ROCKWAVE FESTIVAL 2023 : FRENZEE-SPEKTRVM-KISHI BASHI-VV-PUSCIFER-THE BLACK KEYS
THE BLACK KEYS
















PUSCIFER
























VV















KISHI BASHI










SPEKTRVM






FRENZEE









(Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού)

ROCKWAVE FESTIVAL 2023 : FRENZEE-SPEKTRVM-KISHI BASHI-VV-PUSCIFER-THE BLACK KEYS
THE BLACK KEYS
















PUSCIFER
























VV















KISHI BASHI










SPEKTRVM






FRENZEE









(Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού)

ROCKWAVE FESTIVAL 2023 : DEEP PURPLE , SAXON , AS I LAY DYING , BOKASSA , ROCK ‘N’ ROLL CHILDREN , LAZY MAN’S LOAD
DEEP PURPLE





















SAXON



















AS I LAY DYING


















BOKASSA







ROCK ‘N’ ROLL CHILDREN





LAZY MAN’S LOAD







(Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού)

του Duke Zappa
Ας το παραδεχτούμε: Η Kim Gordon, ακόμη και τώρα στα εβδομήντα της, παραμένει μια θεά. Μπορεί να μην έχει μαζέψει ακόμη τα ψυχικά αποθέματα για να αναμετρηθεί, ζωντανά και μη, με τα όσα δημιούργησε με τους Sonic Youth. Λογικό είναι αυτό, ειδικά αν σκεφτεί κανείς το άσχημο διαζύγιο με τον Thurston Moore και όλα τα παρεπόμενα του. Παρ’όλα αυτά, παραμένει ένας από τους πιο δημιουργικούς ανθρώπους στον χώρο της εναλλακτικής σκηνής. Συνεχίζει να δισκογραφεί, πλέον μόνη της, τρέχει εκθέσεις εικαστικών, φτιάχνει δικά της έργα εικαστικής τέχνης, παίζει μικρούς ρόλους για την τηλεόραση και το σινεμά,κάνει συναυλίες με διάφορα καλλιτεχνικά project κ.ο.κ.

Ας πάμε στο προκείμενο. Οχτώμισι η ώρα και μπαίνουμε σε μια σχεδόν άδεια Τεχνόπολη με δεκάδες ερωτήματα να τρέχουν στο μυαλό μου. Θα παίξει τίποτα από Sonic Youth, έστω την διασκευή στο Superstar; Ή θα μας περάσει από την σόλο καριέρα της; Εάν κάνει το δεύτερο, πόσο μεγάλο θα είναι το σετ της; Θα παίξει με Steve Shelley ή με Lee Ranaldo ή έχουν καεί οι γέφυρες; Κοινώς κάναμε αυτό που πολύ συχνά κάνουμε στα λαιβ: πάμε αδιάβαστοι για να μην χαθεί το στοιχείο της έκπληξης.

Μια ώρα μετά, η Kim Gordon βγαίνει στην σκηνή συνοδευόμενη με τις τρεις γυναίκες session μουσικούς που αποτελούν την μπάντα της. Αυτό που ακολούθησε ήταν πενήντα λεπτά πλήρους και ατόφιας riot grrrlίλας. Η Kim Gordon να κινείται και να χορεύει με τον γνωστό cool και σαγηνευτικό τρόπο που μόνο αυτή ξέρει, να τραγουδάει με την ακόμα-και-τώρα υπέροχη φωνή της, να πατάει πάνω στα ηχεία μπροστά στην σκηνή για να τραγουδήσει κοντά στον κόσμο. Η μπάντα από πίσω να λειτουργεί σαν μια καλοδουλεμένη, καλοστημένη και λαδωμένη μηχανή. Ήταν φανερό ότι η Kim Gordon είχε επιλέξει συνεργάτιδες που δεν είχαν μόνο την τεχνική δεξιότητα να παίξουν τα κομμάτια, αλλά και μπορούσαν και σε επίπεδο έμπνευσης να ανταποκριθούν στις συνθέσεις των κομματιών της Kim Gordon. Υπήρξαν στιγμές που αναρωτιόμασταν φωναχτά “μα τι παίζουν οι γυναίκες”!

