συμπράξεις αγάπης, αλληλεγγύης και έρωτα για τη μουσική και το μοίρασμά της, δίνει σκυτάλη στους επόμενους. Ξέρεις, έτσι ακομπλεξάριστα. Γι αυτό και τελείως αναπάντεχα, τη συναυλία άνοιξαν οι Lip Forencics, που δεν προλάβαμε να απολαύσουμε στο Release λόγω τεχνικού προβλήματος της Viva. Κι έτσι – αφού πρώτα κάνουμε μια νοερή υπόκλιση σε κάτι τέτοιες παραγωγές- να σας πούμε ότι τα παιδιά τα έδωσαν όλα και αντιληφθήκαμε μιαν υπόσχεση για πολλά ακόμα τέτοια live τους. Όταν βλέπεις φανατικό (ελληνο)ροκά να γουστάρει με electronica, που του ‘σκασε από το πουθενά, καταλαβαίνεις ότι παίζει κάτι πολύ καλό.

    Και εις άλλα με υγεία!

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”57″ gal_title=”paulidis aggelakas”]

  • Release Athens Festival, Day 2: Kalokaireggae και ονειρευτήκαμε διακοπές!

    Οι πρώτες απογευματινές ώρες μας βρήκαν στην πιο hot πλατεία της πόλης να ακούμε Magenta Flaws. Ένα ακόμα εγχώριο προϊόν που παίρνει τις καλύτερες κριτικές από τότε που βγήκε το ντεμπούτο τους Corridor. Ατμοσφαιρικοί και ηλεκτρονικοί, μια smooth νότα “ψαγμενιάς” στην Αθήνα που περίμενε εναγωνίως reggae, dub και electronica. Το πρόγραμμα συνέχισε η Angelika Dusk, – όχι η σκέτη Dusk με το What are the chances- η οποία με εξαιρετικούς μουσικούς αλλά επιτηδευμένο στυλάκι κάπως μας κούρασε και πιάσαμε θέση πίσω που φυσούσε. Κι εκεί ανάμεσα σε ήλιο, λίγο αεράκι και αρκετή μπύρα ακούσαμε τις πρώτες νότες από τους Ρουμάνους Golan και μια πλάκα την πάθαμε, η αλήθεια είναι. Ηλεκτρονικοί με house elements, πολύ σωστά και δυνατά beats, ωραίο flow στο setlist τους, γενικώς εξαιρετικοί. Μας σήκωσαν από τη σιέστα και μας οδήγησαν κοντά στο stage για να τους ακούσουμε εκεί μπροστά στα ηχεία. Έκπληξη η εμφάνισή τους!

    Και ύστερα, ήρθαν οι μέλισσες..!

    Οι UB40 ήταν μεγάλο συναυλιακό απωθημένο για πολλούς άνω των 45, και είναι γεγονός: ήρθαν στην Αθήνα χθες το βράδυ. Και τους ακούσαμε και τους απολαύσαμε και τους γουστάρουμε γιατί θα μπορούσαν να παίζουν reggae μέχρι να σκάσει το στομάχι μας. Για όσους περίμεναν Red red wine, Falling in love with you και  Kingston town, πήραν αυτό που ήθελαν και άραξαν περιμένοντας Thievery. Για όσους, πάλι, κύλησε ένα δάκρυ όταν ο Ali Campbell ανέβηκε στο stage σαν ζαχαρωμένη τσάρλεστον καραμελίτσα -να τα λέμε κι αυτά- αλλά με την ίδια οικεία φωνή του, to live των UB40 ήταν το κάτι άλλο. Και κάπως έτσι πέρασε περίπου μιάμιση ώρα σε ρυθμούς καλοκαιριού με αγκαλίτσες και ρυθμικά βήματα μπροστά σε μια μπάντα που άφησε ιστορία και σαπόρταρε μια άλλη μπάντα εξίσου σημαντική για τους δεινούς ωτακουστές καλής μουσικής, τους…..Thievery Corporation.

    Κοίτα να δεις τώρα τι γίνεται. Ναι έχουν έρθει πολλές φορές, ναι έρχονται 3 χρόνια σερί, ναι, αν τους βλέπεις πρώτη φορά, περιμένεις να παίξουν περισσότερο τις επιτυχίες τους και λιγότερο τα καινούρια τους, ναι ήταν πολύ εύστοχο -και βγαλμένο από καρδιάς βεβαίως- το χθεσινοβραδινό “you are our family!” του Garza. Αλλά πες μου, ποια άλλη μουσική κολλεκτίβα, άκρως πολιτικοποιημένη με ξεκάθαρα αντισυστημική στάση, ανθίζει σήμερα; Ποιοι άλλοι ενώνουν τα αμερικάνικα έθνη, την κουλτούρα και τις μουσικάρες τους, φτιάχνοντας albums που δε χορταίνεις ν΄ακούς; Κανένας άλλος. Χθες χορέψαμε ξανά στους ρυθμούς τους και μοιραστήκαμε τη μαγεία που οι ίδιοι χαρίζουν απλόχερα, κάθε φορά. Warning shots, The Heart ’s a lonely Hunter, Amerimaka, Lebanese blonde, Sweet tides, La femme parallel, Letter to the Editor, Fight to survive, αρκετά από το νέο τους album, και εν τέλει ένα δίωρο που μας άφησε να περιμένουμε κι άλλο. Το clue της βραδιάς, ο φοβερός και τρομερός ξυπόλυτος μπασίστας τους που δεν σταματάς να θαυμάζεις για το βιρτουόζικο παίξιμό του και για την αστείρευτη ενέργειά του! Μας λείπει ο Eric Hilton, που αφιερώνεται πλέον στα μαγαζιά του στην άλλη μεριά του πλανήτη. Ευχόμαστε την επόμενη φορά να έρθει ξανά. Έτσι κι αλλιώς είναι ο Νο1 Dj των Thievery, μην ξεχνιόμαστε.

