Κατηγορία: REVIEWS

  • Μια μαγική βραδιά με την Patti Smith στην Ακρόπολη

    Ένα ζεστό βράδυ Σαββάτου, βρεθήκαμε στο Ηρώδειο, το γεμίσαμε, για να απολαύσουμε την επιστροφή της Patti Smith στην Αθήνα, μετά από 6 χρόνια.

    Μόλις η Patti έκανε την εμφάνισή της στη σκηνή του Ηρωδείου ο κόσμος ξέσπασε σε χειροκροτήματα και φωνές εκδηλώνοντας από την πρώτη στιγμή την αγάπη του. Ξεκινώντας με το “Dancing Barefoot”, και τις απλές χορευτικές της κινήσεις, ο κόσμος άρχισε να δίνει ρυθμό και παλμό από το πρώτο κιόλας κομμάτι.

    Ήταν ένα πολύ εκδηλωτικό κοινό αυτό χθες στο Ηρώδειο. Κοινό σε όλο το φάσμα των ηλικιών, πράγμα πολύ ευχάριστο και αισιόδοξο. “Patti Smith I love you” φώναξε κάποιος, με την Patti να απαντάει “Send me your picture”.

    Μας είπε πόσο ευγνώμων είναι που παίζει μουσική σε αυτό τον χώρο, κάτω από την Ακρόπολη, και μας το τραγούδησε κιόλας με το “Grateful”.

    Το βράδυ κινήθηκε σε κομμάτια από την δισκογραφία της Patti Smith αλλά και σε διασκευές. Ακούσαμε Bob Dylan, αλλά και το “Since I’ve Been Loving You” των Led Zeppelin, σε μια εκρηκτική blues εκτέλεση.

    Το κοινό ακολουθούσε τη ροή της συναυλίας και έδινε το ρυθμό μαζί με τη μπάντα. Ήταν πολύ ενθουσιασμένο, αλλά παρέμεινε και άκρως σιωπηλό τη στιγμή που έπρεπε. Αυτή η στιγμή ήταν όταν η Patti Smith έκανε αναφορά στον Allen Ginsberg και σχολίασε τους νόμους που ψηφίζονται αυτό το διάστημα στις ΗΠΑ και στον κόσμο, με αφορμή την κατάργηση της προστασίας του δικαιώματος στην άμβλωση από το σύνταγμα των ΗΠΑ. Αφού μας είπε πόσο λείπει ο Ginsberg στο σήμερα, μας απήγγειλε το Footnote to Howl, σε μία από τις πιο δυνατές στιγμές της βραδιάς.

    Η φυσιογνωμία της Patti Smith είναι μαγική, πότε είναι ένα αερικό που χορεύει πάνω στη σκηνή, πότε μια ποιήτρια, και πότε ερμηνεύει τόσο παθιασμένα που μπορεί να σε ξεσηκώσει, χωρίς να σου αφήσει κανένα περιθώριο να αγνοήσεις αυτό που έχει να σου πει. Κυριολεκτικά δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της. Σε μαγνητίζει, και το κάνει αβίαστα, ακόμα και με μια απλή κίνηση των χεριών της. Σε αυτή την απλότητά της βρίσκεται και η μαγεία της.

    Μας μίλησε για τη Μαρία Κάλλας, πως την έχει μελετήσει και έχει μάθει πολλά από αυτή. Μας μίλησε για τραγούδια που άκουγε έφηβη στο πικάπ και προσπαθούσε να τα αποστηθίσει.

    Φτάνοντας η βραδιά προς το τέλος, και αφού το γεμάτο Ηρώδειο άρχισε να σηκώνεται σιγά σιγά στο πόδι για να τραγουδήσει το “Because the Night”, άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες ψιχάλες.

    Οι ψιχάλες έγιναν βροχή κατά τη διάρκεια της φοβερής ερμηνείας στο “Pissing in a River”, που πιστεύω πως ήταν η κορυφαία στιγμή της βραδιάς από άποψη απόδοσης και ερμηνείας.

    Και ενώ η βροχή συνέχιζε, κανένας δεν πτοήθηκε! Η Patti μας τραγούδησε “Jesus died for somebody sins but not mine…” και πλέον το Ηρώδειο είναι όλο στο πόδι, τραγουδάει και χορεύει. Η Patti γίνεται ξανά έφηβη, πετάει το σακάκι της και δίνει τον καλύτερό της εαυτό σε ένα ξεσηκωτικό φινάλε.

    Ο κόσμος έμεινε όρθιος να χειροκροτάει για να δει την μπάντα να επιστρέφει για το encore. People Ηave the Power φωνάζαμε, “Believe it” μας απαντούσε η Patti, δημιουργώντας φοβερή ατμόσφαιρα και συγκίνηση.

    Η βροχή όχι μόνο δε χάλασε τη βραδιά, αλλά έδωσε περισσότερη ενέργεια σε μπάντα και κοινό για να την κάνουν αξέχαστη!

    Το Σάββατο στο Ηρώδειο, δεν υπήρχαν φανταχτερά σκηνικά, δεν υπήρχαν πολλές “φανφάρες” πάνω στη σκηνή. Υπήρχε η μπάντα, στημένη κοντά ο ένας στον άλλον, μόνο με τη μουσική της και μπροστά στο κοινό της. Το Σάββατο στο Ηρώδειο, είδαμε μια “ιέρεια”, που δεν τα χρειάζεται όλα αυτά. Μην ξεχνάμε πως πάνω της κουβαλάει μεγάλο μέρος της ιστορίας του rock n roll, της σκηνής της Νέας Υόρκης, του CBGB και του ξεκινήματος του punk, αλλά και τους beat ποιητές. Τι και αν πλέον είναι 75 χρονών; Έκανε αυτό που ξέρει. Πήρε το μικρόφωνο και μας παρέσυρε στα τραγούδια της και έκανε τη βραδιά μαγική. Απλά, λιτά και απέριττα.

    Καθώς η Patti μας χαιρετούσε, ήρθε η σειρά μας να της πούμε ότι είμαστε ευγνώμονες που την είδαμε, ελπίζοντας να την ξαναδούμε σύντομα.

     

    Κείμενο : Μιχάλης Κανάκης 

  • Manowar στο Release: Τα σπάσαν οι γριές!

    Οι metal συναυλίες είναι από τις καλύτερες εμπειρίες που μπορεί κάποιος συναυλιάκιας να έχει. Ακόμα κι αν δεν ακούει metal, είναι μια πραγματικότητα. Γιατί το κοινό είναι απολαυστικό, το ευγενικότερο όλων, ξεσπάνε οι άνθρωποι και ταυτόχρονα σου λένε «ωπ σόρυ, σε έσπρωξα;». Γιατί οι μπάντες τα δίνουν όλα, κι όταν λέμε όλα εννοούμε ό,τι έχουν από ψυχικό κόσμο και σωματικές αντοχές ως ό,τι έχουν από χρήματα για PA και εξαντλητικά decibel, κι από φαντασία για οφθαλμόλουτρα όπως το χθεσινό. Έγινε χαμός, τι να λέμε.