Και ήταν πολύ δύσκολο το να μην χαζεύεις την μπασίστρια όταν αναλάμβανε τις πιο βαριές μπασογραμές, ή την κιθαρίστρια όταν έπαιζε με τους μαγνήτες της ηλεκτρικής, ή την ίδια την Kim Gordon όταν έκοβε βόλτες στην σκηνή, όταν έπαιζε ακόρντα που θύμιζαν πάλι την Kim Gordon που όλοι γνωρίσαμε. Και μπορεί η προσέλευση του κοινού να ήταν μικρή, όμως οι περίπου 650 που βρεθήκαμε στην Τεχνόπολη νομίζω πως μαγευτήκαμε, παρ’ολα αυτά.

Κάπου στα 50 λεπτά η μπάντα έφυγε από την σκηνή, για να επιστρέψει σχεδόν δευτερόλεπτα μετά, και να δώσει ένα δεκάλεπτο encore, βουτηγμένο στην παραμόρφωση, τα ηχητικά εφέ και τους μικροφωνισμούς, βγαλμένο από τις καλύτερες παραδόσεις του Νεουορκέζικου NoWave, με την Kim Gordon να καρφώνει την ηλεκτρική της κιθάρα στους ενισχυτές όπως ο μεσαιωνικοί ιππότες έμπηγαν τα σπαθιά τους στη γη, να κοπανιέται μπροστά στα ηχεία και την υπόλοιπη μπάντα να δημιουργεί στρώματα από feedback, μέχρι το οριστικό φινάλε.
Εν τέλει λοιπόν….Μαγεία;
Μαγεία, και με το παραπάνω.








(Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού)

της Ζωής Νικολάου
Κάθε χρόνο στην Ελλάδα, περιμένουμε να δούμε στις συναυλίες μεγάλα ονόματα που έγραψαν ιστορία κάποτε,το όνομά τους είναι συνδεδεμένο με τις δημιουργίες τους και τις αναμνήσεις μας,αλλά η δυναμική τους πια on stage και στην παραγωγή είναι αισθητά μειωμένη. Βλέπουμε αρκετές συναυλίες τιμής ένεκεν, δηλαδή, κάθε φορά που τις ονοματίζουμε ως θρυλικές. Το βράδυ της Δευτέρας,όμως,στο Plissken Festival, τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά.

Ναι,οι Melvins είναι παλιές καραβάνες,και με 26 αισίως άλμπουμ είναι απλά ένα υπέροχο δείγμα της true rock n roll. Μια μπάντα – κράση διαφορετικών και ετερόκλητων μουσικών ρευμάτων, που κατάφερε να γεμίσει με κόσμο το Τεχνόπολις και να κρατήσει όλον αυτόν τον κόσμο σε έκσταση για όλη τη διάρκεια της performance της.Υπό τους ήχους του Take on me,εμφανίστηκαν στο stage, ο Buzz Osborne, η χαρακτηριστική του αφάνα και μια κελεμπία με παγανιστικά μάτια, ο Steven Shane McDonald με το μπάσο του και μια κόκκινη στολή που παρέπεμπε στα Μάταλα, και ο Dale Crover στα ντραμς με βαμμένα μαύρα μάτια. Ο κόσμος ήδη ούρλιαζε και τα πρώτα Snake appeal και Zodiac ακούστηκαν, για να ξεκινήσει να ξεχύνεται η ενέργεια των Melvins. Ένα πέρασμα από το I wanna hold your hand μας εξέπληξε ευχάριστα και το υπόλοιπο σετ ήταν ένα εξαιρετικά καλοκουρδισμενο μουσικό ταξίδι.

Sludge rock, αναμεμειγμένη με metal στοιχεία, μπασίλα που ξεχείλιζε δύναμη, πειραματικοί σχεδιασμοί, εμφανέστατη grunge επιρροή, punk, και τη φωνή του Buzz που προσθέτει στο ήδη ιδιαίτερο προφίλ της μουσικής τους. Ένα live που θα μας μείνει αξέχαστο.