    Σήμερα, ξαναπάμε Φάληρο για Αγγελάκα- Παυλίδη, και κάνουμε υπομονή περιμένοντας για τη συνέχεια της καλύτερης συναυλιακής διοργάνωσης στην Αθήνα, του Release Athens, μέχρι τις 17 Ιουνίου!

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

    [Best_Wordpress_Gallery id=”55″ gal_title=”release day ii”]

  • Release Athens Festival, Day 1:Ο Ριχάρδος και η αυλή του!

    Θυμάσαι την εποχή που άκουγες britbop και η 90ίλα ξεχείλιζε από τα μπατζάκια σου; Θυμάσαι τους Blur, τους Oasis, τους Verve, τους Suede να μεσουρανούν στον μουσικό κόσμο σαν να μην υπήρξε ποτέ άλλη μουσική; Αν όχι, τότε χθες έπρεπε να ΄χες έρθει στο Release Athens, γιατί έχασες.

    Ο Richard Ashcroft είναι από τα «καμμένα» αστέρια μιας γενιάς που έβαλε φωτιά στα 60s για να αναγεννη θεί από τις στάχτες τους κάτι τόσο καινούριο που επηρέασε τους υπόλοιπους μουσικούς, θέλοντας και μη. Ένα αστέρι που χάρισε τη φωνή του σε tracks που θυμίζουν βράδια με ντρόγκια και όνειρα. Την πρώτη μέρα του φετινoύ Release Athens, έσωσε το show, against all odds! Τραγούδησε –φυσικά- Sonnet, Velvet Morning, Space and Time, Lucky Man, The drugs don’t work από Verve και άναψε τα φώτα της νιότης για 4.000 θεατές που άκουσαν το  Happiness/ More or less/ It’s just a change in me /Something in my liberty..!

    Από τα solo του, A song for lovers, Break the night with color, Music is Power, Science of silence. Και μας αποχαιρέτησε με το Bitter Sweet Symphony, που άφησε εποχή, χωρίς καν να έχουν να λαμβάνουν από τα κέρδη του ούτε ο ίδιος, ούτε και κανείς άλλος από τους Verve. Ήταν, όμως, συναυλιακή στιγμή πολύτιμη και ανεκτίμητη, μιας και δν ξέρουμε αν θα τον ξαναδούμε στα μέρη μας, μιας και ευχαριστούμε τους  London Grammar που δεν ήρθαν και υλοποιήθηκε ένας διακαής μας πόθος, να δούμε live τον Richard Ashcroft!

    Aμέσως πριν, είδαμε τον Rag ‘n’ Bone Man. Και με κάτι τέτοιες εμφανίσεις καταλαβαίνεις τι πάει λάθος στη μουσική βιομηχανία. Ο τύπος έχει εξαιρετική φωνή και εξαιρετικές ενορχηστρώσεις. Παρόλ’ αυτά δεν είναι ο Νίνο ούτε η Καλομοίρα, και θα του ταίριαζε σίγουρα να τον δούμε σε άλλου είδους διοργάνωση. Με κοινό που εκτιμάει τη δημιουργία και όχι τα εκάστοτε hit-άκια. Δεν είναι showman ο άνθρωπος, παρόλα τα εκκεντρικά tattoo του και το στυλ του. Είναι ερμηνευτής για άλλους χώρους, που μπορείς να τον ακούσεις χαλαρός, με ποτάκι και τζάκι. Όσο για χθες, έκανε μια ωραία διασκευή στο ξακουστό του Human, αλλάζοντας κάπως την τονικότητα και βάζοντας και λίγες ρίμες – που λατρεύει το ελληνικό κοινό- δείχνοντας αν μην τι άλλο τις ικανότητές του.

     

    Τελειώνοντας την αναδρομή στο χθεσινό βράδυ, να πούμε, ότι το φεστιβάλ άνοιξαν Lip Forensics νωρίς το απόγευμα, και λόγω κάποιας τεχνικής βλάβης στον έλεγχο εισιτηρίων της Viva, καταφέραμε να μπούμε ελάχιστα λεπτά πριν τελειώσουν. Ηλεκτρονικά κόψε- ράψε υπό την εποπτεία του Σεραφείμ Τσοτσώνη ((!) και ταξιδιάρικα φωνητικά που ήδη παίζουν στα ερτζιανά.. Οπότε ακούστε το electronica Cheiloscopy EP και ελάτε να τους ακούσουμε σε δικό τους live που σίγουρα θα γίνει πολύ σύντομα. Λίγο μετά οι Sworr, τους τρεις πιτσιρικάδες που ξεπούλησαν το ντεμπούτο τους στο bandcamp τους μέσα σε ένα μήνα! Minimal ηλεκτρονική ατμόσφαιρα που θυμίζει σε σημεία τους παλιούς XX. Περιμένουμε να δούμε πολλά ακόμα από αυτούς. Με την Kid Moxie  να εμφανίζεται πριν τον Rag ‘n’ Bone Man η φάση χαλάρωσε πολύ. Έγινε μια σχετική κοιλιά στο πρόγραμμα μιας και τα παιδιά είχαν εξαιρετικό ήχο αλλά ίσως ήταν λιγότερο βαρετά τα πράγματα αν δεν μας έκαιγε το λιοπύρι.

    Σήμερα, ετοιμαζόμαστε για Thievery Corporation και UB40! Βάλτε μαγιό και παρεό, θα χρειαστεί!

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

    [Best_Wordpress_Gallery id=”53″ gal_title=”release day 1″]

  • Dub Techno; Τι είναι αυτό;

    Dub Techno; Τι είναι αυτό; Οι Porter Ricks! Δεν θα μπορούσαν να «κλείσουν» καλύτερα τα St Paul ΄s sessions, που φέτος ήταν η έκπληξη της χρονιάς για τους… ψαγμένους!

    Τα τυπάκια από Βερολίνο, που το 1996 έβγαλαν το Biokinetics κι έβαλαν θεμέλια της dub techno, 21 χρόνια μετά έφτιαξαν το Anguilla Electrica συνεχίζοντας να ενθουσιάζουν τους fans τους. Και επιτέλους ήρθαν και στην Αθήνα.