    Φτάσαμε στο παρά πέντε και προλάβαμε να ακούσουμε Rotting Christ στην ήδη κατάμεστη πλατεία Νερού. Ο Σάκης Τόλης, ο Θέμης Τόλης στα ντραμς και τα δύο νεούδια-μέλη της μπάντας, οι ξαπλωμένοι σταυροί και μια ώρα από αγαπημένα ακούσματα της ξακουστής μπάντας έδωσαν το απόλυτο support στους Manowar. Πολύς κόσμος ήταν χθες στο Release αποκλειστικά για τους Rotting Christ, και δικαίως. 666, Αθάνατοι εστέ, Άπαγε Σατανά (Σάτανα, για να ακριβολογούμε), Dies Irae, Xibalba, Grandis Spiritus Diavolos και φυσικά Non serviam. Μεγάλες στιγμές, όπως πάντα, άλλωστε, στα live τους. Το μόνο που μας έλειψε ήταν το Horsemen, την υπέροχη διασκευή από τους Afrodite’s Child του Παπαθανασίου. Το περιμέναμε σαν φόρο τιμής. Προχωρώντας να πούμε, λοιπόν ότι εκτός του ότι οι Rotting Christ είναι σήμα κατατεθέν της ελληνικής metal σκηνής και, σαφέστατα, αναμενόμενη και ευστοχότατη επιλογή να βρίσκονται στο line up μιας τέτοιας βραδιάς, υπάρχει κι άλλη σύνδεση μεταξύ τους με τους Manowar, κι αυτή είναι η «πάσα» για να περάσουμε στη φαντασμαγορία των Manowar, που ακολούθησε.

    Ο Σάκης Τόλης και ο Joey DeMaio συνεργάστηκαν στο project «The Revenge Of Odysseus” που είναι εμπνευσμένο από την «Οδύσσεια» και παρουσιάζεται ως συνέχεια του “Achilles, Agony and Ecstasy in Eight Parts” από το “The Triumph Of Steel” που κλείνει τα 30 χρόνια, κι από το οποίο χθες ακούσαμε στο encore ένα μικρό του κομμάτι. Στο stage του Release ανέβηκε ο Κωνσταντίνος Καζάκος για το Telemachus (part 1) με περικεφαλαία και ανέγνωσε Όμηρο,μεταφρασμένο από τον Σάκη Τόλη, ω φίλοι. Επίσης, με χλαμύδα και ανάλογη σοφία εμφανίστηκε και ο James Cosmo για την παρουσίαση του project στο Sword of the Highlands. Ναι, αλήθεια. Σου μυρίζει καλτίλα; Δεν είσαι true fan.

    Στο μουσικό κομμάτι της πρώτης βραδιάς του εορταστικού tour CRUSHING THE ENEMIES OF METAL ANNIVERSARY TOUR ’22, οι Manowar έδωσαν στο πιστό τους κοινό μια γερή δόση της δικής τους power metal, αυτής της επικής δημιουργίας, παίζοντας δύο ολόκληρες ώρες. Την παράσταση έκλεψε ο Eric Adams που μετά από τόσα χρόνια, στα 69 του, διατηρεί τη φωνάρα του σε άριστη κατάσταση. Μόνο αυτός και ο Dickinson έμειναν, να τα λέμε κι αυτά. Παράπονο των fans το ότι δεν έπαιξαν tracks από το Hail to England. Αλλά ποιος νοιάζεται; Hail and Kill σου λέει και τα μυαλά στα κάγκελα. Defender, Gates of Valhalla, Warriors of the world united, Black wind,fire and steel, Battle Hymn και καπνογόνα, headbanging, μωρά, έφηβοι, μεσήλικες και παππούδες. Τι άλλο να ζητήσεις;

    Ο DeMaio έκανε και το disclaimer για την συναυλία της Ισπανίας που ακύρωσαν, λέγοντας ότι το θέμα των Manowar είναι πάντα το κοινό τους που θέλουν να το προστατεύσουν, γι αυτό και τα χρήματα των εισιτηρίων τα επενδύουν στα show τους, στον ήχο τους, στη διοργάνωση των live τους. Κι αλήθεια είναι. Οι άνθρωποι παρέμειναν πιστοί στο γκίνες που έχουν σπάσει για την ένταση της μουσικής τους – στα bass solo ένιωθες τα ηχεία στην καρδιά σου δηλαδή- είχαν φωτιές, είχαν καπνούς, είχαν ηθοποιούς, μεγαλύτερο stage, καλύτερο PA, δυνατότερα φώτα. Το τιμούν το κοινό τους.

    Οι Manowar στα 70 τους παραμένουν ενεργέστατοι, δυναμικοί, απτόητοι, και ο κόσμος τους λατρεύει γι αυτό. Αφού ο DeMaio έσπασε τις χορδές του μπάσο του, αποχώρησαν με πυροτεχνήματα, με όλους τους παρευρισκόμενους (πάνω από 15.000 άτομα) ευχαριστημένους και χορτασμένους. In metal we trust, κι ότι θένε ας λένε.

    ΥΓ: Μέσα σε όλα τα συγκινητικά που συνέβησαν χθες, υπήρξε και μια στιγμή που μόνο σε metal συναυλία θα ζούσαμε. Στο κιόσκι με τις μπύρες, υπήρχε ένα πανό με το σκίτσο του Νίκου Ζαγγογιάννη, του αγαπημένου μας μακρυμάλλη, ροκά, που έπαιζε μουσική σε όλα τα ροκ στέκια, που μας σέρβιρε μπύρες σε όλα τα φεστιβάλ, που μας χάριζε χαμόγελα και αγκαλιές, και που έφυγε νωρίς από την παρέα. Οπότε, σε ξαναευχαριστούμε για όλα Νίκο.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφία : Anthony ka

  • Release Athens / Day 3 [Photostory]

    Release Athens Day 3 :  Parov Stelar, ARTBAT, Kevin de Vries, El.Siciliano…..and we are still dancing…!!

    Parov Stelar

    ARTBAT

     Kevin de Vries

    El.Siciliano

     

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

  • Δεύτερη μέρα Release: Αξέχαστη συναυλιακή βραδιά

    Δεύτερη μέρα Release και περιμέναμε βροχή. Ήταν η μόνη που δεν ήρθε γιατί όλ@ τ@ άλλ@ ήμασταν εκεί.

    Η αρχή έγινε, παραδοσιακά πια, με δύο ελληνικά συγκροτήματα. Οι Royal Arch βγήκαν πρώτοι στη σκηνή χωρίς καμία καθυστέρηση, και ακολούθησαν οι Sugar for the Pill. Και τα δύο συγκροτήματα κινούνται στον ήχο του indie/shoegaze, με μελωδικές κιθάρες, οι οποίες υστερούσαν κάπως στους Royal Arch ενώ ακούστηκαν καλύτερες στους Sugar for the Pill.

    Πέρασε γρήγορα η ώρα για να φτάσουμε στη στιγμή που οι Ιρλανδοί Fontaines D.C. ανέβηκαν για δεύτερη φορά στη σκηνή του Release. Είμαστε πολύ τυχεροί να βλέπουμε live  τέτοιες μπάντες, τη στιγμή που βρίσκονται στο απόγειό τους. Στις 19:15 λοιπόν, ανέβηκαν στη σκηνή ξεκινώντας με το “In ár gCroíthe go deo” από το πρόσφατο “Skinty Fia”. Ο κόσμος ήδη είναι αρκετός από κάτω, και οι πρώτες πολύ θερμές αντιδράσεις έδειξαν ότι οι Ιρλανδοί, φυσικά και έχουν το κοινό τους στη χώρα μας. Ο ήχος ήταν πολύ καλός, οι κιθάρες μας πήραν τα μυαλά, ενώ ο frontman Grian Chatten, δε μας μίλησε ούτε μια φορά από το μικρόφωνο, και δεν σταμάτησε να πηγαίνει πάνω-κάτω στη σκηνή προκαλώντας μας συνέχεια με τις κινήσεις του να ξεσηκωθούμε!

    Έπαιξαν κομμάτια και από τα τρία εξαιρετικά albums τους. Είναι αξιοσημείωτο για μία μπάντα με τρεις κυκλοφορίες να έχει τέτοια μεγάλη γκάμα από υλικό για τις εμφανίσεις τους. Και μπορεί να έχει ο καθένας ξεχωριστά αγαπημένα κομμάτια, αλλά πιστεύω πως ότι και να έπαιζαν θα ήταν το ίδιο εξαιρετικοί! Το κοινό ξεχώρισε και τραγούδησε το “Jackie Down the Line”, φυσικά το “The Boys in the Better Land”, χόρεψε στο “Sha Sha Sha”. Νομίζω όμως πως το φινάλε με την φοβερή εκτέλεση του “I Love You” ήταν το highlight της βραδιάς. Οι Fontaines D.C. έχουν τις συνθέσεις, έχουν τις live εμφανίσεις, έχουν και το attitude για να γίνουν τεράστιοι και σε λίγο καιρό θα τους βλέπουμε σε ρόλο headliner στα μεγάλα φεστιβάλ.