Νωρίτερα οι Pigs x7 και οι Vodka Juniors έδωσαν μια επάξια έναρξη. Η απίστευτη ζέστη κι η υγρασία κρατούσε τον κόσμο αρκετά διστακτικό στο να κουνήσει κάτι περισσότερο από το κεφάλι του. Όλα αυτά μέχρι οι Vodka Juniors να δώσουν το σήμα για το “μεγαλύτερο wall of death που έχει γίνει στην Τεχνόπολη” και να μην αντισταθεί σχεδόν κανείς.

Μια Δευτέρα βράδυ με πανσέληνο και τρομερή ζέστη, καταφέραμε να περάσουμε μια αλησμόνητη βραδιά στο Plissken Festival. Good job, people!
(Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού)
Melvins









Vodka Juniors












Pigs x7












ROCKWAVE FESTIVAL 2023 :
ROBBIE WILLIAMS, JAMES BAY, MIKA, JONATHAN JEREMIAH & LEON OF ATHENS
ROBBIE WILLIAMS

















JAMES BAY












MIKA























JONATHAN JEREMIAH










LEON OF ATHENS






(Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού)

Amon Amarth & Kreator, Heaven Shall Burn, Bleed from Within
Amon Amarth

























Kreator














Heaven Shall Burn












Bleed from Within











(Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού)

Parkway Drive, Soulfly, Triptykon, Skybinder
Parkway Drive






















Soulfly












Triptykon







Skybinder



(Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού)

της Ζωής Νικολαόυ
Το 2016,μια βραδιά Ιουνίου που θα μείνει στην ιστορία των συναυλιών,παρακολουθήσαμε τους Sigur Ros στο πρώτο Release Festival. Η χθεσινή τους συναυλία στο Ηρώδειο ήταν κάτι το διαφορετικό και μια ακόμα απόδειξη ότι υπάρχει ομορφιά κρυμμένη στους πιο απόκοσμους ήχους,στις πιο παράξενες κραυγές. Ας την ανακαλύψουμε.
Το Ηρώδειο ενδείκνυται για τέτοιες μουσικές μυσταγωγίες σαν αυτή των Sigur Ros. Οι πέτρες που κουβαλούν μνήμες, η Ακροπόλη από πάνω κι η ακουστική του χώρου,σε προδιαθέτουν και ταιριάζουν απόλυτα σε μουσικά ταξίδια που σε κρατούν υπνωτισμένο, χωρίς επίμονο οπτικό υλικό, χωρίς επιτηδευμένα σκηνικά. Στη χθεσινή τους performance, τους συνόδευε η London Contemporary Orchestra με τον υπέροχο Robert Ames στη διεύθυνση, και το αποτέλεσμα ήταν μαγικό.
Παρόλο που κράτησαν το live σε ηπιότητα, και μας έλειψαν οι εντονότερες δυναμικές και κάποιο πιο ανεβαστικό ξέσπασμα, το χαϊδολόγημα στα όργανα και η post πορεία των τραγουδιών δημιούργησε μια ατμόσφαιρα σαν φάρμακο στην ψυχή. Μια καθαρτήρια δίωρη συναυλία,στην οποία ο Jonsi και τα Vonlenska φωνητικά του, το δοξάρι στην κιθάρα του, το μπάσο του Goggi ,η επιστροφή του πολυοργανιστα Kjarri και η εξαιρετική ορχήστρα που ακολουθούσε το ήρεμο ποτάμι του ισλανδικού trio, ήταν ο,τι χρειαζόμασταν για να αφεθούμε πλήρως στην εμπειρία.
Όπως και το ATTA, έτσι και η χθεσινή συναυλία ήταν πιο διακριτική απ’όσο μπορούσαμε να φανταστούμε, με το stage να είναι γεμάτο μουσικούς. Τσέλο, βιολιά, δύο μπάσα, kettle drums κι ένα μπονγκ για να χρησιμοποιηθούν ελάχιστα, ένα η δύο μεταλλόφωνα, κρουστά,ένα μεγάλο πιάνο. Δεν υπήρχαν περίτεχνες εξάρσεις ούτε κάποιο επιτηδευμένο σόλο. Δύο σετ όπου ήταν το ένα καλύτερο από το άλλο,με κομμάτια από το καινούριο LP τους και, φυσικά, παλαιότερα αγαπημένα. Δεκαεννιά διαμάντια,που ξεκίνησαν με το Blóðberg, συνέχισαν στο χρωματιστό Von, ακούμπησαν απαλά στα Starálfur και Varðeldur για να κάνουμε ένα μικρό διάλειμμα. Επέστρεψαν με Untitled #3 – Samskeyti, Untitled #5 – Álafoss και το – πιο εύθυμο – Hopipolla.
Κάπου υπάρχουν ξωτικά και νεράιδες, σαν αυτά στα παιδικά όνειρα, και, χθες, ακούσαμε κάτι από τις φωνές και τις μελωδίες τους. Κάθε συναυλία των Sigur Ros είναι μια μοναδική εμπειρία και αποδεικνύει ότι η τέχνη της μουσικής δεν χρειάζεται τίποτα παραπάνω από την ίδια για να σε μαγέψει και να σε αφήσει άφωνο.