    Μπορείς να ακούσεις dub techno στην Αγγλικανική; Δεν ξέρω, αρχίζω να πιστεύω ότι μπορείς να ακούσεις τα πάντα εκεί μέσα! Κάτι η ακουστική του ψιλοτάβανου, κάτι η αίσθηση του θρησκευτικού στοιχείου σε βάζει σε ρόλο. Αν κάπως έφευγαν και τα στασίδια, νομίζω το live εκεί θα ΄ταν σα μυστικιστική τελετή.

    Porter Ricks, λοιπόν, Andy Mellwig και Thomas Köner, πανύψηλοι, σκυφτοί μπροστά στα decks τους, πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, σχεδόν εφαπτόμενοι πολλές φορές, στο –απαραίτητο- ημίφως του Αγ. Παύλου. Υπόγεια μπάσα σαν βουητά, και ατελείωτα εναλλασσόμενα patterns deep techno. Εννοείται ότι δεν σταμάτησαν ενδιάμεσα στα κομμάτια και φάνηκε όλη η performance σαν μια εξιστόρηση με αρχή, μέση και τέλος.

    Αν και αυτά τα σκοτεινά μονοπάτια είναι συνήθως συνυφασμένα με drugs, έχω να πω ότι αν αφηνόσουν, καθιστός ή όρθιος, έμπαινες στον κόσμο των Porter Ricks με ευκολία, για να ακολουθήσεις  τις υπόκωφες μπασογραμμές τους χωρίς αντιστάσεις. Φαίνεται σαν να αγαπούν τρελά την techno και τελικά όταν αγαπάς κάτι τρελά θες και να το κρατήσεις ίδιο και να το αλλάξεις. Αυτό μάλλον προσπαθούν και οι αγαπημένοι Γερμανοί και αποτελούν εθισμό για πολλούς. Και ναι, το στοίχημα κερδήθηκε · ταίριαξαν στην Αγγλικανική Εκκλησία φτιάχνοντας σκηνικό υπόγειου club αλά Βερολίνο. Viva St Paul Sessions!

    Τη βραδιά άνοιξε ο Serafim Kotsonis με τις δικές του πειραματικές μελωδίες τις βγαλμένες από ταινίες. Με αρκετές παύσεις και εναλλαγές οι οποίες δεν ενθουσίασαν το κοινό. Αν, βέβαια, έπαιζε το τελευταίο κομμάτι που μας χάρισε στο encore του, θα ήμασταν κάτι παραπάνω από ευχαριστημένοι.

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

  • The Last drive @ Fuzz Live Music Club : Παίξανε σαν την πιο καλοκουρδισμένη μηχανή

    Χρειάστηκαν να περάσουν 2 μέρες για να συνέλθω και να μπορέσω να μαζέψω τις σκέψεις μου σχετικά με αυτό που συνέβη το Σάββατο το βράδυ στο Fuzz. Είναι κάτι που το ξέρεις ότι θα συμβεί με τους Last Drive, αλλά κάθε φορά εκπλήσσομαι με το μέγεθος της «ζημιάς». Ας πάρουμε τα πράγματα όμως από την αρχή..

    Στις 21.45, τυπικότατοι με την ώρα έναρξης, ανέβηκαν στη σκηνή οι The Karamazov Project. Ήταν η πρώτη μου επαφή με τους ήχους της μπάντας. Άκουγα συχνά πολύ καλά λόγια αλλά δεν τους είχα δώσει την απαραίτητη προσοχή. Πράγμα που θα κάνω άμεσα μιας και η εικόνα που μου άφησαν το Σάββατο ήταν πολύ καλή. Δεμένη μπάντα, με ήχους σκοτεινής Americana που θυμίζει σε μερικά σημεία 16Horsepower και Wovenhand μπλεγμένη με τα blues και το rock n roll, έτσι ώστε σε μερικά άλλα σημεία να μου φέρνουν στο νου τους Gun Club. Στα 35 λεπτά περίπου που κράτησε η εμφάνισή τους παρουσιάσανε κομμάτια από το πρώτο τους άλμπουμ “Out of the Woodwork”, και νομίζω πως πέτυχαν την προσοχή αρκετού κόσμου, που σιγά σιγά γέμιζε το Fuzz.

    Η ώρα για τα τιμώμενα πρόσωπα της βραδιάς είχε ήδη φτάσει. Οι Last Drive, έχουν νέα κυκλοφορία μετά το 2012 (News from Nowhere) και νέο ολοκληρωμένο δίσκο από το Heavy Liquid το 2009. Αυτό από μόνο του δημιουργεί μια αγωνία και προσμονή για το πως μπορεί να ακούγονται αυτά τα κομμάτια παιγμένα ζωντανά.

    Το ξεκίνημα με μια αναδρομή στην ιστορία των Drive με 4 κομμάτια από 4 διαφορετικά άλμπουμ , Overloaded, A Glass of Broken Dreams, Blood from a Stone, Devil May Care, για να καταλήξουν στα πρώτα νέα κομμάτια, τα The Wave και Radio. Σα να θέλανε να μας θυμίσουν πως αυτή η διαδρομή έφτασε στο σήμερα.

    Η διαφορετική μουσική προσέγγιση που νομίζεις ότι έχει το ομώνυμο άλμπουμ των Last Drive όταν το ακούς από το βινύλιο, στο live φαίνεται σαν μια φυσική συνέχεια και εξέλιξη του ήχου της μπάντας. Έτσι και αλλιώς ποτέ δεν ζόρισαν κάτι προς τα έξω, παίζανε πάντα αυτό που τους έβγαινε ελεύθερα και χωρίς κρατήματα και όρια. Δεν μπορώ να φανταστώ πως μια μπάντα που μας έχει χαρίσει κομμάτι σαν το Black Limo, να το παίζει στα ακουστικά της σετ και μια μπάντα που έχει γράψει το Bad Roads με όλα αυτά τα γκάζια, τη βρωμιά και τη «βαβούρα», να έχει στην τελευταία της κυκλοφορία 2 instrumental ψυχεδελικά κομμάτια. Η δημιουργικότητα και η φαντασία τους είναι αυτό που τους κάνει ξεχωριστούς.