    Οι Mogwai, πρωτοπόροι στον ήχο του post rock, με 11 albums στο ενεργητικό τους, ανέβηκαν στη σκηνή, έχοντας να κερδίσουν ένα στοίχημα. Όχι όσον αφορά στην αγάπη του ελληνικού κοινού, αυτή είναι δεδομένη. Το στοίχημα αφορούσε στο πώς θα κέρδιζαν τον κόσμο με τα instrumental κομμάτια τους, σε ένα ανοιχτό φεστιβάλ, και μετά από τους καταιγιστικούς Fontaines. Το κέρδισαν πανηγυρικά, δίνοντάς μας μια από τις καλύτερες εμφανίσεις τους. Από νωρίς έδειξαν τις διαθέσεις τους, με το “I’m Jim Morrison, I’m Dead”, ενώ η εμφάνισή τους στηρίχθηκε κατά βάση στο πιο πρόσφατο album τους “As the Love Continues”.

    Όπως στους Fontaines, έτσι και στους Mogwai ήταν έντονη η ανταπόκριση του κόσμου, ενώ σε αντίθεση με τους Ιρλανδούς που δε μας είπαν κουβέντα, ο Stuart Braithwaite δεν έχανε ευκαιρία για να μας ευχαριστήσει.

    Ακόμα και στα πιο μελωδικά κομμάτια, ήταν εμφανές ότι οι Mogwai έχουν όγκο και ένταση στον ήχος τους. Φτάνοντας στο τέλος, ήρθε και η κορυφαία στιγμή του σετ τους, με τα “Mogwai Fear Satan” και “We’re not here”, φτιάχνοντας ένα wall of sound με τον όγκο τους, κλείνοντας με μία φοβερή κορύφωση.

    Αφού μας χαιρέτησαν οι Mogwai, η σκηνή μετατράπηκε σχεδόν σε…εργοτάξιο για να ετοιμαστεί για τον Nick Cave και τους Bad Seeds. Οι Bad Seeds αυτή τη φορά είχαν εμπλουτιστεί με μία μικρή χορωδία τριών ατόμων, που έδιναν gospel πινελιές στα φωνητικά και διαφορετικές πτυχές σε κομμάτια.

    Με το πολύ δυναμικό ξεκίνημα με τα “Get Ready for Love” και “There She Goes, My Beautiful World” από το εξαιρετικό “Abattoir Blues” και μέσα σε επευφημίες από το κοινό, ο Nick Cave μας είπε πως θέλει να μας μιλήσει για ένα κορίτσι και το “From Her to Eternity”. Μία από τις πιο δυναμικές στιγμές της συναυλίας, ήταν γεγονός.

    Από το πρώτο κιόλας κομμάτι, έβγαινε στο διάδρομο που είχε στηθεί μπροστά στις μπαριέρες, χαιρετούσε, άγγιζε,  αγκάλιαζε, χάιδευε τον κόσμο  ενώ κάποιες στιγμές έμπαινε ακόμα πιο μέσα, ένα βήμα πριν το crowdsurfing. Η σχέση του Cave με το ελληνικό κοινό είναι πολυετής και ιδιαίτερα θερμή, άλλωστε. Λίγοι καλλιτέχνες μπορούν να έρχονται τόσο συχνά και να γεμίζουν χώρους με 10.000 κόσμο. Ο Cave το καταφέρνει, και είναι απλά Τετάρτη.

    Προχωρώντας στο σετ, η βραδιά γίνεται αρκετά συναισθηματική με τον Cave να κάθεται στο πιάνο στο “I Need You” και να βουρκώνει.  Καλλιτέχνες του βεληνεκούς του Cave υπάρχουν μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού. Η φιγούρα του είναι τόσο καθηλωτική, δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του. Καθηλωτικές είναι και οι ερμηνείες του. Ακόμα και σε συναυλίες σαν αυτή, που το setlist δεν είναι βγαλμένο από κάποια best of συλλογή, κερδίζει ακόμα και τον λιγότερο μυημένο ακροατή.

    Σε όλο αυτό, βασικό ρόλο έπαιξαν οι Bad Seeds με την ατμόσφαιρα που δημιουργούν. Τα τελευταία χρόνια με αυτή τη σταθερή τους σύνθεση, έχουν απελευθερώσει και άλλο τον Cave. Ναι, μας έλειψε ο Blixa  και σίγουρα λείπει και στον ίδιο. “We try to do our best without Blixa” μας είπε όταν κάποιος από κάτω φώναξε το όνομά του.

    Η βροχή που φοβόμασταν μην έρθει, ήρθε σε μορφή καταιγίδας με το “Tupelo” και την επιστροφή στα κλασικά κομμάτια που επισφραγίστηκε με το “Red Right Hand”, αγαπημένο του ελληνικού κοινού. Άλλη μία σημαντική στιγμή, όπως πάντα, το μοναχικό “Into My Arms”, το πρώτο κομμάτι από τα encore, με τον Cave στο πιάνο, μόνο του στη σκηνή.

    Όποιος είχε ξαναδεί τον Cave, βίωσε για άλλη μία φορά τι είναι αυτό που τον κάνει ξεχωριστό. Για όποιο όμως δεν τον είχε ξαναδεί, το live αυτό ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία, που δεν θα ξεχάσει.

    Την Τετάρτη στην Πλατεία Νερού, γράφτηκε ιστορία, με τρεις εξαιρετικές μπάντες, με αποκορύφωμα την εμφάνιση του Nick Cave,  με εξαιρετικό ήχο σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, με πάνω από 10.000 κόσμο, με ένα καταπληκτικό line up, και όλες τις μπάντες σε απολαυστικές performance. Αξέχαστη συναυλιακή βραδιά.

    Κείμενο : Μιχάλης Κανάκης 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

  • Plisskën Festival 2022 / Day 2 [Photostory]

    Plisskën Festival 2022 / Day 2

    MAIN : BEACH BUNNY

    AQUARIUM : LCY

    TUNNEL : Keiyaa

    MAIN: MEZERG 

    TUNNEL : Tropical Fuck Storm

    REPUBLIC : BLACK ATHENA

    AQUARIUM : rRoxymore

    MAIN : Yves Tumor

    REPUBLIC : OFILI 

    TUNNEL : SPACE AFRIKA

    MAIN : SLOWTHAI 

    AQUARIUM : LOUISAHHH

    TUNNEL : KOKOKO!

    MAIN : BONOBO 

     

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

  • Plisskën Festival 2022 / Day 1

    Πρώτη ημέρα Plisskën, και πολύς κόσμος για τα δεδομένα του τριημέρου, και στο main stage και στα τρία κλειστά. Θυμάσαι το Synch που γινόταν στην Τεχνόπολη και τριγυρνούσαμε από stage σε stage μεθυσμένοι; Εμείς το θυμηθήκαμε!

    Mala Rodríguez, Polo & Pan και φυσικά Caribu για το μεγάλο πάρτυ που μάζεψε δικαιολογημένα τον περισσότερο κόσμο. Καλοκαιρινές μελωδίες, και ευτυχώς χωρίς την πολυαναμενόμενη βροχή (!), κομφετί, μπαλόνια και πολύς χορός! Μας έμεινε αμανάτι η απορία της απουσίας του Jay Electronica αλλά και της Petal Supply, που δεν έπαιξαν καθόλου χθες, οπότε αναμένουμε την σχετική ανακοίνωση του Plisskën . Για το τέλος το μενού είχε Sama’ Abdulhadi, την Παλαιστίνια τέκνο dj που μας λέει “The music is Berlin techno, but I perceive it in a Lebanese way” και μας το χάρισε απλόχερα!