Release Athens 2023 Day 7 : Disturbed, Bullet for My Valentine, Nova Twins, O.Y.D
Disturbed














Bullet for My Valentine










Nova Twins













O.Y.D



(Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού)

Ωραία η Siouxsie Sioux
Της Ζωής Νικολάου
Να αποδεχτούμε πρώτον ότι είναι τελείως διαφορετική η προσδοκία και η εμπειρία σ’ ένα λάιβ,όταν ο άρτιστ είναι φρέσκος απ’ όταν όταν βρίσκεται στη δύση του. Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τη δυναμική ενός καλλιτέχνη που τώρα καταλαμβάνει τη θέση του στη μουσική κοινότητα και όταν τον ακούς λάιβ λαμβάνεις όλη την ενέργεια που αναδύεται από το ότι ο ίδιος ζει και υλοποιεί το όνειρό του, με εκείνον που κάποτε μεσουρανούσε και τώρα πια εμφανίζεται σαν ένα κομμάτι της ιστορίας της μουσικής,για να αναβιώσει το κοινό αναμνήσεις και συναισθήματα.

Να αποδεχτούμε δεύτερον, ότι υπάρχουν frontmen και frontwomen, που ποτέ δεν αναδείχτηκαν ή έμειναν στην ιστορία για τις φωνητικές τους δυνατότητες,για τις οκτάβες που έπιαναν ή για την καταπληκτική χροιά τους. Κι ίσως έμειναν στην ιστορία γιατί αυτό που έδωσαν στη μουσική,στην συγκυρία που το έδωσαν, ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο από τη φωνητική τους δεινότητα, ήταν η ψυχή τους.
Την Παρασκευή,είδαμε την Siouxsie χωρίς τους Banshees,και , τηρουμένων των αναλογιών, ήταν ένα καλό λαιβ. Μια γυναίκα σταθμός στο ποτάμι της μουσικής -που ούτε αυτό γυρνά πίσω, εμφανώς γερασμένη – ναι, συμβαίνει παιδιά, όντως, με ιδιαίτερο μπρίο και όρεξη, πράγμα που στα 66 της,το λες αξιοθαύμαστο. Για όσους σχολίασαν ότι το ντύσιμό της ήταν σαν της Φαραντούρη,να τους δώσουμε μια πάστα,με την προτροπή να ζητήσουν από τον OpenAI να τους φτιάξει μια εικόνα με την Siouxsie του 2023, να φοράει leather και Vivian Westwood σκισμένο t-shirt.
Στα σοβαρά σχόλια, τώρα,ναι φυσικά και η φωνή της δεν απέδιδε όπως 40 χρόνια πριν,και η στενοχώρια πολλών από μας,η μελαγχολία για το πέρασμα του χρόνου,είναι απόλυτα φυσιολογική. Ας μην είμαστε, όμως, κάφροι. Η τύπισσα τα τραγούδησε όλα, χόρεψε, συνοδευόταν από μια εξαιρετική μπάντα, και τελικά συγκίνησε αρκετούς από τους παρευρισκομένους,οι οποίοι btw ήταν κάθε ηλικίας.