    Ίσως να είναι αυτό που τους κρατάει και τόσο φρέσκους και επίκαιρους.

    Το κομμάτι που ξεχωρίζει κατά την άποψή μου είναι το Angel, ένα κομμάτι με τρία μέρη που βγάζει σκοτεινιά, ένταση αλλά και αισιοδοξία ταυτόχρονα. Και όταν λέμε ξεχωρίζει εννοούμε πέρα από τα Snakecharmer, White Knuckles και Always the Sun που τα ξέρουμε από τις εμφανίσεις του συγκροτήματος τα προηγούμενα χρόνια.

    Η εμφάνιση των Drive δεν έκανε ποτέ «κοιλιά» παρ’όλο που ακούστηκαν τα νέα κομμάτια που δεν ήταν τόσο «χωνεμένα» από το κοινό. Το setlist φάνηκε να είναι μελετημένο. Μιλάμε για μια μεστή εμφάνιση η οποία όσο περνούσε η ώρα και φτάσαμε στα γνωστά Baby It’s Real, I Love Cindy, Final Kick αλλά και Bad Roads παρέα με το Gone Gone Gone, έγινε εκρηκτική!

    Οι Last Drive σε αυτό το βράδυ αποδείξανε γιατί είναι τόσο μεγάλο συγκρότημα και αξίζουν τον σεβασμό όλων. Παίξανε σαν την πιο καλοκουρδισμένη μηχανή, ήταν δυναμικοί και βγήκε ξεκάθαρα το πόσο δουλεύουνε και προχωράνε. Πρέπει να αποτελούν πρότυπο για τις νέες μπάντες ακόμα και για το ήθος τους, αφού δεν ξεχνάνε ποτέ τον κόσμο τους, το Drive Tribe που τους συντροφεύει σε αυτό το ταξίδι.

    Πιθανότατα θα μιλάμε για μία από τις καλύτερες και πιο γεμάτες εμφανίσεις των Last Drive, γιορτάζοντας με τον καλύτερο τρόπο τη νέα τους κυκλοφορία, στην πόλη που ξεκινήσανε 35 χρόνια πριν..

    Μέχρι την επόμενη φορά, Last Drive σας ευχαριστούμε για τις στιγμές…

     

    Κείμενο : Μιχάλης Κανάκης

    Ευχαριστούμε τον Γιάννη Νέγρη και το i-jukebox.gr  για την παραχώρηση των φωτογραφιών.   

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”51″ gal_title=”last dr”]

  • Welcome to Tijuana, Murcof, Murcof and Murcof

     

    Μια εικόνα χίλιες λέξεις. Έτσι λένε. Γι αυτό αν δείτε τις φωτογραφίες από το συγκεκριμένο live, ίσως αντικρύσετε σκηνές από θεατρικό έργο.

     

    Θα δείτε έναν τύπο με ρωσικό καπέλο, καθισμένο μπροστά από μηχανήματα και καλώδια. Κάτι ανάμεσα σε φιλοδοξία και μειδίαμα θα ξεχωρίσετε στη φάτσα του, όσο περνάει η ώρα. Το experimental soundtrack του έργου όμως, είναι κάτι που δύσκολα περιγράφεται. Έμοιαζε να μελετάει κάτι κοσμοϊστορικής σημασίας και η μουσική τον ακολουθούσε. Ξεκίνησε με ασυνάρτητους ήχους σαν λέξεις από ξένη γλώσσα. Σιγά σιγά ο ρυθμός και οι μελωδίες γίνονταν εντονότερες και σε παρέσερναν σε σκέψεις.  Δυο προβολείς δίπλα του κινούνταν φτιάχνοντας στο ταβάνι δυο φωτεινούς κύκλους που άνετα έμοιαζαν με πλανήτες, φεγγάρια, κάτι εξωπραγματικό πάντως. Και οι ήχοι συνέχιζαν να μπλέκονται μεταξύ τους, να ηρεμούν και να ζωντανεύουν κι άλλες φορές να είναι μακρόσυρτοι ή επαναλαμβανόμενοι. Σαν κάποιος και πάλι να μιλάει, να σκέφτεται, να εξωτερικεύει τα συναισθήματά του.

    Και πιστεύουμε ότι αυτά ακριβώς συνέβαιναν, γιατί στις φωτογραφίες θα δείτε τον Murcof στην Αγγλικανική Εκκλησία. Μια Αγγλικανική φωτισμένη από beats και απροσδιόριστους ήχους που έσπαγαν το σκοτάδι, και γεμάτη με κόσμο με κλειστά μάτια.  Όχι, δεν έχουμε πάρει ουσίες και οινοπνεύματα, απλά το να ακούς live τον Μεξικανό Fernando Corona, είναι το κάτι άλλο. Αν δεν το ξέρετε, ψάξτε τον, αν και δύσκολα να μην τον έχετε ακούσει. Αν δεν σας αρέσει η πειραματική ηλεκτρονική, βάλτε Murcof και θα αλλάξετε γνώμη, δεν είναι τυχαίο που έκανε δύο απανωτά sold out στην Αθήνα. Και κάτι τελευταίο · αν δεν έχετε παρευρεθεί στα St Paul’s Sessions φροντίστε να το κάνετε άμεσα. Το φετινό τους πρόγραμμα μας έχει προσφέρει πολυτιμότατες μουσικές στιγμές, μην τις χάνετε.

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”17″ gal_title=”Murcof”]

  • Πως η λέξη lizard σταμάτησε να θυμίζει Morrison;;

    Το live των King Gizard & the Lizard Wizzard θα μείνει στη μνήμη μας αλλά και στην ιστορία της νυχτερινής Αθήνας!