    Σήμερα πάμε για Bonobo, Avalon Emerson, Yves Tumor, εννοείται Slowthai, LCY και ακόμα 18 εμφανίσεις! Ραντεβού στην Τεχνόπολη!

     

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

    Κείμενο: puzzlemag

  • Πρώτη ημέρα Release Festival: Πόσο δύσκολη είναι η λέξη «σεβασμός», τελικά;

    Δύο χρόνια αναμονή και ήρθε η ώρα για το πρώτο θερινό φεστιβάλ. Το πρώτο και από τα καλύτερα. Γιατί χρόνια τώρα στο Release Athens, απολαμβάνουμε live χωρίς στριμωξίδια από τον υπεράριθμο κόσμο, με τα φτηνότερα ποτά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα μεγάλα φεστιβάλ της πόλης, με καλό ήχο παρά τον ανοιχτό χώρο. Χθες όμως τα πράγματα φάνηκαν διαφορετικά.

    Με καθυστέρηση μισής ώρας άνοιξαν οι πόρτες και οι πρώτοι dark fans έτρεξαν προς τα κάγκελα για να πιάσουν μια «θέση στον ήλιο»! Στο stage ήταν οι Youth Valley, παίζοντας τα tracks από το EP τους -Young sad lovers, Untouched και φυσικά Father forgets- και άλλες δημιουργίες τους. Μας θύμισαν Cure,Smiths και DIIV συνδυάζοντας τις shoegaze μελωδίες τους και τις μπασογραμμές τους, με τους στίχους που παραπέμπουν σε μονόλογο στον ψυχοθεραπευτή. Απλοί και λιτοί, οι Αθηναίοι Youth Valley μας άφησαν να περιμένουμε ένα επόμενο live τους αλλά και το επερχόμενο άλμπουμ τους.

    Strawberry Pills στο stage και η διάθεση άρχισε να σκοτεινιάζει. Κι ενώ κάτω από τον αθηναϊκό ήλιο δεν ταίριαζαν πολύ, ένα σύννεφο εμφανίστηκε την κατάλληλη στιγμή. Valisia Odell και Αντώνης Κωσταντάρας, ένα duo που αγαπάμε απ’ όταν τους γνωρίσαμε στους Phoenix Catscratch και τους ακούσαμε στις «Αλπεις» του Λάνθιμου. Και ήταν ακριβώς όπως τους θέλαμε, όπως τους απολαύσαμε και στην τελευταία τους εμφάνιση με τους She past away: Coldwave και Dark electro, βαμμένα μάτια και αυτή γνώριμη μαυρίλα που όλοι περιμέναμε χθες. Δυστυχώς λόγω χρόνου δεν έπαιξαν όλο το προγραμματισμένο setlist τους. Μάλιστα, ξεκινώντας το τελευταίο τους κομμάτι, σταμάτησαν απότομα λέγοντας “συγγνώμη ,τελείωσε ο χρόνος μας”, με χαμόγελο και μια πικρία που τη νιώσαμε κι εμείς. Το απόγευμα έχει πάντα ενδιαφέρον στο Release Festival γιατί ακούμε εγχώρια διαμάντια, νέους και παλιότερους μουσικούς που πάντα έχουν κάτι να πουν, που προσπαθούν against all odds. Χρειάζονται και αξίζουν τον χρόνο και τον χώρο τους.

    Αργώ επίτηδες να πάω παρακάτω, γιατί όταν οι δύο πρώτες μπάντες άφησαν τη σκυτάλη στις τρεις «μεγάλες» που έπονταν, το σκηνικό άλλαξε δραματικά.  Γνωρίζουμε καλά ότι οι μπάντες που έρχονται από το εξωτερικό έχουν τους δικούς τους ηχολήπτες και, έτσι ξενολάγνοι που είμαστε, μας φαίνεται και σωστό και καλύτερο. Χθες περίτρανα αποδείχθηκε το ακριβώς αντίθετο, μιας και ούτε στους Deus, ούτε στους Jesus and the Mary Chain αλλά ούτε και στους Bauhaus που είχαν δικούς τους ηχολήπτες, ακούγαμε καλά! Ξαφνικά, τα μπάσα ήταν ενοχλητικά και οι φωνές δεν ακούγονταν, ο ήχος ήταν κομπρεσαρισμένος και, για να το καταλάβεις καλύτερα, ήμασταν μεταξύ FOH και stage και μπορούσαμε να μιλάμε και να ακουγόμαστε μεταξύ μας κανονικά.

    Οι Deus, πιστοί στους fans τους, έπαιξαν αγαπημένα κομμάτια από Pocket Revolution, Worst Case Scenario, Following Sea, Ideal Crash, αλλά λόγω κακού ήχου δεν κατάφεραν να μας ξεσηκώσουν, όπως τις προηγούμενες φορές που τους έχουμε δει. Το μπάσο του Alan Gevaert, και τα πλήκτρα και το βιολί του Klaas Janzoons δεν ακούγονταν καθόλου. Κάτι άλλαξε στο κλασσικό Suds & Soda, κουνηθήκαμε λιγάκι, αλλά κατόπιν αποχώρησαν, αφού ήταν και το τελευταίο τους κομμάτι, οπότε δεν μας συνεπήρε.

    The Jesus and Mary Chain για τη συνέχεια και ο ήχος λίγο καλύτερος αλλά και πάλι χαμηλός. Βγήκαν οι άνθρωποι, τα τραγούδησαν, είπαν και τα χιλιάδες ευχαριστώ τους και αυτό ήταν.  Aπό τα 18 tracks που έπαιξαν, θυμόμαστε το Cracking Up,το Darklands και το αγαπημένο μας Just Like Honey, όπου τραγουδήσαμε με τους διπλανούς, σηκώσαμε τα ποτήρια μας και.. σχολιάσαμε τον ήχο.  Μα ούτε αυτοί καλό ηχολήπτη;

    Και φτάνει η μεγάλη ώρα, δυο χρόνια αναμονής, κάποιοι με εισιτήρια brand new, άλλοι με εισιτήρια από τις ακυρωμένες συναυλίες λόγω κόβιντ, άλλοι από την επαρχία, μαζευτήκαμε, στριμωχτήκαμε να δούμε τον πρίγκηπα τον Murphy. Και βγήκε ο πρίγκηπας και τα έκανε θάλασσα. Αν εξαιρέσουμε το Rosegarden Funeral of Sore, το εξαιρετικό cover του John Cale των Βauhaus, με το οποίο ξεκίνησαν την εμφάνισή τους και ενθουσιαστήκαμε, όλο το υπόλοιπο ήταν επιεικώς απαράδεκτο.

    Θα ήθελα να μην γράψω για τους Bau-χάος -όπως εύστοχα γράφει κάποιος στα social- αλλά υπάρχουν πολύ σημαντικά πράγματα που χρειάζεται να ειπωθούν γι αυτό το live. Το πρώτο είναι το «ου γαρ έρχεται μόνον». Όταν είσαι ένας ξεπεσμένος σταρ, όλη η εκκεντρικότητα που κάποτε σε έκανε ξεχωριστό γιατί εμφανιζόσουν στα live με μαυρισμένο μάτι,  αφού είχες παίξει μπουνιές προηγουμένως, γιατί ήσουν πνεύμα αντιλογίας, γιατί έβριζες τους πάντες και παρουσιαζόσουν ως κυνικός παράξενος, μετατρέπεται σε συγκλονιστική αγένεια που απογοητεύει τους πάντες. Χθες οι Bauhaus έπαιξαν το μισό setlist τους και μάλιστα με τον Peter Murphy ωρυόμενο να λέει στο μικρόφωνο “this is cutting out!”, απευθυνόμενος στον ηχολήπτη του! Αποχώρησε από τη σκηνή φωνάζοντας “its your fault!” και άφησε τον Daniel J και τον Daniel Ash να ολοκληρώσουν το cover του Ziggy Stardust που ήταν και το τελευταίο κομμάτι τους. Αποχωρώντας, μου διηγήθηκαν μια ιστορία από live των Radiohead όπου ο  Thom Yorke έβγαλε το in ear του γιατί δεν άκουγε καλά και ολοκλήρωσε τη συναυλία, και κάπου καταλαβαίνεις τις μεγάλες διαφορές από σταρ σε “σταρ”.