Όταν νωρίτερα έχεις παρακολουθήσει Viagra Boys, πολλώ δε μάλλον αν χθες ήρθες αποκλειστικά γι αυτούς,η Siouxsie δεν είχε κάτι να σου δώσει. Εκπροσωπεί ένα είδος που πάντα μέσα από το σκοτάδι του ήταν πολύ πιο ήσυχο από το σουηδικό (!) punk,και, φυσικά δεν προσέφερε ποτέ το ανάλογο show.
Όμως, έκανε μια τίμια performance με ωραίες στιγμές με τα Kiss them for me, Face to face, Land’s end, Christine. Στο Here comes that day, έκανε και το πολιτικό της σχόλιο όπου είπε ότι “έρχεται η μέρα που οι άθλιοι πολιτικοί θα πάρουν αυτό που τους αξίζει”, γνωρίζοντας προφανώς που έρχεται. Ένα τρυφερό The passenger, μας γλύκανε και μας θύμισε την περσινή εμφάνιση του Iggy Pop,που μας είχε συγκινήσει τόσο. Και τελικά, στο δεύτερο και τελευταίο encore, ακούσαμε Spellbound για καληνύχτα και αποχαιρετιστήκαμε.
Οι Bunnymen και το δίλημμα που απαντήθηκε
Του Μιχάλη Κανάκη
“This is the best song ever written”, μας είπε ο Ian McCullogh, για να ξεκινήσει το “Killing Moon”. Υπερβολικός μεν, άλλωστε τέτοιος είναι, αλλά ποιος αμφισβητεί ότι είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχουν γραφτεί;Αυτά λίγο πριν το τέλος του set των Echo & the Bunnymen. Ian McCullogh και Will Sergeant βρέθηκαν στην Ελλάδα μετά από αρκετά χρόνια, και έδωσαν μια γεμάτη εμφάνιση στην Πλατεία Νερού, με ένα “best of” set. “Rescue”, “Flowers”, “Seven Seas” είχαν ήδη παιχτεί μέχρι τη μέση της εμφάνισής τους, ενώ το “Over the Wall” ήταν από τις καλύτερες στιγμές τους. (Κάπου εκεί μου έσβησε κάθε αμφιβολία που είχα για την απάντηση στο δίλημμα Bunnymen ή Interpol). Δυνατό, δαιμονισμένο και σκοτεινό.

Σκοτεινή ήταν συνολικά η παρουσία τους, αφού η σκηνή είχε ελάχιστο φωτισμό, από τον οποίο φρόντιζε να μένει μακριά ο McCullogh, ενώ δεν τους είδαμε ποτέ στις ούτε στις οθόνες, που έδειχναν το λογότυπό της μπάντας. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο πύκνωνε και ο κόσμος στην Πλατεία Νερού, όπως και οι αντιδράσεις του κοινού στα κομμάτια. Παρά τις ιδιαιτερότητες που έχουν οι φεστιβαλικές εμφανίσεις, οι Echo & the Bunnymen κατάφεραν να ξεδιπλώσουν όλες τις δυναμικές τους. Πηγαίνοντας προς το φινάλε, με το “Lips Like Sugar” ξεσήκωσαν τον κόσμο στην Πλατεία Νερού που ξεκίνησε να χορεύει.