    Το Fuzz γεμάτο από νωρίς με όλες τις ηλικίες ορεξάτες για να τα «σπάσουν». Και το έκαναν. Αυτό που λέμε «ροκ συναυλία». Λιποθυμίες, αναγούλες, μπύρες και νερά στον αέρα και τα περισσότερα crowd serfing που έχουμε σημειώσει την τελευταία δεκαετία. Ο κόσμος έβγαινε από το moshpit κάθιδρος, να πάρει μια ανάσα και βουτούσε ξανά πίσω με τα χέρια ψηλά. Εμπειριάρα, πώς να σας το μεταφέρουμε; Όσοι ήσασταν εκεί ξέρετε.

    Στο stage ο εκκεντρικός Stu Mackenzie και άλλα έξι μουσικοί. Δύο drummer που άναψαν τα αίματα με το πάθος τους, τρεις κιθάρες πρωταγωνιστές και ένα μπάσο για την ήρεμη δύναμη που χρειαζόταν η όλη performance. Οι τύποι παίζουν πολλά είδη μουσικής, οπότε δυσκολεύομαι πολύ να τους πω psych rock. Θόρυβος από punk, ψυχεδελική μπασίλα, ροκ φωνητικά και αρπίσματα, μέχρι και jazzy μελωδία ακούσαμε (θα σας το πούμε παρακάτω).

    Έμοιαζε σαν να ήθελαν να πουν μια ιστορία. Άλλωστε, με 15 δίσκους στην 8ετή πορεία τους, θα έχουν σίγουρα πολλά να μας πουν. Βγήκαν στη σκηνή με Beating Around The Bush (!) και μας ξεσήκωσαν με το Rattlesnake. Συνέχισαν με Nuclear Fusion, Digital Black και Gamma Knife, The Lord of Lightning, Big Fig Wasp μειώνοντας σταδιακά τα bpms. Έκλεισαν τη συναυλία τους με το The River που θύμισε κάπως Take Five καταστάσεις και μας αποχαιρέτησαν μετά από μιάμιση ώρα αδιάκοπης μουσικής.

    Είχαμε χρόνια να το ζήσουμε αυτό το «χωρίς παύσεις» live. Αλλά αυτό που δεν έχουμε ξαναδεί ποτέ ήταν ότι μετά την αποχώρησή τους, πέρασαν δέκα λεπτά μέχρι να αρχίσει το κοινό να φεύγει το χώρο! Δεν κουνιόταν κανείς και συνέχιζαν να κραυγάζουν  παρακαλώντας για encore.

    Η παρθενική τους φορά στο Αθηναϊκό έδαφος, μας άφησε με το στόμα ανοιχτό, περιμένοντας εναγωνίως να τους ξαναδούμε. Αν δεν φαίνονταν τόσο αντικομφόρ, θα λέγαμε ότι θα έρθουν ξανά το καλοκαίρι. Βρε, λες να μας κάνουν το χατήρι;;

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”12″ gal_title=”King Gizzard”]

  • Κάντε Μποστάνι αδέρφια!

    Οι Kadebostany ανέβηκαν στο stage του Fuzz και σάρωσαν εντυπώσεις. Τι κι αν έχουν έρθει τόσες φορές στην Αθήνα, τι κι αν η τελευταία ήταν μόλις το περασμένο καλοκαίρι, πάνω από 1.300 άτομα έκοψαν το τικέτογια να τους δουν, το Σάββατο. Ο Guillaume, ο δημιουργός και ιθύνων νους του project απέδειξε ότι ξέρει καλά τι κάνει, και είναι πια κατακτητής των charts και των stages, καθώς, δέκα χρόνια, αισίως, μετά την δημιουργία τους, συνεχίζουν να ξεσηκώνουν το κοινό τους.

    Monumental I, λοιπόν, το πολυαναμενόμενο album τους. Mind If I Stay, Joy and Sorrow, Eternal boats και Early Morning Dreams, όπου φυσικά συμμετείχε το κοινό στο γνωστό Ale ale aleo! Η αξεπέραστη, πλέον επιτυχία τους, Castle In The Snow, είναι πλέον κάτι κλασικό, ειδικά μετά την εκτόξευσή του από τον Avener. Invisible Man, Teddy Bear, National Anthem. Το setlist τους δε διέφερε και πολύ από το καλοκαιρινό τους, στο Release· παρ’ όλ’ αυτά ο κόσμος ζητοκραύγαζε. Καθήσαμε και κάτω για να αποθανατιστεί αυτό το τίναγμα στον αέρα, όταν θα έμπαινε το κομμάτι, σημαίες του Kadebostan ανέμισαν ξανά.. Απ΄όλ είχε το πρόγραμμα.

    Μετά τη λήξη του set τους, και την καθιερωμένη τους υπόκλιση, ο Kadebostan ζήτησε να ανοίξουμε τους φακούς των κινητών μας για να φτιάξουμε ατμόσφαιρα. Κι έτσι, εκεί που άλλοτε άναβαν αυθόρμητα αναπτήρες, άναψαν τα smartphones. Και η Kristina, καθισμένη σε μια καρέκλα, με μια κιθάρα αγκαλιά και καταμεσίς του Fuzz, είπε το Walking With A Ghost. Δεν το είπε καλά. Κάτι το unplugged, κάτι το ότι η Amina Cadelli δεν φτάνεται εύκολα, ήταν κομματάκι δύσκολο να καταλάβεις τι άκουγες. Βέβαια, στο σήμα κατατεθέν του track, στο solo του τρομπονιού, διαλευκάνθηκε πλήρως το μυστήριο, και γυρίσαμε έτσι το χρόνο πίσω, στο ’12, στα πρώτα βήματα των Kadebostany.

    Overall, οι Kadebostany τα έδωσαν όλα. Ανεξάρτητα από τις επιτυχίες, ο Guillame συνεχίζει να δημιουργεί και να μην αφήνει το πράγμα στην τύχη του, το εκτιμάμε. Κρατάει τα βασικά χαρακτηριστικά της μουσικής του ζωντανά, τη φωνή του, το τρομπόνι και το εμβατηριακόταμπούρο και προχωράει. Σαν live, αυτό του Σαββάτου, ήταν show. Είμαστε εξαπανέκαθεν πανηγυρτζήδες, σα λαός, αλλά μετά την εξαμερικανοποίησή μας, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα από ποτέ. Το show μας μαγεύει, το clubbing μας παρασύρει, και οι περσόνες μετρούν για μας περισσότερο από τις νότες. Δεν είναι κακό, μη λυσσάτε.

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”19″ gal_title=”Kadebostany”]

  • Grandbrothers στα St Paul’s Sessions

    Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη η ανακοίνωση της έλευσης των Grandbrothers στην Αθήνα, όπως όλες εξάλλου οι μετακλήσεις που γίνονται στα πλαίσια των St Paul’s Sessions (τόσες φορές που έχω πάει την τελευταία τριετία στη συγκεκριμένη εκκλησία, δεν έχω πάει σε όλες τις υπόλοιπες σ’ ολόκληρη τη ζωή μου, που λέει ο λόγος…). Οι Grandbrothers είναι ένα ντουέτο από το Ντύσελντορφ, που ανακάλυψα πέρυσι με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του δεύτερού τους άλμπουμ με τίτλο Open (το πρώτο ονομάζεται Dilation, σε περίπτωση που επιθυμείτε να τους ψάξετε περαιτέρω. Έχω δε την εντύπωση ότι στη συναυλία που παρακολούθησα δεν το τίμησαν καθόλου, ή έστω ελάχιστα). O ήχος του γκρουπ, που απαρτίζεται από τους Erol Sarp και Lukas Vogel, είναι ένας συνδυασμός κλασικής και ηλεκτρονικής μουσικής που περπατούν χέρι – χέρι με ποικίλα αποτελέσματα, άλλοτε εξαιρετικά κι άλλοτε σχετικά τετριμμένα. Όλα αυτά, εκείνο τέλος πάντων που κάνουν και που τελικά δεν είχαμε ακριβώς την ιδέα, όχι του τι ήταν αλλά του πώς ήταν, ήρθαν να μας παρουσιάσουν σε δύο διαδοχικές μέσα στην ίδια βραδιά εμφανίσεις, λόγω του αυξημένου ενδιαφέροντος από τον κόσμο – σημάδι πάντα ευπρόσδεκτο και παρήγορο για την ποιότητα κι ασφαλώς την ποσότητα του ακροατηρίου τέτοιου είδους ακουσμάτων.

    Ενώ λοιπόν το εσώφυλλο του δίσκου τους, δίνει μια σχετική ιδέα του πώς διαμορφώνεται στο εσωτερικό του το πιάνο που χρησιμοποιούν, προκειμένου να φτάσουν στ’ αυτιά μας οι σε ίσες ποσότητες ακουστικοί κι ηλεκτρονικοί ήχοι που παράγουν οι δύο μουσικοί, μόνο όταν το δεις εκ του σύνεγγυς κι εν δράσει αντιλαμβάνεσαι πλήρως πόσο σπουδαίο σαν σύλληψη μα και εκτέλεση είναι το τελικό αποτέλεσμα. Προσαρμόζουν λοιπόν κάποιους μαγνήτες στα εντόσθια του πιάνου και με πολύπλοκες καλωδιακές συνδέσεις μεταφέρουν τα ηχητικά μηνύματα σε ηλεκτρονικές συσκευές επεξεργασίας ήχου (laptop, samplers, λοιπά ακατανόητα κουτάκια με πολύχρωμα φωτάκια κι άλλες λιγότερο φωτεινές αλλά όχι λιγότερο εντυπωσιακές δυνατότητες) που με το προϊόν της επεξεργασίας τους αυτής έρχονται να συνοδεύσουν το συμβατικό κατά τα άλλα παίξιμο στο πιάνο. Η περιγραφή είναι πολύ πιθανό να είναι περισσότερο εντυπωσιακή από το πραγματικό εισπρακτικό ηχητικό όφελος, από την άλλη είναι όντως εντυπωσιακό να ξέρεις πως οτιδήποτε ακούς προέρχεται ουσιαστικά και καθ’ ολοκληρία από το πιάνο, ακόμη κι αν κάτι τέτοιο φαίνεται μάλλον απίθανο…

    Η μουσική των Grandbrothers είναι όμορφη, έχει τους τονισμούς που την κάνουν σχεδόν ένα ευπρόσδεκτο ηχητικό χαλί, που άλλοτε έχει τα φόντα να τραβήξει την προσοχή κι άλλοτε υπάρχει εκεί και δεν σε ενοχλεί μα ούτε του δίνεις κι ιδιαίτερη σημασία. Ορισμένα κομμάτια τους έχουν μια κινηματογραφική υφή, όπως το Honey για παράδειγμα (και δε θα μου έκανε την παραμικρή εντύπωση αν τους έβλεπα να υπογράφουν κάποιο κινηματογραφικό score στο άμεσο μέλλον), άλλα κινούνται σε εσωστρεφή ηχητικά τοπία, σαν το Circonflexe ας πούμε, ενώ κάποτε κινούνται σ’ ένα άκρως αντίθετο απ’ αυτό άκρο, παίζοντας με μία τέτοια εξωστρέφεια κι έως εορταστική διάθεση, ώστε δεν σου προξενεί καμία περιέργεια το γεγονός ότι μπόλικοι παραγωγοί έχουν ασχοληθεί να ρεμιξάρουν τη μουσική και τα κομμάτια τους – το Bloodflow είναι ένα καλό παράδειγμα μιας τέτοιας στιγμής στο ρεπερτόριό τους.

    Έτσι λοιπόν στάθηκαν απέναντί μας εκείνο το βράδυ, κουρασμένοι αλλά με καλή διάθεση για να παίξουν και να μιλήσουν μαζί μας, μένοντας στη σκηνή για κάτι παραπάνω από μία ώρα (όχι και πολύ παραπάνω βέβαια, μη φανταστείτε), παίζοντας μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια, κι επομένως κάπου επτά με οκτώ αν θυμάμαι καλά. Το πιάνο του Erol Sarp κυριαρχούσε στη μουσική τους, κι υπαγόρευε τη διάθεση τελικά, παρά τις φιλότιμες του  έτερου στο ντουέτο να συμμετέχει φυσικά – κι όχι σκαλίζοντας κουμπάκια και pads – στο συνολικό αποτέλεσμα. Κάποιοι ρυθμοί ξεκίνησαν με μπακέτες από τον Lukas Vogel και στη συνέχεια αναπαράχθηκαν μηχανικά, ενεργοποιώντας μηχανισμούς που έκαναν αισθητή την παρουσία τους διαμέσου μικρών led φωτισμών και click ήχων, που έδιναν ένα δικό τους ανεπαίσθητο βήμα στην όλη διαδικασία. Προσθέτοντας στα παραπάνω τον λακωνικά εντυπωσιακό επί σκηνής φωτισμό, μας μένει μια ακόμη εξαιρετική εμφάνιση στο συγκεκριμένο χώρο, που είχε τις κορυφώσεις της και μια γενικά καλή εντύπωση που μας άφησε, χωρίς πάντως να αγγίζει την ιδιοφυία κάποιου σαν τον Hauschka για παράδειγμα, με τον οποίο έχουν πολλά περισσότερα κοινά σημεία επαφής από τον τόπο καταγωγής τους.

     

    Κείμενο : Μάνος Μπούρας   

    Φωτογραφίες : Αλεξάνδρα Κατσαρού

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”21″ gal_title=”Grandbrothers”]

  • AUSTRA και James Lavelle: Πώς να τα χωρέσετε σε ένα βράδυ

     

    Το live της Παρασκευής στο Fuzz μας έδωσε το έναυσμα να μιλήσουμε για τη στιχουργική τέχνη. Σε έναν άκρως ηλεκτρονικό κόσμο, όπου και η μουσική αναπαράγεται πια μέσω synths και samples με knobs και pedals, αυτό που ξεχωρίζεις είναι η αισθητική και ο στίχος, στην περίπτωση που υπάρχει. Οι Austra είναι ένα τέτοιο project. Άξιο μνείας για αυτά που.. λέει.

    Bloody eyes και ένα βικτωριανό λευκό φουρό, φωνή σε mode όπερας και η Katie Stelmanis on stage με το επιβλητικό Darken her Horse. Εν συνεχεία, tracks σαν το Future Politics, το Gaia, το Utopia αλά Björk . “I only want to hold your hand my own damn life/I can picture a place where everyone feels it too”. Πως θα ανταπεξέλθεις την αναπόφευκτη κατάθλιψη σε έναν κόσμο που είναι πια άγευστος; Πρόσεξε τον εαυτό σου και μοιράσου, μας λέει η Stelmanis με το ουτοπικό I love you more than you love yourself. Freepower, Home και μια ωραία επιστροφή στο Feel it Break με το Beat and the Pulse. Κι ήταν αυτές οι καλές φάσεις του live, που εμπλέκονταν synthpop και στοιχεία ebm φτιάχνοντας ωραία ατμόσφαιρα που θύμιζαν club mix.

    Για το encore στον ίδιο industrial minimal και έντονο ρυθμό, Habitat και αξέχαστα Painful Like και Hurt me now από το Olympia. Κάπου εκεί τα έδωσε όλα η Stelmanis και έκανε φινάλε αφήνοντας το κοινό υπερευχαριστημένο. Τα βλέμματα, σαφώς, των περίπου 300 που παρευρεθήκαμε, μαγνήτισε ο Ryan Wonsiak στα πλήκτρα. Θηλυπρεπής και αιθέριος, θαλερός και ημιφανής, σχεδόν σημείο των καιρών. Μας αρέσουν αυτά.

    Το δίχως άλλο θα θυμόμαστε την Ela Minus, το support της βραδιάς, το μοναχικό κορίτσι με το αυτοσχέδιο synthesizer το οποίο έφερε και το label του lead single της, Juant Sant, Bright Music for Dark Times. Επανερχόμαστε στην αρχική μας δήλωση περί στίχων. Η Minus ασχολείται με μεταφυσικά ερωτήματα, με αναζητήσεις προσωπικές, στην αμφιβολία των ανθρώπων χωρίς το δυισμό ή τη χειραγώγηση… Ναι! Και συνέχισε παίζοντας live drums για τους Austra, δένοντας αρμονικά στο καναδέζικο project.

    Ένα live , food for thought.

    Αργότερα κάναμε μια βόλτα από το ΡΟΜΑΝΤΣΟ, για να ακούσουμε James Lavelle. Στα πλαίσια του In Edit, η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, φιλοξένησε τον  άγγλο μουσικό για ένα DL set , στο γνωστό υπόγειο. Φυσικά, δεν περιμέναμε να ακούσουμε κάτι σαν τους UNKLE. Deep και progressive house,  που μπήκε με Mark Lanegan, κόσμος έτοιμος να ταρα- κουνηθεί και ένα party από εκείνα τα «παλιά». Αυτό που λέγαμε μεταξύ μας; «Φασάρα»!

     

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

    [Best_Wordpress_Gallery id=”23″ gal_title=”AUSTRA”]

  • Paradise : Ένα αργοπορημένο αλλά απαραίτητο review!

     

    «I’m in a new band called Paradise!»  Και κάπως έτσι ο Sivert Hoyem  έκανε come back στο στερέωμα και μας ξανασυστήθηκε πριν από ένα περίπου χρόνο με την καινούρια του μπάντα. Εμείς τους είδαμε στο Gagarin και η πρώτη σημείωση είναι η εξής: Ευτυχώς που οι φιλόμουσοι δεν καταλαβαίνουν από δόλωμα τύποις «Ηρώδειο», κι έτσι το live του Σαββάτου ήταν sold out διαψεύδοντας φήμες ότι δε θα μάζευε και πολύ κόσμο!

    Οπότε, κάντε το εικόνα. Ένα κατάμεστο Gagarin, με Sivert Hoyem –μουσάτο πια!- στο stage και ολοκαίνουρια κομμάτια από το Yellow, το ντεμπούτο των Paradise. Όμως, μιλάμε για ένα ντεμπούτο από δοκιμασμένους και πραγματικά πολύ καλούς players. Εξαιρετική κιθάρα από τον Rob McVey, τον κιθαρίστα της Marianne Faithfull, μπάσο από τη Simone Butler, την αντικαταστάτρια του Mani στους Primal Scream, και τον Jack Revy στα drums που ακόμα κι αν δεν είναι ο περίφημος Rob Ellis, έδωσε το καλύτερό του και μας κέρδισε.

    Τι ΄ν΄αυτό που μας άρεσε πολύ στη συναυλία των Paradise; Το full band show! Όταν έχεις συνηθίσει τον ηλεκτρονικό ήχο, τα φυσικά όργανα είναι το κάτι άλλο. Έπαιξαν κατά κόρον ακυκλοφόρητα tracks, αφού μόνο τέσσερα από το Yellow βρίσκονται στη διάθεσή μας. Ανεβασμένοι ρυθμοί ως επί των πλείστων, και μια νοσταλγική μελαγχολία χαρακτηρίζει αυτό το νέο project του Hoyem και του Ellis. Μοναδικό σημείο αναφοράς με τα «παλιά», η γνωστή κι αγαπημένη χροιά του Σκανδιναβού των Madrugada · έτσι τον μάθαμε, έτσι τον λατρέψαμε. Η performance του αξεπέραστη, όπως πάντα, δικαιολόγησε  για ακόμα μια φορά τη λατρεία που του έχει το –εγχώριο, και όχι μόνο- κοινό του. Αφιέρωσε και το Wonderful Life, το προτελευταίο κομμάτι του encore, στον Νίκο Τριανταφυλλίδη– φυσικά.

    Μας αρέσουν οι άνθρωποι που δεν βολεύονται, μας αρέσουν οι άνθρωποι που δεν τα παρατούν. Όταν, δε, μιλάμε για την τέχνη, το παραπάνω statement αποτελεί άγραφο νόμο ακόμα και για αξεπέραστους θρύλους. Ο Sivert Hoyem καταλαμβάνει επάξια θέση σε αυτήν την κατηγορία.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”25″ gal_title=”Paradise”]

  • Και Underground και –αέναη- Youth!

    Όταν αγαπάς μια μπάντα, το μόνο που σε νοιάζει είναι να τη δεις live. Να ακούσεις τα rifakia της, να τραγουδήσεις δυνατά τους στίχους της, να δεις τα μέλη της να χαμογελούν πονηρά μεταξύ τους όταν γουστάρουν να σολάρουν, να ακούσεις αυτό το τετριμμένο, κλασικό κι αγαπημένο «thank you, we love you guys»! Την Παρασκευή, το ισόγειο μέρος του Fuzz ήταν γεμάτο με τέτοιο κόσμο. Τους fans των Underground Youth!

    You made it baby, για αρχή και ο Craig Dyer στη θέση του frontman, το έτερον ήμισυ (Olya Dyer) στα βαθιά για backround, Mark Vernon  την κιθάρα και στα πλήκτρα προς το τέλος, Max James στο μπάσο –δεν γίνεται να μην τον ξεχωρίσεις. Δεν είναι τυχαίο που οι Underground Youth έχουν πιστό κοινό. Ακόμα κι αν οι επιρροές τους είναι ξεκάθαρες και μπορείς να ξεχωρίσεις τη shoegaze να μπλέκεται με λίγο psychedelic  χωρίς να μπορείς να πεις με σιγουριά τι είδους μουσικής ακούς (sic), ακόμα κι αν το set up τους, δεν είναι και τίποτα φοβερό βρε παιδί μου, ακόμα κι αν πολλοί θα άκουγαν το ίδιο αποτέλεσμα σε όλους τους δίσκους, αυτοί οι Άγγλοι σε κερδίζουν παραμένοντας αυτό που αγάπησες εκεί στα τέλη των ‘00s· μουσικοί με πάθος γι αυτό που κάνουν.

    Ξεκάθαρα ο καινούριος τους δίσκος διαφέρει με τους προηγούμενους ως προς τη λυρικότητά του. Αν ακούσεις το Alice στο Spotify, θα νιώσεις μια ανατριχίλα από τα πλήκτρα, και όλο το What Kind of Dystopian Hellhole Is This? χαρακτηρίζεται από μια Bauhaus διάθεση. Το θέμα είναι ότι σ΄αυτό το live τους δεν φάνηκε και πολύ αυτό το στοιχείο αν εξαιρέσεις τη φωνή του Dyer που δίνει τη γκοθίλα στην μπάντα. Πηγαίνοντας από την shoegaze στην grunge και τούμπαλιν, χάθηκε κάπου αυτό το αιθέριο στοιχείο, το σκοτάδι του δίσκου. Φυσικά ήταν απολαυστικοί, αλλά σαφώς δεν απόδωσαν το δίσκο στην αυτούσια μορφή του. Ήταν περισσότερο φασαριόζοι παρά dark.

    Εννοείται πως το Fuzz είχε περισσότερο κόσμο από την τελευταία φορά που μας επισκέφθηκαν και εννοείται πως όταν η μπάντα παραδοσιακά βρέθηκε ανάμεσά μας, τα i-phone πήραν φωτιά! Πιστεύω πως πια αυτή η εικόνα με τις αναμμένες οθόνες λειτουργεί σαν ένα diy φωτορυθμικό και ίσως μετρώντας τα rec να αναγνωρίζει κανείς πόσο γαμάτη είναι η μπάντα! Δε συμφωνείς;

    Έπαιξαν περίπου μιάμιση ώρα, ξαφνιάζοντάς μας στο μέσο περίπου της συναυλίας όπου μας χαιρέτησαν σαν να έφευγαν! Όμως, επανήλθαν δυναμικοί, με πολύ ωραίο ήχο και κράτησαν το ενδιαφέρον μας μέχρι τέλους! Λες την επόμενη φορά να μη βρίσκουμε εισιτήριο να μπούμε; Δεν θα μας ξάφνιαζε ιδιαίτερα!

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Ιωάννα Κίτρου