    Το δεύτερο είναι ότι πέρα από την συγκλονιστική αγένεια που επιφέρει η υπερβολική ξιπασιά, υπάρχει και μια μεγάλη ντροπή. Όταν ένα φεστιβάλ σε φιλοξενεί, και πόσο μάλλον στα στερνά σου, χρειάζεται να σεβαστείς τον κόσμο που έχει πληρώσει για να σε ακούσει, αφ’ ενός. Αφ’ ετέρου, πρέπει να σεβαστείς και τη διοργάνωση. Κάτι που σκεφτόμουν όταν πριν μερικές εβδομάδες άρχισαν ξανά τα καλοκαιρινά live ήταν ότι το πολύ σημαντικό στους καλλιτέχνες που θα ακούσουμε και θα δούμε, είναι το να ξέρουν πού έρχονται. Να ξέρουν ότι έρχονται σε μια χώρα κατακρεουργημένη οικονομικά, όπου οι άνθρωποί της είναι διπλά κουρασμένοι κι όπου η μουσική είναι μια ομπρέλα για να ενωθούμε και όχι ένας τρόπος εκτόνωσης για τα κόμπλεξ και τις μικρότητές μας. Στην περίπτωση των Bauhaus αυτό σίγουρα δεν ήταν ούτε δεδομένο ούτε σεβαστό μιας και με ένα δικό τους crew σε όλα τα πόστα, κατάφεραν να τσακωθούν, να τσαντιστούν, να μας κάνουν τα νεύρα κρόσσια και να μην πουν ούτε μια συγγνώμη.

    Το Release είναι meeting point και ευτυχώς υπάρχει παρόλες τις δυσκολίες της εποχής. Συνεχίζεται με επόμενο ραντεβού στις 15 Ιουνίου, με Nick Cave & the Bad Seeds, Mogwai, Fontaines D.C. (καρδούλα), Sugar for the pill και Royal Arch. Σίγουρα θα είμαστε εκεί!

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”120″ gal_title=”release day 1 2022″]

  • Weather Underground και Jet Black ξορκίζουν τη Δευτέρα!

    Οι Κυριακές είναι περίεργες. Από τη μία είναι μια ελεύθερη μέρα για να κάνεις ό,τι θέλεις, από την άλλη βλέπεις τη Δευτέρα να έρχεται κατά πάνω σου με φόρα και αυτό σου κόβει τα φτερά. Αυτή την Κυριακή όμως, είχαμε μια ωραία ευκαιρία να πάμε κόντρα σε αυτή τη φόρα, και να παρατείνουμε το Σαββατοκύριακο για λίγες ακόμα ώρες.

    Πως έγινε αυτό; Πηγαίνοντας σε ένα εξαιρετικό live! Πήγαμε, λοιπόν, στο Six Dogs για να δούμε τους Weather Underground και τους Jet Black.

    Ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται από τις 21:00 και μετά και αφού σχεδόν γέμισε το χώρο, οι Jet Black ανέβηκαν πρώτοι στη σκηνή περίπου στις 21:45.

    Το σετ τους είχε κομμάτια από το πρώτο τους album, αλλά και από τη δουλειά που ετοιμάζουν αυτό τον καιρό.

    Από την αρχή έδειξαν τις διαθέσεις τους, με δυνατή σκηνική παρουσία. Garage, rock n roll αλλά νομίζω το grunge των Nirvana είναι η βάση τους, ενώ δεν έλειψαν και τα blues rock στοιχεία.

    Είναι δεμένη μπάντα και μου φαίνεται ότι έχουν δουλέψει αρκετά και βελτιώνονται.

    Αν με το ντεμπούτο τους “Transcendence” φαινόταν πως έψαχναν την ταυτότητάς τους, νομίζω πως πλέον, στα νέα τους κομμάτια, έχουν πιο ξεκάθαρο προσανατολισμό στο παίξιμο και στις συνθέσεις τους. Πιστεύω πως με επιμονή και καλή δουλειά θα μας απασχολήσουν στο μέλλον.

    Εύκολα η καλύτερή τους στιγμή, ήταν το ξεσηκωτικό “Lola” στο φινάλε τους!

    Λίγο πριν τις 23:00 στη σκηνή ανέβηκαν οι Weather Underground. Και αυτοί κινήθηκαν σε κομμάτια από το πρώτο τους album “The Sad Story of…” αλλά και από το επερχόμενο album που αναμένεται να κυκλοφορήσει το φθινόπωρο.

    Ο ήχος τους φαίνεται να είναι επηρεασμένος από την grunge σκηνή. Νομίζω είναι ευδιάκριτες οι επιρροές από Sonic Youth ή και Alice in Chains, ενώ στα πιο μελωδικά σημεία μας θυμίζουν τους Manic Street Preachers.

    Ξεκινώντας σχετικά ήρεμα με το “Uncertain”, το κομμάτι που κλείνει το πρώτο album για να δώσει μετά τη σκυτάλη σε κομμάτια από την επερχόμενη δουλειά τους, όπου είναι πιο καθαρές οι grunge επιρροές τους.

    Οι Weather Underground έχουν δυνατά και κιθαριστικά κομμάτια. Οι κιθάρες δίνουν ρυθμό και μελωδίες πατώντας πάνω στο σταθερό και γκρουβάτο  rhythm section. Το δυνατό σημείο της μπάντας είναι οι δουλεμένες συνθέσεις. Μέσα στα κομμάτια οι εντάσεις αλλάζουν, υπάρχουν δυναμικές, δημιουργώντας ήρεμα σημεία και κορυφώσεις, κρατώντας συνεχώς το ενδιαφέρον.

    Όσο περνούσε η ώρα, τόσο η απόδοση της μπάντας ανέβαινε. Προσωπικά ξεχώρισα το “Return”, γκρουβάτο, βρώμικο, με ήρεμη παύση λίγο πριν τερματίσουν οι εντάσεις για το φινάλε. Ενώ το “Neon Night Riders” φαίνεται πως είναι αγαπημένο του κοινού!

    Το κοινό ήταν πολύ ενεργό κατά τη διάρκεια της εμφάνισης και των 2 συγκροτημάτων, κάνοντας πολύ ζεστές τις εμφανίσεις τους, δημιουργώντας αλληλεπίδραση κάτω και πάνω στη σκηνή.

    Μετά από περίπου 70 λεπτά, η εμφάνισή τους έφτασε στο τέλος. Ο μπασίστας και ο drummer άφησαν τη σκηνή, ήρθαν στο κοινό, και οι δύο πλέον Weather Underground μας χάρισαν μια σχεδόν unplugged εκτέλεση, ενός νέου κομματιου, το “Clock”, για το δρόμο, και μας καληνύχτισαν.

    Οι συναυλίες πλέον, έχουν επιστρέψει για τα καλά στο πρόγραμμα, και αυτή η Κυριακή ήταν μια καλή ευκαιρία να δούμε δύο εγχώριες μπάντες οι οποίες σίγουρα θα μας απασχολήσουν στο άμεσο μέλλον!

    (ξορκίζοντας ταυτόχρονα και τη Δευτέρα!)

     

    The Weather Underground : https://www.facebook.com/twuathens/

    The Jet Black : https://www.facebook.com/profile.php?id=100041655567073

     

    Κείμενο : Μιχάλης Κανάκης 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”118″ gal_title=”The Weather Underground”]

     

  • Sold out Cigarettes After Sex στο Τεχνόπολις: Έρωτας και ξερό ψωμί

    Την πρώτη νύχτα τους στην Αθήνα,οι Cigarettes After Sex, ήρθαν να κουμπώσουν απόλυτα με το σκηνικό που έφτιαξε η πρώτη καλοκαιρινή μπόρα με τον  γνωστό, δραματικό, λευκό φωτισμό τους, παρουσιάζοντας για ακόμα μία φορά στην πόλη την ντελικάτη, απαλή τους rock. Και με τραγούδια που ενώ πολλοί δεν θα ακούσουν διαφορές μεταξύ τους , μιας και οι μπασογραμμές, τα πλήκτρα και τα μοτίβα στα ντραμς είναι όμοια, πίσω από την ομιχλώδη αισθητική τους, αναδύεται μια παλέτα ηρεμίας και γλυκύτητας. Όπως θα διαπιστώσετε και από τις αμιγώς ασπρόμαυρες φωτογραφίες της Αλεξάνδρας Κατσαρού, οι CAS έχουν έναν αυστηρό κανόνα “Black & White μόνο”. Αυτό ισχύει για τα βίντεο, τις φωτογραφίες και τα visuals τους αλλά όχι για τη μουσική τους.

    Ο Greg Gonzalez και οι συνεργάτες του, ερμήνευσαν για το αθηναϊκό κοινό κομμάτια από τους δύο δίσκους τους, τα one-off singles(και φυσικά το All I Want πρώτο πρώτο), τα πρώτα EP τους, και όλα αυτά εξαιρετικά κοντά στα ηχογραφημένα tracks. Τα τύμπανα στην μία πλευρά της σκηνής, από την άλλη το μπάσο, και στη μέση ο Gonzalez με τα ανδρόγυνα φωνητικά του. Πάντα ίδιος, σταθερός στον τρόπο που κινείται και τραγουδάει, κοντά στο μικρόφωνό του, παίζοντας κιθάρα κουνώντας την σε slow motion. Συχνά πλησίαζε την άκρη του stage για να πάρει όλο και περισσότερη από την ενέργεια του κοινού που τον αποθέωνε. Στο encore, που κάπου «βρώμισε» την κιθάρα του, θυμηθήκαμε ότι, ναι, οι CAS είναι rock. Soft αλλά rock.

    Το κοινό ούρλιαζε με το που ξεκινούσε κάθε κομμάτι, σε κάθε κίνηση του Gonzalez, σε κάθε τέλος, και έμοιαζε μαγεμένο από το ηχητικό ξόρκι των CAS. Affection, Nothing’s Gonna Heart you Baby, Apocalypse, η απολαυστική διασκευή του Keep On Loving You των REO Speedwagon, λίγο περισσότερο από μια ώρα συναυλία. Δεν θα μπορούσαμε, βέβαια, να διαλέξουμε τα κομμάτια στα οποία υπήρξε ο μεγαλύτερος ενθουσιασμός γιατί σε κάθε κομμάτι -κυριολεκτικά και χωρίς υπερβολές- ακούγονταν οι ουρλιαχτές επιδοκιμασίες, άναβαν αναπτήρες, ακούγονταν αυτούσιοι οι στίχοι. Το κοινό ήταν κατά μέσο όρο 20 χρόνων και είναι και αυτό που έδωσε τη χροιά και τη δυναμική του χθεσινού live.

    Το setlist το συνόδεψαν visuals πανσελήνου που βγαίνει πάνω από τη θάλασσα, χάνεται στα σύννεφα και τελικά αφήνει αυτά σε πρωταγωνιστική θέση. Ενώ ανά διαστήματα, φλεγόμενα τριαντάφυλλα έσπαγαν λίγο το ρομάντζο για να ταιριάξουν με τους μελαγχολικούς στίχους του Gonzalez. Στο μισό live έβρεχε χθες, και στην πλατεία της Τεχνόπολης, μπορούσες έυκολα να απορροφηθείς από μια αίσθηση..αναισθησίας. Ξέρεις, ένα μούδιασμα, μια απαλότητα αποφασισμένη να σε πάρει μαζί της ή να σε αφήσει πίσω της.

    Στο χθεσινό sold out, είδαμε μια ταινία για τον έρωτα, που λέει και ο Σ. Ήρθε και η μπόρα κι έδεσε το γλυκό. Ένας τροβαδούρος που σιγοτραγουδούσε για τα παθήματά του και τον πόνο που του έχει προκαλέσει η αγάπη, κι από κάτω ζευγάρια που φιλιούνταν σαν να ήταν οι πρωταγωνιστές της βραδιάς, βρεγμένα και αγκαλιασμένα στο ημίφως μιας νύχτας που δεν έχει σχέση με τους αγχώδεις ρυθμούς της ημέρας στην πόλη. Και, ναι, το κοινό ήταν μικρό σε ηλικία -αν και δίπλα μας κάθονταν ένα ζευγάρι 60άρηδων που ήταν μες στα μέλια- και είναι αυτό που, τελικά, που δίνει ένα άλλο νόημα στο live των CAS αλλά και στον έρωτα. Γιατί είχαμε χρόνια να δούμε live με ουρλιαχτά εφήβων, στο οποίο δεν έπαιζε μια hip hop ή pop μπάντα για να κάνεις πάρτυ, αλλά οι Cigarettes After Sex που ξεχειλίζουν πραότητα. Έχει ανάγκη από τρυφερότητα ο κόσμος.

    ΥΓ: Ανεξάρτητα από όσους φιλήθηκαν, γνωρίστηκαν ή χώρισαν χθες, από όσους ήταν σφιχταγκαλιασμένοι και σε μερικά χρόνια μπορεί να μη θυμούνται ονόματα αλλά αγγίγματα, ας προτιμήσουμε τον έρωτα από την κυνικότητα. Και ξέρεις κάτι; Το happy end το χολυγουντιανό έχει μια συνταγή, ένα σενάριο. Ενώ η ζωή πάει από happy end σε happy end.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”116″ gal_title=”CIGARETTES AFTER SEX”]

  • Σάββατο βράδυ με Nick Mason, κοιτάζοντας πίσω με δέος

    Στην Τεχνόπολη του 2022, λοιπόν, ήρθε ο Nick Mason των Pink Floyd, στα μόλις 78 του, με την νεοσύστατη μπάντα του (από το ’18), τους Nick Mason’s Saucerful of Secrets. Η σύσταση ήταν ιδέα του Lee Harris -όπως μας πληροφόρησε ο Mason- του πολύ σεμνού και αξιόλογου κιθαρίστα, που μόνο ωραία ενέργεια μετέδιδε από τη θέση του. Δίπλα του ο Garry Kemp, ο Dom Beke και ο Guy Pratt. Δεν πήγαμε να ακούσουμε Pink Floyd, αλλά covers τους, οπότε κάθε μεγαλύτερη προσδοκία την ακολούθησε η ματαίωση, αν και σε γενικές γραμμές τα κομμάτια παίχτηκαν πιστά στα album versions τους.

    Είναι σαφώς συγκινητικό να μπορείς να βλέπεις, από τόσo κοντά, ένα ζωντανό κομμάτι της ιστορίας της ψυχεδελικής μουσικής των Pink Floyd, μιας μπάντας που σημάδεψε για πάντα τον κόσμο. Να βλέπεις τον Mason να παίζει μουσική και να χτυπάει το τεράστιο μπονγκ σχολιάζοντας ότι «αφού του άλλαξε τα φώτα ο Waters τόσα χρόνια, τώρα έχω κι εγώ την ευκαιρία μου». Τα κομμάτια που ακούσαμε αντηχούν εμπειρίες που καμία σχέση δεν έχουν με τις δικές μας, γράφτηκαν από ανθρώπους που είναι πλέον παρελθόν ανεξάρτητα από το αν ζουν, ξεχειλίζουν παραισθήσεις και ψυχεδέλεια μουσικών που κάποτε κρατούσαν στα χέρια τους τη γέννηση μιας ολόκληρης εποχής. Γι αυτό και θα ήταν ακατόρθωτο να τα ακούσουμε και να τα ευχαριστηθούμε, όπως τους αξίζουν. Αυτό θα χρειαζόταν σίγουρα μια χρονομηχανή. Αν αφαιρέσουμε το ορθό “living legend” για τον Mason, το live ήταν μια εκδοχή κομματιών από τα Meddle, Obscured by Clouds, Relics, The Piper at the Gates of Dawn, A Saucerful of Secrets, Atom Heart Mother.

    Προβλήματα στον ήχο και ιδιαίτερα τα ενοχλητικά μπάσα που σου προκαλούσαν πονοκέφαλο (οι ηχολήπτες ήταν της μπάντας), τα καθίσματα σχεδόν σε όλη την πλατεία της Τεχνόπολης, και ο περιορισμός των fans να πλησιάσουν μέχρι το προγραμματισμένο encore ήταν τα διαδικαστικά που δεν μας άφησαν ευχαριστημένους, σκεπτόμενοι κιόλας ότι ήταν αιτήματα της μπάντας . Κάποιοι, φαντάσου, πλησίασαν τα κάγκελα θεωρώντας ότι μάλλον ντρέπεται ο κόσμος -sic- και απομακρύνθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Τα σχόλια και η γλυκύτητα του Mason, οι αναφορές του στον S.Barrett, οι αξιόλογοι μουσικοί που τον συνοδεύουν, η νοσταλγία για όλη την δυναμική των tracks που κάποτε έφτιαξαν οι Pink Floyd πριν το ‘72 και που δεν επέλεξαν ούτε ο Gilmour ούτε ο Waters να συμπεριλάβουν στα setlists τους, και ένα εξαιρετικό Set the Controls for the Heart of the Sun θα συμπλήρωνα εγώ, ήταν αυτά που έκαναν το live ενδιαφέρον. Και το κοινό ήταν ενθουσιασμένο και πολλές φορές, ανάμεσα στους 60άρηδες που τους άκουσαν τότε το ’89, και τους μικρότερους που ξέρουμε τους στίχους απέξω, μπορούσες για λίγο να κλείσεις τα μάτια και να αφεθείς σ’ αυτά τα μουσικά αριστουργήματα.

    Αν αναλογιστείς ότι αυτή η μουσική κάποτε αντιπροσώπευε μια «εξεγερμένη γενιά», ότι κοιτάζοντας πίσω με δέος θα έπρεπε να παίρνεις ώθηση για το καλύτερο, και λιγότερο να αναπτύσσεις φιλικά συναισθήματα προς μια χαμένη νιότη, ότι τελικά πολλές φορές καλύτερα είναι τα πράγματα να μένουν στη μνήμη μας όπως υπήρξαν λαμπερά και όχι σε μια αναμενόμενη παρακμή, το προχθεσινό live άξιζε τον κόπο αλλά ήταν ανεπαρκές.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες : Αφροδίτη Ζαγγανά

  • Ο Nick Mason έφερε στην Τεχνόπολη τους Pink Floyd που δεν έχουμε ξανακούσει

    Ξεκινάει ένα μεγάλο συναυλιακό καλοκαίρι, έπειτα από 2 καλοκαίρια φεστιβαλικής απραξίας, και ενώ ήδη έχει γίνει η αρχή με κάποια live στους κλειστούς χώρους της Αθήνας, ξεκινήσαμε σιγά σιγά και τα open air.

    Φτάσαμε λοιπόν, στην Τεχνόπολη το Σάββατο για να δούμε τον Nick Mason με τους Saucerful of Secrets.

    Η μπάντα αυτή δημιουργήθηκε από τον Nick Mason (ιδρυτικό μέλος των Pink Floyd) το 2018, με σκοπό να αναδείξει την πρώιμη περίοδο των Pink Floyd, αυτή πριν το 1972 και το Dark Side of the Moon, όπου κυριαρχεί η ψυχεδέλεια και στο μεγαλύτερο μέρος της, πρωταγωνιστής ήταν ο Syd Barrett. Μαζί του στη μπάντα είναι ο Guy Pratt στο μπάσο και τα φωνητικά (μπασίστας των Pink Floyd μετά την αποχώρηση του Waters), ο Garry Kemp σε κιθάρα και φωνητικά, ο Lee Harris στην κιθάρα και ο Dom Beken στα πλήκτρα.

    Ήδη από τις 19:00 (οι πόρτες άνοιγαν στις 19:30) είχε σχηματιστεί η ουρά του κόσμου που περίμενε για να μπει στο χώρο. Κόσμος που με ανυπομονησία περίμενε να δει και να ακούσει το ιδρυτικό μέλος και ήρεμη δύναμη πίσω από τα τύμπανα  των Pink Floyd.

    Μπαίνοντας στον χώρο, διαπιστώσαμε πως στο μεγαλύτερο μέρος της πλατείας υπάρχουν καθίσματα, πράγμα για το οποίο μας είχε ενημερώσει η διοργανώτρια εταιρεία, ωστόσο οι συνειρμοί σχετικά με όλους τους περιορισμούς που ίσχυαν το προηγούμενο διάστημα στις συναυλίες λόγω του covid, ήταν αναπόφευκτοι. Καθίσαμε λοιπόν, περιμένοντας το ξεκίνημα της συναυλίες που άρχισε στις 20:30, βάσει προγράμματος.

    Πρώτος στη σκηνή εμφανίζεται ο Guy Pratt με μια δυνατή μπασογραμμή, την εισαγωγή του “One of These Days” από το άλμπουμ “Meddle”. Στη συνέχεια “Arnold Layne”, από τα πρώτα singles των Pink Floyd για να μας βάλουν στο κλίμα για το τι θα ακολουθήσει.

    Ο Mason παίρνει το μικρόφωνο ανάμεσα στα κομμάτια, για να μας ευχαριστήσει, να μας συστήσει τη μπάντα, ενώ μας λέει διάφορες ιστορίες πίσω από τα κομμάτια.

    Η τριπλέτα “If” – “Atom Heart Mother” “If (reprise)” νομίζω έφερε την πρώτη καλή δόση ανατριχίλας και συγκίνησης, αφού πρόκεται για κομμάτια που έταιροι Waters και Gilmour δεν τα συμπεριλαμβάνουν στα σετ τους.

    Ωστόσο αυτή τη συγκίνηση τη μετριάζει ο ήχος, ο οποίος βγάζει ένα “μπούκωμα” δημιουργώντας μια περίεργη αίσθηση, ιδιαίτερα στις δυνατές μπασογραμμές ή στη μπότα που κάλυπταν τα υπόλοιπα, ενώ και τα πλήκτρα μου φάνηκαν αρχετά χαμηλά, δημιουργώντας ενίοτε ένα “κενό” στον ήχο.

    Η μπάντα συνολικά είχε καλή απόδοση, και να είναι κάπως καλύτερη στα πιο…”pop” κομμάτια του Barrett, ενώ στα πιο ψυχεδελικά, η ζυγαριά έγερνε λίγο περισσότερο στο ροκ από ότι στην ψυχεδέλεια.

    Μία από τις αγαπημένες μου στιγμές ήταν το “Remember a Day” του εκλίποντα Richard Wright. Ειδική αφιέρωση έκανε ο Guy Pratt πριν το κομμάτι. Σε όλο το κομμάτι όμως, κάπου έψαχνα να βρω τον Wright, στα πλήκτρα του Beken, πράγμα που δυστυχώς δεν έγινε ούτε στο ελάχιστο.

    Το αποκορύφωμα της βραδιάς, δε μπορούσε να είναι άλλο από το “Echoes” που από την πρώτη νότα κιόλας πήρε το χειροκρότημα του κοινού. Παίχτηκε στην ολότητά του σε μια εκτέλεση σχεδόν 25 λεπτών. Έτσι και έκλεισε και το δεύτερο μέρος του σετ των Saucerful of Secrets για να έρθει το encore με “See Emily Play”, “A Saucerful of Secrets” και “Bike”.

    Στο encore ο κόσμος πλέον όρθιος, μπροστά στη σκηνή, να τραγουδάει κάθε στίχο, ειδικά στο “See Emily Play”. Το κοινό καθόλη τη διάρκεια του live ήταν αρκετά εκδηλωτικό προσπαθώντας να αρπάξει κάθε στιγμή. Δεν συμβαίνει και κάθε μέρα, να έχεις μπροστά σου έναν άνθρωπο που έχει συνεισφέρει τόσα πολλά στη μουσική.

    Φεύγοντας από την Τεχνόπολη, σκέφτομαι για αυτή την ιδιαίτερη και συγκινητική βραδιά που ζήσαμε. Μπορεί ο Waters να έχει ανεβάσει τόσο ψηλά τον πήχη σε επίπεδα παραγωγής, όμως το Σάββατο, το υλικό που ακούσαμε, είναι υλικό πολύ σπάνιο να το ακούσεις live, αφού έχουν σχεδόν αποκηρυχθεί από Waters και Gilmour, ακόμα και από τους ίδιους Pink Floyd όταν ήταν ενεργοί. Ενώ δεν παίζονται ούτε από τις tribute bands, οι οποίες αναλώνονται και αυτές στην μετά-Dark Side of the Moon περίοδο.

    Το να ακούς ζωντανά αυτό το υλικό λοιπόν, και ειδικά από τη μπάντα του Nick Mason, κάνει τη βραδιά ξεχωριστή.

     

    Κείμενο : Μιχάλης Κανάκης 

    Φωτογραφίες : Αφροδίτη Ζαγγανά

     

  • Nick Waterhouse στο Academy: Παντρεύεται η γκρούβα με τον Κάφκα;

    Μακριά από απλήρωτους λογαριασμούς και ανάμεσα σε αυτούς,μακριά από βραβεύσεις αχρήστων και ανάμεσα σε αυτές, μακριά από την ανεξέλεγκτη βία και ταυτόχρονα με αυτήν, μακριά από κάθε είδους ένδεια και παρέα της, χθες το βράδυ πήγαμε στον Nick Waterhouse. Και ήταν όμορφα.

    Δεν είχε πολύ κόσμο, στον καινούριο χώρο του Academy Loulou is present,στην Πειραιώς. Χθες ήμασταν λιγότεροι από 100 και η ατμόσφαιρα ήταν χαλαρή και απολαυστική. Και πολλοί ήμασταν, θα πω εγώ βασισμένη στο γενικότερο «τι ζούμε ρε παιδιά;».

    Ο Waterhouse έρχεται από το L.A., το καπιταλιστικό μοντέλο (ένα από τα πολλά) της βιομηχανίας κουλτούρας. Κι όμως, έχει σπουδάσει λογοτεχνία, διαβάζει Κάφκα και Όργουελ, γράφει μουσική και την παίζει σαν να είναι από άλλη εποχή. Το 2019, δήλωνε σε συνέντευξή του : «Κάποιες φορές όλο αυτό το γραφειοκρατικό περιβάλλον της μουσικής βιομηχανίας μοιάζει να ξεπηδάει μέσα από το σύμπαν του Κάφκα. Μπήκα σε μια περίοδο επιβεβλημένης λιτότητας, που εσείς οι Έλληνες γνωρίζετε καλά πόσο οδυνηρό είναι. (…) Όταν όμως νιώθω ότι με βάζουν στο μικροσκόπιο, τότε μου έρχεται στο μυαλό το ποίημα του Allen Ginsberg America: “Mη με ενοχλείτε, δεν μπορώ να σκεφτώ σωστά και να γράψω τα ποιήματά μου τώρα”. Είναι ένα ποίημα που μιλάει για τις απαιτήσεις, τη μετατροπή της έκφρασης σε καταναλωτικό προϊόν και καμιά φορά αισθάνομαι έτσι όταν παίζω. Αλλά ποτέ δεν αισθάνθηκα έτσι όταν παίζω στην Αθήνα. Δεν νιώθω απλώς ότι με εκτιμούν, αλλά ότι ο κόσμος συμμετέχει». Ξέρεις, έχει σημασία να ξέρουμε πού πάμε, τι ακούμε, γενικώς τι επιλέγουμε. Κι ο N.W. είναι ένας νέος άνθρωπος που ζει από τη μουσική στα 36 του χρόνια και το κάνει με ταπεινότητα και δημιουργικότητα κι αυτά του τα χαρακτηριστικά είναι που βγαίνουν στα live του.

    Ακούσαμε μόλις τρία κομμάτια από τον τελευταίο του δίσκο Promenade Blue και αρκετά από τα παλιότερά του κυρίως από το Time’s all gone, στη μιάμιση περίπου ώρα που βρισκόταν επί σκηνής. Νομίζω κάπου στη μέση που ακούσαμε το Katchi χόρευαν όλοι. H Αλεξάνδρα μου είπε «νιώθω σαν να είμαι στην Ν.Ορλεάνη». Όντως. Στην Ν. Ορλεάνη των 60ς, με τις κινηματογραφικές hip-shaking γκρούβες, που μυρίζουν απαρτχάιντ και άφησαν συγκλονιστικές μουσικές δημιουργίες αναλλοίωτες και διαχρονικές. Η soul διάθεση και παρουσία του N.W. μαρτυρούν την αγάπη του για τους The Coast και τους Leiber & Stoller. Και λίγο από Impressions; Αμέ! Δεκαετία 60 αλλά και 50, λοιπόν, ταξίδι στην εποχή του Little Richard, του Jerry Lee Lewis, του Fats Domino και του Bο Diddley. Φωνητικά με τα απαραίτητα “oohs”, “ahs” και “shoo-bops”, κιθάρα και πλήκτρα κουρδισμένα σε choppy riffs και σαξόφωνο που τραύλιζε και σόλαρε μπροστά από μαύρα γυαλιά. Κι ένας Waterhouse που έπαιζε με την φωνή του, και, συχνά, όταν χαμήλωνε λίγο προς το κοινό, νόμιζες ότι απευθύνεται σε κάποιο συγκεκριμένο κορίτσι κάτω από το stage.  Έκλεισαν με το αγαπημένο Say I wanna Know και το You’re gonna miss me των 13th Floor Elevators, και μας άφησαν ιδρωμένους να περιμένουμε την επόμενη φορά.

    Πλέον τα reviews μας δεν είναι απλώς πολιτισμικά σχόλια. Γιατί σε έναν κόσμο που φθίνει, λίγο -ή πολύ- πριν γεννηθεί ο επόμενος,οι άνθρωποι ζουν στιγμές ψάχνοντας διέξοδο στο άπειρο. Κι αυτό είναι που αξίζει να ειπωθεί και να συζητηθεί, γιατί όσο κι αν μας επιβάλλεται να πιστέψουμε ότι καμία αλλαγή δε θα έρθει, εμείς θα βρισκόμαστε να αγκαλιαστούμε ξανά. Χθες, λοιπόν, μετά από καιρό, βρεθήκαμε στο Γκάζι, μιμούμενοι αμήχανα κινήσεις και κουβέντες που κάναμε πριν τρία χρόνια, προσδοκώντας οι επόμενες φορές να είναι θερμές και αγαπησιάρικες όπως η χθεσινή, και γνωρίζοντας ότι ο κόσμος γεννιέται κάθε στιγμή. Ας είναι η μουσική ο εραστής μας.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”114″ gal_title=”nick w”]