Οι Echo & the Bunnymen κατάφεραν σε 60 λεπτά, να κάνουν μια ολοκληρωμένη εμφάνιση τόσο με τα κομμάτια που επέλεξαν, όσο και με τον τρόπο που τα απέδωσαν, δίνοντας πειστική απάντηση σε όσους επέλεξαν να τους δουν.
Στο stage του SNF Nostos
του Duke Zappa
Απόγευμα Παρασκευής στο Ξέφωτο του ΚΠΙΣΝ. Ο ήλιος είναι ακόμη ψηλά. Είναι, άλλωστε η μέρα του Θερινού Ηλιοστασίου, ημέρα οργιαστικής κατανάλωσης αλκοόλ, ψαριών και σεξ για τους Σουηδούς. Μπροστά μας όμως, στην σκηνή, έχουμε Βέλγους. Οι Haunted Youth κάνουν, μέσα στην ντάλα του καλοκαιριού, μια παραπάνω από φιλότιμη προσπάθεια να παρασύρουν στους ρυθμούς τους τους κάπου 100-150 γενναίους του Μπρανκαλεόνε που βρίσκονται από νωρίς στο stage, και δείχνουν να κερδίζουν το χειροκρότημα. Δεν ξέρω αν είναι η άκρως κιθαριστική dream pop με τα ελαφρώς θορυβώδη περάσματα στην κιθάρα που παίζουν ή ο επικοινωνιακός τραγουδιστής ή και τα δύο που μαζί, όμως οι Haunted Youth τα καταφέρνουν να κερδίσουν φίλους στο κοινό, παρά το γεγονός ότι παίζουν μέσα στο λιοπύρι και έχουν δυό πολύ μεγαλύτερα ονόματα να έπονται στην ίδια σκηνή. Ίσως μια σόλο εμφάνιση σε κάποιον μικρό χώρο να μπορεί να τους αφήνε να ξεδιπλώσουν πιο πολύ το ταλέντο τους.
Oι Haunted Youth τελειώνουν το σετ τους χειροκροτούμενοι, ενώ ο χώρος έχει αρχίσει να γεμίζει κόσμο και αδημονούμε να δούμε τους Viagra Boys, την μπάντα που προκάλεσε άπειρες συζητήσεις με το περσινό της λάιβ στο OAKA. Ξαφνικά βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έξι φάτσες που θα μπορούσαν, άνετα, να είχαν βγει από ταινία του Aki Kaourismaki, και οι οποίες έρχονται οπλισμένες με όλη την απαραίτητη punk ορμή κα αυθάδεια για να προκαλέσουν έναν γερό χαμούλη μέσα στο κοινό. Πρώτο τραγούδι και ήδη βλέπουμε πολύ κόσμο στις πρώτες σειρές να κάνει ένα ατελειώτο πόγκο, ανταποκρινόμενο πλήρως στα γκάζια που πατάνε οι Σουηδοί. Στην μέση ένας Sebastian Murphy σε μεγάλα κέφια να δίνει μαθήματα punk attitude, στα αριστερά ο Oskar Karls να δίνει το δικό του σόου με την κιθάρα και τα σαξόφωνά του και να ξεβιδώνεται στον χωρό, στα δεξιά ένας ανεκδίηγητος Elias Junqvist (με ένα ακόμη πιο ανεκδιήγητο καουμπόϊκο καπέλο) να κάνει τα δικά του στα πλήκτρα και τα bongos, τους Henrik Hockert και Linus Hilborg να κάνουν ποζεριλίκια στο μπάσο και την κιθάρα, και βέβαια τον Tor Sjoden να κρατάει τα μπόσικα στα ντράμς.

Πλάκα στην πλάκα, οι Viagra Boys είναι ίσως μια από τις πιο σφιχτοδεμένες μπάντες που έχω δει ποτέ. Και ας γκρινιάζει όσο θέλει η εγχώρια indie ορθοδοξία. Διασκεδάζεις τα μάλα όταν τους βλέπεις, σου μεταδίδουν αυτό το party energy, ακόμη και όταν αναφέρονται σε σοβαρά θέματα, ακόμη και στις πιο ειρωνικές, στιχουργικά, στιγμές τους. Έχουν μέσα τους μια σάτυρα που τσακίζει κόκκαλα, συνδυασμένη βέβαια με μια διάθεση για απίστευτο χαβαλέ και μια τάση να γυρίζουν σε ένα από τα πιο συνηθισμένα σουηδικά χόμπυ, αυτό του να πίνεις άθλια ξίδια μέχρι τελικής πτώσεως. “Είναι midsommar, και δεν έχω φέρει μαζί μου Σουηδικά schnapps, οπότε αποφάσισα να πιώ κάτι αντίστοιχο που έχετε εδω και το λένε ούζο, δοκίμασα να το πιω με red bull, ΤΙΜΑΛΑΚΙΑΗΤΑΝΑΥΤΗ, τελικά ήπια άλλο ένα ούζο σκέτο με παγάκια, αυτό ήταν κάπως καλύτερο”, δήλωσε μεταξύ τραγουδιών ο Murphy. “Πέρσι περάσαμε τέλεια εδώ, είχε άπειρη ζέστη αλλά ο κόσμος μας πέταγε μπύρες στη μούρη. Τζάμπα μπύρα, θα μπορούσα να ζω εδώ”, με αποτέλεσμα να φύγει για την σκηνή μέσα στα επόμενα λεπτά μια ομοβροντία από κουτάκια μπύρας το περιεχόμενο των οποίων καταναλώθηκε επιδεκτικά επί σκηνής.



Ανάμεσα στα highlights της χαοτικής setlist των Viagra Boys, εκείνο το music concrete/noise ιντερλούδιο στο ADD με την κιθάρα και το σαξόφωνο να σολάρουν κολασμένα, η γκαζωμένη εκτέλεση του Troglodyte, η σουρρεαλιστκή σκηνή στο Sports όπου το κοινό δώρισε στην μπάντα μπαλάκια του τένις, και βέβαια το τέλος με μια κολασμένη εκτέλεση του Research Chemicals, με τον Oskar να παίζει το σαξόφωνο του χορεύοντας πάνω στους ενισχυτές στα αριστερά της σκηνής, και τον Elias να πέρνει στα χέρια του το σινθεσάηζερ και να κάνει ακριβώς το ίδιο στο άλλο άκρο της σκηνής, δείχνοντας το πόσο μεγάλοι showmen είναι οι Viagra Boys σαν σύνολο.

Μετά,λοιπόν, το πέρασμα του τυφώνα Viagra Boys από το ξέφωτο του ΚΠΙΣΝ τι; Όλοι περιμέναμε ότι οι Interpol θα ήταν μερικά κλικ πιο υποτονικοί σαν σκηνική παρουσία, αλλά ότι θα κατάφερναν να μας βάλουν στην υποβλητική ατμόσφαιρα των τραγουδιών τους. Η ώρα και η εμπειρία ήταν οι καλύτεροι σύμμαχοι τους. Είχε μόλις νυχτώσει όταν ο Paul Banks και η παρέα του βγήκαν στο stage. Και κάπου εδώ τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν πολύ, μα πολύ στραβά. Το κοινό ήταν έτοιμο να πάρει φωτιά, ψημένο να μπει στην ατμόσφαιρα των Interpol, αλλά οι Interpol ήταν κάθε άλλο παρά έτοιμοι να το κάνουν αυτό. Κούραση; Ελλειπής προετοιμασία; Ελάχιστες πρόβες; Τρακ; Όλα μπορεί να τα πιθανολογήσει κανείς. Μπάσιμο λοπόν με το Toni, με την μπάντα να φαίνεται – και κύρίως να ακούγεται- απίστευτα μαγκωμένη, και αυτό να γίνεται αντιληπτό από το κοινό.Ακόμη χειρότερα τα πράγματα στο Obstacle 1 με την φωνή του Banks να μην ακούγεται, και μια αίσθηση ότι κανείς από αυτούς που είναι on stage δεν προσέχει ή ακούει τι κάνουν και τι παίζουν οι άλλοι. Για τα πρώτα τέσσερα κομμάτια υπήρχε η αίσθηση ότι όλη η μπάντα ήταν εκτός τόπου και χρόνου, και έπαιζαν σε συνθήκες πλήρους αισθητηριακής απομόνωσης, ενώ κάποιος αφαιρούσε σιγά σιγά αυτά που τους μπλόκαραν. Το πράγμα φάνηκε να παίρνει το δρόμο του μετά από μια κάπως πιο γρήγορη εκτέλεση του Εvil (cc Paul Banks “That was Evil”), με την μπάντα όμως να αδυνατεί να πιάσει την απαιτούμενη απόδοση στην διάρκεια του set της, ίσως με λίγες φωτεινές εξαιρέσεις (C’mere, No I in the Threesome, Lights, και μια απρόσμενα όμορφη εκτέλεση του The New), για να κλείσει αυτό το φοβερά άνισο σετ με το Slow Hands. Δεν ξέρω εάν αυτό το λάιβ αποκαθήλωσε για πολλούς τους Interpol, αλλά το σίγουρο είναι ότι φάνηκαν κατώτεροι των περιστάσεων.Παρέλαβαν ένα έτοιμο και ζεσταμένο κοινό, για να χύσουν μόνοι τους την καρδάρα με το γάλα. Και αυτό δεν χωνεύεται με τίποτα.




(Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού)
(Φωτογραφίες Siouxsie, Echo & the Bunnymen από Release Festival)

Release Athens 2023 Madrugada, Wet Leg, Baxter Dury, Pink Vanity
Madrugada














Wet Leg

















Baxter Dury















Pink Vanity








(Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού)

του Duke Zappa
Παρακολουθώντας κανείς την Tash Sultana ζωντανά, μπορεί να καταλάβει γιατί την επέλεξε ο Bruce Springsteen για να ανοίξει τις συναυλίες του τελευταίου show της Ευρωπαικής Περιοδείας του. Γιατί, πολύ απλά ένα τέτοιο ταλέντο είναι πολύ σπάνιο.
Μπορεί να ήταν κομματάκι πιο νωχελική από τους Dub Inc, που προηγήθηκαν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ποσώς ότι δεν κατάφερε να κάνει ένα δυνατό show, το οποίο συνεπήρε το κοινό από κάτω. Κατά την αποχώρησή της από την σκηνή του ΚΠΙΣΝ, τα θετικά σχόλια και οι εκφράσεις θαυμασμού έδιναν και έπαιρναν. Και αυτό λέει πολλά.

Τι είδαμε, όμως, εν των μεταξύ στο Release Athens X SNF Nostos; Είδαμε μια μουσικό, μια πολυοργανίστα για την ακρίβεια, που αγαπάει τους μουσικούς της ήρωες, το δείχνει χωρίς καμία ντροπή, και παραμένει δημιουργικά ο εαυτός της. Όταν αναλάμβανε η Tash Sultana ως One Woman Band, και έπαιζε και λούπαρε ζωντανά όλα τα όργανα (!), αποκτούσες μια αίσθηση ότι η Bjork χαμογελούσε κάπου στα παρασκήνια. Όταν έπαιζε τα “καθαρά” μέρη στην κιθάρα το παίξιμο της έφερνε στον τεράστιο Isaac Hayes, όταν όμως έβαζε παραμόρφωση και ξεκίναγε να σολάρει, ένιωθες ότι είχες μπροστά σου έναν Neil Young χωρίς τους τόνους από feedback από πίσω. Όταν τραγουδούσε, συνέβαινε άλλη μια μεταμόρφωση, αφού η φωνή της έμοιαζε εκπληκτικά με αυτην της Kate Bush. Και όταν έπαιζε πιο ακουστικά, από τις ρωγμές έβγαιναν ενορχηστρώσεις (ιδίως στο μπάσο και στα πλήκτρα), που έφερναν στο μυαλό τους δίσκους της Joni Mitchell.



Κάθε τρία με τέσσερα τραγούδια, φαινόταν να πειραματίζεται με κάτι καινούριο, οδηγώντας το κοινό σε καινούρια και διαφορετικά μουσικά ηχοτοπία, ανακατεύοντας μουσικές και επιρροές, βάζοντας μας σε καινούρια τριπάκια. Από το trip hop στην ψυχεδέλεια, στο βρώμικο funk, στην folk jazz, στην reggae και το dub, και από εκεί σε grunge καταστάσεις, και πάλι από την αρχή.
Με πολύ καλή και θεατρική διάθεση, η Tash Sultana χόρεψε πολύ στην σκηνή, έγραψε αρκετά χιλιόμετρα, έπαιξε μια ντουζίνα όργανα, μοίρασε χαρούμενα και ονειρικά vibes, και μας άφησε ανα αναρρωτιόμαστε τι θα μπορούσε να μας δώσει σε μια σόλο συναυλία, σε μη φεστιβαλική μέρα.

Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού