Κατηγορία: REVIEWS

  • Η άχαστη Τζάσμιν του Φασουλή

    Η άχαστη Τζάσμιν του Φασουλή

    Κάποιος λάτρης του Woody Allen, δύσκολα θα τολμούσε να παρακολουθήσει μεταφορά κάποιας ταινίας του στο θέατρο. Κι όμως, ο Σταμάτης Φασουλής μετέφερε το Blue Jasmin στο σανίδι και το έκανε με απόλυτη επιτυχία.

    Πήρε τον γλαφυρό και ξεδιάντροπο W.A., με το φλεγματικό χιούμορ και τους ιδιότροπους διαλόγους, και τον έφερε στα μέτρα του μεσοαστού –ή και όχι- Έλληνα. Γέννησε καινούρια μονοπάτια για κάθε χαρακτήρα, τον έντυσε κατάλληλα για να μη φανεί το αμερικάνικο φόντο του σαν κάτι παράταιρο, και τελικά σκηνοθέτησε μια παράσταση που είναι πραγματικά απολαυστική. Για εμάς που δίπλα στη λέξη κινηματογράφος τοποθετούμε το όνομα Woody Allen στις πρώτες θέσεις, η παράσταση του θεάτρου Διάνα είναι μια αποκάλυψη, ένα νικημένο στοίχημα μεταξύ δύο τεχνών που διαφέρουν τόσο πολύ, κι όμως ενώνονται υπέροχα στα χέρια του Σταμάτη Φασουλή.

     

    Για εσάς που δεν έχετε δει την ταινία, η Τζάσμιν (Ελένη Ράντου) είναι μία πλούσια Νεοϋορκέζα, της οποίας ο σύζυγος Χαλ ( Μάξιμος Μουμούρης) πεθαίνει κληροδοτώντας της χρέη και ντροπή. Εκείνη μετακομίζει αναγκαστικά από το Μανχάταν στο  Σαν Φρανσίσκο και συγκατοικεί με την αδερφή της Τζίντζερ (εξαιρετική Γαλήνη Χατζηπασχάλη) προσπαθώντας να κάνει μια καινούρια αρχή παραπαίοντας μεταξύ νευρικού κλονισμού, ζάναξ, ενοχών, ξεπεσμού και ελπίδας. Η Τζάσμιν είναι η φιλοδοξία που εκπίπτει στη ματαιοδοξία, είναι το american dream που αδυνατεί μπροστά στον καπιταλισμό, είναι η πίστη στο δυισμό και στο ζευγάρωμα για πάντα που σοκάρεται και κουρελιάζεται στην εποχή των αναρίθμητων επιλογών.

    Δεν θα κάνουμε άλλο spoiler αλλά θα μοιραστούμε την υπέροχη προσθήκη του Φασουλή στο κείμενο: «συχνά συναντάς τη μοίρα σου, στο μονοπάτι που διάλεξες για να την αποφύγεις», και θα δώσουμε ραντεβού ξανά και ξανά χαμηλά στην Ιπποκράτους.

     

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

     

    Πληροφορίες για την παράσταση : 

    https://puzzlemag.gr/blue-jasmine-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CF%85-%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CE%BD/

  • Radio Birdman + The Dark Rags at Fuzz Live Music Club

    Δεν έχουμε τόσο συχνά την ευκαιρία να μας επισκέπτονται τέτοιας τάξης μεγέθους θρύλοι όσο είναι οι Radio Birdman. Συναυλίες γίνονται πολλές πια, κάποιες φορές ίσως και πάρα πολλές, περισσότερες απ’ όσες είναι σε θέση να σηκώσει μια πόλη όπως η Αθήνα, αλλά κάθε πότε έρχονται προς τα εδώ συγκροτήματα που να έχουν χαρακτηρίσει και στιγματίσει την εποχή τους και τη χώρα απ’ όπου προέρχονται όπως οι RadioBirdman. Όχι και πολύ συχνά, θα πρέπει να πούμε. Η μπάντα του Rob Youngerκαι του Deniz Tek επηρέασε όσο ελάχιστες άλλες, όσες τους ακολούθησαν στη μεγάλη του ροκ σκηνή της Αυστραλίας, αν και οι δονήσεις που εξέπεμψαν έφτασαν κι έγιναν αισθητές τόσο στην Αμερική όσο και στη Βρετανία. Υπήρξαν μία από τις καλύτερες ροκ εν ρολ με την αυθεντική έννοια του όρου μπάντες παγκοσμίως, και το γεγονός ότι εξακολουθούν να είναι μαζί – μετά ασφαλώς από μεγάλα χρονικά διαστήματα που τα μέλη τους έκαναν ένα σωρό άλλα πράγματα κάτω από διαφορετικά ονόματα και με διαφορετικές συνθέσεις μελών – είναι πραγματικά ευτύχημα, δεδομένης και της απόδοσης που εξακολουθούν να πιάνουν ακόμη επί σκηνής.

    Πριν ανέβουν εκεί, το κοινό ανέλαβαν να προθερμάνουν οι δικοί μας Dark Rags, ένα ιδιαίτερα αξιόλογο σχήμα που κινείται στα όρια ενός σκοτεινού desert rock με blues και garage στοιχεία. Έπαιξαν δυνατά (κάτι που παρατηρούσες αμέσως μπαίνοντας στην αίθουσα – η ένταση ήταν υψηλή για τα δεδομένα του χώρου- μα όχι ότι δεν ταίριαζε κάτι τέτοιο στα δύο συγκροτήματα που θα παρακολουθούσαμε, κάθε άλλο) κι ανέδειξαν έτσι τα τραγούδια τους που χαρακτηρίζονται από έναν αλήτικο χαρακτήρα και μια σκοτεινή διάθεση που ήταν άμεσα γνώριμη κι αποδεκτή. Παρουσίασαν τραγούδια από τα δύο άλμπουμ που έχουν έως σήμερα ηχογραφήσει αλλά και ορισμένα καινούργια τους από ένα επερχόμενο τρίτο. Με το καλό να μας ορίσει!

    Αν οι Dark Rags αποδείχθηκαν δυναμικοί και γεμάτοι ένταση επάνω στη σκηνή, οι RadioBirdman ήταν καταιγιστικοί, μια δύναμη της φύσης που αδυνατείς να τιθασεύσεις κι απλά στέκεσαι πίσω λίγο επιφυλακτικός και προσπαθείς να προφυλαχτείς από την ασυγκράτητη ορμή του. Ευτυχώς όμως, εκείνο που σε κάνει να χάνεις κάθε αίσθηση αυτοσυντήρησης και πέφτεις με ολόκληρο το σώμα και την ψυχή σου στον αγώνα για απόλαυση αυτού που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια και τ’ αυτιά σου είναι αφενός η ίδια η μουσική του γκρουπ, μια σειρά από κομμάτια που έχουν γράψει πολλά χιλιόμετρα στο πικάπ σου και σε έχουν καθορίσει, αφετέρου η σκηνική τους παρουσία που με το δικό της τρόπο ήταν σαν να σε καλούσε σε γιορτή, κι ήταν πρακτικά αδύνατο να απορρίψεις ή να αγνοήσεις την πρόσκλησή τους αυτή. Με άλλα λόγια, σπάνια βλέπεις μπάντα τόσο δεμένη, τόσο εκρηκτική, τόσο συνειδητοποιημένη γι’ αυτό που έκανε και τα vibes που εξέπεμπε από το πάλκο.

    Αλίμονο, τόσα χρόνια το κάνουν αυτό, και είναι από τους καλύτερους στο είδος τους, όπως προείπαμε. Σιγά μην είχαν πρόβλημα να τινάξουν το μέρος στον αέρα! Το είχαν αποδείξει και πριν από περισσότερο από μία δεκαετία που είχαν ξαναέρθει στα μέρη μας – το 2006 πιο συγκεκριμένα – το απέδειξαν ακόμη καλύτερα τώρα, κι ας είχαν κάμποσα επιπλέον χρόνια στην πλάτη τους. Ο Rob Younger με τον ιδιότυπο χορό του, ο Deniz Tek με την κιθάρα να βγάζει φωτιές στα χέρια του, οι υπόλοιποι τέσσερις του γκρουπ ο ένας καλύτερος από τον άλλον. Μέσα στο ροκ εν ρολ παρανάλωμα, ακόμη και τα πλήκτρα ακούγονταν εκεί ακριβώς που έπρεπε να βρίσκονται, και καθόλου μα καθόλου περιττά μέσα στην σαρωτική κατά τα άλλα επέλαση του κιθαριστικού ήχου. Αφού λοιπόν έχουν καθαρίσει εδώ και χρόνια με την ισορροπία και το αμιγώς απαραίτητο περιεχόμενο της μουσικής τους και της οργανικής του έκφρασης, προχωρούν χωρίς δισταγμό στο παρασύνθημα: Do The Pop, Descent Into The Maelstrom, New Race, Man With Golden Helmet, Zeno Beach και We’ve Come So Far (ToBeHereToday) από τα πιο καινούργια τους, συν τέσσερις διασκευές κάποιες από αυτές  θα μπορούσες να τις πεις μέχρι και έκπληξη:Not To Touch The Earth των Doors, Dominance And Submission των Blue Oyster Cult (αυτό μου το ψιθύρισαν, καλώς ή κακώς δε γνωρίζω το ρεπερτόριο της εν λόγω μπάντας), Shot By Both Sides των Magazineκαι You’re Gonna Miss Me των 13thFloor Elevators με το οποίο και έκλεισαν τη συναυλία με κλασικό τρόπο.

    Ήταν μια εξαιρετική βραδιά που κράτησε μιάμιση ακριβώς ώρα στο σετ των RadioBirdman, φουλ περιεκτική βέβαια σε ένταση και συγκινήσεις. Ακόμη περισσότερο, βλέποντας τον κόσμο που είχε έρθει να τους ασπαστεί, άρρενες στην πλειοψηφία τους και γύρω στην πέμπτη δεκαετία της ζωής τους, για προφανείς λόγους (βάλτε τα κάτω και θα δείτε ότι βγαίνουν τα νούμερα…). Σκέφτηκα μάλιστα ότι το κοινό αυτό θα μπορούσε να ήταν το ίδιο μ’ ένα ανάλογο μιας βραδιάς στο Ρόδον πριν από τριάντα χρόνια. Κοιτάζοντας γύρω μου κάποια από τα πρόσωπα που είχαν έρθει να δουν το λάιβ, αναγνώρισα όντως ανθρώπους που γνώρισα σε εκείνους τους τέσσερις συγκεκριμένους τοίχους, οπότε η ούτως ή άλλως εξαιρετική βραδιά πήρε ακόμη πιο σπουδαίες διαστάσεις στο μυαλό μου από εκείνες που αναπόφευκτα ήδη είχε, και το ίδιο είμαι σίγουρος ότι συνέβη και για πολλούς ακόμη άλλους μέσα στην αίθουσα…

     

    Κείμενο : Μάνος Μπούρας

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”89″ gal_title=”RB”]

     

     

  • Mouse On Mars at St Paul`s Sessions III

    Αυτή θα πρέπει να ήταν η τρίτη φορά που έβλεπα τους Mouse On Mars – δε με βοηθάει καλά η μνήμη μου. Θυμάμαι σίγουρα την πρώτη, που ήταν το Δεκέμβριο του 1997 στο Λονδίνο, στον ιστορικό συναυλιακό χώρο Electric Ballroom στο Camden, σε ένα από κοινού showcase των εταιριών Too Pure και City Slang. Μία ακόμη σ’ ένα Bios Festival κάπου κοντά στη Λαχαναγορά κι άλλη μία κάπου αλλού είμαι σίγουρος, αλλά όχι και τόσο… Τέλος πάντων, το αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι κάθε φορά που θα δεις το Γερμανικό ντουέτο των Mouse On Mars, θα σου παρουσιάσουν κάτι διαφορετικό, όπως σχεδόν πάντοτε διαφορετικοί είναι και οι δίσκοι που ηχογραφούν και κυκλοφορούν. Έτσι και τώρα, στην εμφάνισή τους αυτή, θα βλέπαμε άραγε μια πιστή ακουστική απεικόνιση του πρόσφατου Dimensional People άλμπουμ τους ή κάτι άλλο; Και πώς ακριβώς είχαν σκοπό να το κάνουν αυτό, λαμβάνοντας υπόψη μάλιστα ότι στον υποφαινόμενο τουλάχιστον, ο δίσκος δεν είπε και πάρα πολλά και τους παρουσίασε να έχουν ιδέες μεν, μα να τις υλοποιούν κάπως άτσαλα, θέλοντας να υπηρετήσουν ελαφρώς και τις τρέχουσες χορευτικές τάσεις με κομμάτια που δε συνάδουν με τον περιπετειώδη και πιστά πειραματικό τους χαρακτήρα;

    Τελικά, και για να κάνουμε εξ αρχής spoiler του τελικού συμπεράσματος, δεν άγγιξαν καν το δίσκο τους αυτόν και προτίμησαν να δώσουν ένα ηλεκτρονικό σετ στριφνό και δύσκολα προσιτό στον ακροατή, ακόμη κι εκείνον που είναι προετοιμασμένος για το χειρότερο σαν περιεχόμενο. Με άλλα λόγια, από την αυστηρά μία ώρα που διήρκησε η μουσική, τα 40 πρώτα λεπτά απαρτίζονταν από άτακτους ήχους που δεν είχαν κάποιον ειρμό ή συγκεκριμένη ροή αλλά έψαχναν να βρουν το χώρο τους μέσα σε ένα σύμπαν από βόμβους, συχνότητες, τυχαίους ήχους που έπεσαν στο μεγάλο μίξερ του sampler τους και έδωσαν κάτι που δεν ήταν απαραίτητα και ουσιαστικό. Η απουσία ενός στοιχειώδους ρυθμού ή πολύ περισσότερο μιας οποιασδήποτε μελωδίας δεν είναι κακή σώνει και καλά, όπως είναι εδώ και χρόνια γνωστό, κάπου όμως μετά από τόση ώρα αναρωτιέσαι που βγάζει μια τέτοιας έκτασης αέναη και κάποτε άσκοπη περιπλάνηση σε ορίζοντες που δε δείχνουν να έχουν ένα τέλος, ότι κάποια στεριά θα φανεί αργά ή γρήγορα.

    Τέτοιου είδους πειραματισμοί είναι ασφαλώς συχνά αρκετά γόνιμοι, από την άλλη βέβαια δεν βρίσκονταν πολύ μακριά από τα πειράματα που έκαναν με τις μαγνητοταινίες τους από τις αρχές κιόλας του 20ου αιώνα πρωτοπόροι της ηλεκτρονικής μουσικής όπως ο Pierre Schaeffer ή ο Luc Ferrari. Καθόλου τυχαία ίσως, είχαν διαλέξει η προβολή που παιζόταν πίσω τους – και την οποία συχνά πυκνά γυρνούσαν και παρακολουθούσαν, λες και την έβλεπαν κι εκείνοι για πρώτη φορά μαζί μας, αν και όσοι καθόμαστε στη δεξιά πτέρυγα καθισμάτων της εκκλησίας δε βλέπαμε παρά ελάχιστα – να προέρχεται από εκείνη πάνω κάτω την περίοδο. Όχι ότι δεν ήταν απόλυτα ταυτόσημη με την εποχή μας η συρραφή ήχων που επιχείρησαν εκεί μπροστά μας -η ποιότητα της ηχογράφησης και το δέσιμο μεταξύ τους το πιστοποιούσε- απλά ήταν αδύνατον να μην σκεφτείς ότι όπως και στο χώρο της ροκ μουσικής, τα περισσότερα πράγματα έχουν ήδη ειπωθεί και το μεγάλο στοίχημα πια είναι αν θα καταφέρεις να βάλεις το ακροατήριο στη διάθεση να δεχτεί (και να αντέξει) τους ιδιότροπους ηχητικούς ακροβατισμούς που έχεις κατά νου. Συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις – και εκδηλώσεις – ο κόσμος που παρακολουθεί είναι αρκούντως ψιλιασμένος, αν και δεν έλειψαν κάποιες αποχωρήσεις αρκετή ώρα πριν το τέλος της συναυλίας. Ακόμη δηλαδή και για τα μέτρα των Mouse On Mars, το εν λόγω σετ ήταν έως και ακραίο…

    Μόνο μετά από τρία περίπου τέταρτα εισχώρησαν στην εικόνα κάποια beats, κάπου αργότερα και ψήγματα από κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί έως και “σύνθεση” και τα πράγματα έγιναν λίγο πιο στρωτά, προσιτά και, γιατί να το κρύψουμε άλλωστε, καλύτερα. Ήταν λίγο αργά βέβαια να σωθεί η παρτίδα. Μας είχαν ήδη κάψει τον εγκέφαλο και δε βλέπαμε την ώρα να λυτρωθούμε με κάτι, δεν ξέρω κι εγώ τι θα μπορούσε να είναι αυτό. Πάντως τόση ώρα, τόση αλλοπρόσαλλη ηχητική πληροφορία ήταν υπερβολική για μια συνηθισμένη Δευτέρα βράδυ, κι ενώ είμαι σίγουρος ότι πολλοί μέσα στην αίθουσα έφυγαν ικανοποιημένοι απ’ όσα μας έπαιξαν οι Jan St Werner και Andi Toma, προσωπικά ένοιωσα κουρασμένος και δεν έβλεπα την ώρα να επιστρέψω σπίτι. Αλλά δεν παραπονιέμαι: ήταν τελικά μια συναυλία των Mouse On Mars, που ποτέ δεν ξέρεις τι θα παρουσιάσουν, κι αυτή τη φορά κάπου δεν τα βρήκαμε. Δε σημαίνει αυτό ότι δεν θα επιδιώξω να τους ξαναδώ την επόμενη φορά που θα μου δοθεί η ευκαιρία να τους δω, γιατί ήταν, είναι και θα είναι πάντοτε ενδιαφέροντες.

     

    Κείμενο : Μάνος Μπούρας   

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”87″ gal_title=”mom”]

  • God Is An Astronaut + Head On στο Fuzz Live Music Club

    Ίσως ήταν η συναυλία που έχω δει περισσότερο γεμάτο το Fuzz Live Music Club. Ακόμη κι αν δεν ήταν, για όσους γνωρίζουν τα πραγματικά νούμερα ή έχουν καλύτερη μνήμη από τη δική μου, σίγουρα ήταν έκπληξη να αντικρίζεις έτσι κατάμεστο έναν τόσο μεγάλο χώρο, σε σχέση πάντα με το όνομα που φιλοξενούσε επάνω στη σκηνή του. Γιατί εντάξει, μπορεί οι Ιρλανδοί God Is An Astronaut να μην είναι πλέον και τόσο μικρό όνομα, αλλά δεν είναι και πολύ μεγάλο. Τα μεγέθη είναι πάντα σχετικά ως γνωστό, κι ας μην σταθούμε εκεί για πολύ. Γεγονός πάντως είναι ότι μέσα στα χρόνια, δείχνουν να έχουν χτίσει σχέσεις εμπιστοσύνης με τους οπαδούς τους, οι οποίοι τους τιμούν ανελλιπώς σε κάθε νέα τους επίσκεψη. Για έκτη λοιπόν φορά αισίως στην Αθήνα, μα μόλις δεύτερη που τους βλέπω εγώ, μετά από εκείνη την παρθενική και για τους δυο μας στο Αν Club πίσω στο μακρινό 2008. Από τότε, έχουν χαράξει μια εντυπωσιακή πορεία μέσα από εννέα άλμπουμ σε 16 χρόνια παρουσίας, κρατώντας ψηλά την ταλαιπωρημένη σημαία του post rock μα επεκτείνοντας τον ήχο τους περαιτέρω σε παρεμφερή, αδελφά ηχητικά πεδία.

    Που βρίσκονται επομένως σήμερα τα δίδυμα αδέλφια Niels και Torsten Kinsella; Ήταν μιας πρώτης τάξης ευκαιρία να το διαπιστώσουμε αυτή η φορά, τώρα που πολλά δεδομένα έχουν αλλάξει στο μουσικό χάρτη και το είδος που πραγματεύονται κατά κύριο λόγο έχει κάνει τον κύκλο του προ πολλού. Πριν από αυτό όμως, είχαμε να δούμε το εγχώριο σχήμα που θα άνοιγε τη συναυλία. Το συγκρότημα ήταν οι Head On, μια παρέα νεαρών μουσικών που προ μηνών κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του άλμπουμ. Την υψηλή ενεργητικότητα της μουσικής τους θέλησαν να εκφράσουν και με την σκηνική τους παρουσία, μόνο που η μπάντα που θα ακολουθούσε εξέλαβε την ενεργητικότητα αυτή σαν απειλή για τον εξοπλισμό τους, και με βίαιο κι απαράδεκτο τρόπο έκοψε μετά από τρία και κάτι κομμάτια το σετ τους αρπάζοντας το μικρόφωνο από τον τραγουδιστή τους Χρήστο κι ανακοινώνοντας το τέλος της εμφάνισής τους. Δε θυμάμαι να έχω ξαναδεί να γίνεται κάτι ανάλογο ποτέ στις πάνω από τρεις δεκαετίες που πηγαίνω σε συναυλίες, κι ασφαλώς είναι κατάπτυστος ο τρόπος που βρήκε το μέλος των God Is An Astronaut να εκφράσει την ανησυχία του για τον εξοπλισμό του γκρουπ του. Το πόσο αυτός κινδύνευε είναι συζητήσιμο, αλλά ακόμη κι αν ίσχυε κάτι τέτοιο, ενημερώνεις τους διοργανωτές και αποφασίζουν εκείνοι για το τι μέλλει γενέσθαι. Βγήκε μετά και ζητούσε συγγνώμη και κάτι τέτοια κάλπικα, αλλά προσωπικά χαλάστηκα πολύ. Έδειξαν έναν κακώς εννοούμενο επαγγελματισμό, που δεν ανέχεται να τον πλησιάζουν άλλοι με μεγαλύτερο ενθουσιασμό γι’ αυτό που κάνουν…

    Μέσα σε μία αρχικά μουδιασμένη ατμόσφαιρα, που όμως γρήγορα ένοιωσα να ξεχάστηκε αυτό που μόλις είχε συμβεί, μιας που η υποδοχή ήταν συνολικά θερμή στο συγκρότημα, οι GIAA ανέβηκαν στη σκηνή κι επιδόθηκαν αμέσως σ’ αυτό που ξέρουν να κάνουν πολύ καλά: να χτίζουν υποβλητικά ατμοσφαιρικά ταπέτα, που βασίζονται σε απλοϊκές συνθετικές ιδέες αλλά κερδίζουν πόντους και διαμορφώνουν τον τελικό ηχητικό χαρακτήρα τους με τη δυναμική που αναπτύσσεται ανάμεσα στα όργανα κατά την ενορχηστρωτική τους ενσάρκωση. Δεν κάνουν τίποτα λιγότερο ή περισσότερο δηλαδή από αυτό που αποτέλεσε ουσιαστικά τον καταστατικό χάρτη του είδους που ξέρουμε σαν post rock, ενός είδους που αγαπήθηκε όσο λίγα εδώ στη χώρα μας, κι απόδειξη η προσέλευση ακριβώς στη συναυλία για την οποία μιλάμε εδώ. Το post rock έκανε γρήγορα τον κύκλο του, εξίσου γρήγορα διαπιστώσαμε ότι δεν είχε άλλα να μας δώσει, ότι ξέμεινε από καύσιμα κι από ιδέες, ότι το quietloudquiet (όπως είχαν πει σε ανύποπτη φάση και οι Pixies) μπορείς να το παίξεις σαν έξυπνο χαρτί μια χούφτα φορές, γιατί μετά το περιμένουν όλοι και παύει να είναι έκπληξη. Επίσης, το είδος καθόρισαν τρεις άφταστες όπως αποδείχθηκε μπάντες (Godspeed, Sigur Ros, Mogwai), οπότε σχεδόν οτιδήποτε τους ακολούθησε στάθηκε καταδικασμένο να ακούγεται ως μιμητής τους, κι από αυτή την άποψη δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι και οι GIAA είναι ένας φτωχός συγγενής των ανωτέρω.

    Δεν είμαστε εδώ για να αρνηθούμε ότι η συναυλία τους είχε τις καλές στιγμές της. Κι αγαπημένα του ακροατηρίου κομμάτια έπαιξαν, και ασφαλώς κάποια καινούργια από το νέο τους άλμπουμ Epitaph (η βινυλιακή κόπια του οποίου, όπως κι όλων των υπόλοιπών τους που πουλούσαν στον πάγκο του merch είχε τιμή 30 ευρώ, ενώ δε μεσολαβούσε κανένα δισκοπωλείο / έμπορος / μεσάζοντας), κι όταν ανέβαζαν τα γκάζια κι έμπαιναν χωρίς φόβο και πάθος στα χωράφια του μέταλ (όχι πολύ συχνά, μια ή δύο φορές συνέβη αυτό), τότε αναπόφευκτα τα κεφάλια κουνιούνταν με περισσότερο νεύρο στον αέρα. Σε γενικές γραμμές πάντως, το φόρτε τους ήταν οι μεγάλες, επικές κιθαριστικές συγχορδίες που έδεναν με το βαρύ, επιβλητικό μπάσο, όπως και τα έντεχνα παιγμένα ντραμς. Η επιδεξιότητα των τεσσάρων είναι αδιαμφισβήτητη, κάποτε μου έφερναν στο μυαλό τις αυτοσχεδιαστικές αναπτύξεις που αγαπά να εντάσσει στη μουσική του ο Steven Wilson. Με τη διαφορά ότι, ο τελευταίος έχει τις περισσότερες φορές σαν αφετηρία του τα τραγούδια, ενώ προσωπικά στην περίπτωση των God… δυσκολευόμουν να αναγνωρίσω κάποια τέτοια, πολύ περισσότερο μιας αξιόλογης συνομοταξίας.

    Στη μιάμιση – με ακρίβεια δευτερολέπτου – ώρα που έπαιξαν, λοιπόν, οι Ιρλανδοί, έμεινα με την εντύπωση ότι όλα γίνονται σε μία προσπάθεια εντυπωσιασμού του κόσμου που τους ακούει, κι εννοείται ότι ήξεραν πολύ καλά ότι μπροστά τους είχαν ανθρώπους που ήταν έτοιμοι να δεχτούν το φανταιζί μουσικό τους κήρυγμα. Οι πολύχρωμοι προβολείς σχεδίαζαν ένα sci-fi ντεκόρ ομολογουμένως εντυπωσιακό, το φόντο με τα fake αστέρια θα ταίριαζε και σε πίστα νυχτερινού κέντρου, οπότε το σημειώνω ως φάουλ προσωπικά, κι εν κατακλείδι, θεωρώ ότι αν δεν ήσουν φαν του συγκροτήματος δύσκολα μπορούσαν να σε κερδίσουν με την παρουσία τους εκείνο το βράδυ (δε λέω να βάλεις στο λογαριασμό κι αυτό που είχε συμβεί νωρίτερα). Ο κόσμος πάντως βγήκε φανερά ευχαριστημένος μ’ εκείνο που είδε και άκουσε, κι αυτό επειδή το κουαρτέτο που μόλις βίωσε ζωντανά μπροστά του είχε σταθεί άψογο και δεν τους είχε απογοητεύσει στο ελάχιστο.

     

    Κείμενο : Μάνος Μπούρας

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”85″ gal_title=”god”]

  • Είδαμε Thee Holy Strangers στο Temple Athens

    Έχουν περάσει ήδη 3 χρόνια από τον Οκτώβρη του 2015  που κατεβήκαμε τα σκαλιά του An Club για να ακούσουμε τους Thee Holy Strangers να μας παρουσιάζουν για πρώτη φορά στην ολότητά του την πρώτη και ομώνυμη κυκλοφορία τους.

    Φέτος, στο ραντεβού του Οκτώβρη, ήρθε η στιγμή να μας παρουσιάζουν στο Temple ένα μεγάλο μέρος από το άλμπουμ που πρόκειται να κυκλοφορήσουν το επόμενο διάστημα.

    Η βραδιά ξεκίνησε με τον Αντώνη Ζήβα να μας ζεσταίνει με το dj set του, και λίγο μετά τις 10.30 η παρέα των Thee Holy Strangers ανέβηκε στη σκηνή. Μας καλωσόρισαν με το You’re not a Stranger to Me και το Fiery Road. Σιγά σιγά μας περίμεναν και τα καινούρια κομμάτια. Κάποια από αυτά τα είχαμε ακούσει στις προηγούμενες ζωντανές τους εμφανίσεις της χρονιάς και κάποια όχι. Μπορώ να πω πως τη διαφορά έκανε σίγουρα το Devil Hands, ένα κομμάτι που θα μπορούσε να υπάρχει και σε δίσκο του Neil Young με τους Crazy Horse. Μαζί με τον Neil Young, την Παρασκευή το βράδυ ήταν εκεί όλες οι επιρροές των Holy Strangers. Οι Grateful Dead, οι Rolling Stones, οι Gun Club,  οι Velvet Underground και οι CCR που είχαν και τις τιμητικές αναφορές τους.

    Τα τραγούδια των Holy Strangers μπορεί να βρίσκουν τις ρίζες τους στον αμερικάνικο νότο, τα blues, την Americana αλλά και τις μπάντες της δεκαετίας του 60 και του 70 είναι όμως καθαρά παιδιά της Αθήνας της δεκαετίας του 2010. Έχουν περάσει μέσα από όλες αυτές τις σκοτεινές μέρες που βιώνουν οι άνθρωποι αλλά και τις μεγάλες στιγμές αγώνων και αλληλεγγύης που έχουν δώσει σε αυτό το διάστημα. Έχουν περάσει από όλο αυτόν τον «πύρηνο δρόμο με ένα φορτίο τόνων στην πλάτη».

    Για να ξαναμπούμε στη ροή του live, ήταν εκεί όλα τους τα κομμάτια το Truth and Sorrow, το στοιχειωτικό Silver Lake, το πιο δυνατό και έντονο κομμάτι τους, το νέο The Lotus Song, το Trouble on Trouble από το 7’’ που είχε κυκλοφορήσει με το Fractal Press το 2013. Μαζί τους ήταν και το Sweet Nuthin’ των Velvet Underground αλλά και το επίσης αγαπημένο Run Through the Jungle των CCR.

    Με αυτή την εμφάνισή τους η μπάντα απέδειξε ότι είναι μία από τις πιο δεμένες που υπάρχουν αυτή τη στιγμή στην ελληνική σκηνή ανεξαρτήτως είδους. Και πως θα γινόταν διαφορετικά όταν αποτελείται από μια αφρόκρεμα μουσικών.  Το επίσης εκπληκτικό είναι ότι αυτοί οι μουσικοί έρχονται με τόσες διαφορετικές καταβολές και όμως μας δίνουν αυτό το αποτέλεσμα!

    Αν ο πρώτος τους δίσκος αποτέλεσε μια από τις καλύτερες ελληνικές κυκλοφορίες της δεκαετίας, τότε από το δείγμα που είχαμε από τα 5 νέα κομμάτια που ακούσαμε την Παρασκευή φαίνεται πως και ο δεύτερος δίσκος θα είναι τουλάχιστον στο ίδιο επίπεδο, μεγαλώνοντας έτσι και την προσμονή για την κυκλοφορία του.

     

    Κείμενο : Μιχάλης Κανάκης

  • Η επιστροφή των Samsara Blues Experiment

    Η συναυλιακή επιστροφή των Samsara Blues Experiment στη χώρα μας συνέβη και πάλι στο χώρο του Fuzz Live Music Club. Την Παρασκευή 31 Αυγούστου ο κόσμος γέμισε το χώρο για να δει το double bill μαζί με τους Stoned Jesus. Και οι 2 μπάντες είναι ιδιαίτερα αγαπητές στο ελληνικό κοινό και αυτό φάνηκε από τον κόσμο που ήρθε από νωρίς.

    Ακριβώς στην προβλεπόμενη ώρα εμφάνισής τους, οι Stoned Jesus ανέβηκαν στη σκηνή του Fuzz με το κοινό να τους υποδέχεται με ενθουσιασμό. Είναι άλλωστε και αυτοί τακτικοί επισκέπτες στη χώρα μας. Λίγες εβδομάδες πριν, έπαιξαν και στο Los Almiros Festival, ενώ συμμετέχουν και στο Street Mode στη Θεσσαλονίκη – όπως και οι Samsara.

    Ακόμα δεν έχω καταλάβει τι είναι αυτό που κάνει τους Stoned Jesus να ξεχωρίζουν από τις υπόλοιπες μπάντες αυτού του χώρου. Προσωπικά πιστεύω ότι υπάρχουν καλύτερες. Τα κομμάτια που ξεχωρίζω από τη δισκογραφία τους είναι το Ι’m the Mountain και το sabbath-ικό Electric Mistress. Κατά τα άλλα χάνονται μέσα στην αναπαραγωγή των πολυακουσμένων stoner μοτίβων. Όλα αυτά βέβαια είναι η προσωπική γνώμη του γράφοντος, γιατί οι Ουκρανοί ξεσήκωναν τόσο εύκολα το κοινό όση ώρα βρισκόντουσαν πάνω στη σκηνή, πράγμα που είναι πολύ δύσκολο να το κάνει κάποια μπάντα, και αυτό δεν μπορείς να μην τους το «δώσεις».

    Για σχεδόν 70 λεπτά που ήταν στη σκηνή έκαναν ένα σύντομο πέρασμα από τη δισκογραφία τους. Ακούσαμε τα δύο καινούρια κομμάτια Thessalia και Water Me, ενώ ακούσαμε και το “Σάββατο” του Γιώργου Μαζωνάκη, όπως συνηθίζουνε να παίζουνε στις τελευταίες εμφανίσεις στη χώρα μας. Το ότι το κοινό από κάτω τραγουδούσε, χειροκροτούσε και άναβε αναπτήρες ακόμα δεν μπορώ να το εξηγήσω..

    Μετά το απαραίτητο διάλειμμα για το changeover, ήρθε η ώρα για τους Samsara Blues Experiment. Οι Βερολινέζοι επιστρέψανε 14 μήνες μετά την περυσινή παρουσία τους στο Fuzz, στο μεγαλύτερο venue που έχουν παίξει επί ελληνικού εδάφους.

    Από τις πρώτα κιόλας νότες του For the Lost Souls που αποτέλεσε και το άνοιγμα του σετ τους άρχισαν να μας συνεπαίρνουν. Τι και αν ο ήχος δεν ήταν τόσο καλός στην αρχή, με αποτέλεσμα να βγαίνει περισσότερος όγκος και λιγότερη μελωδία σε διάφορα σημεία, αυτό δεν τους εμπόδισε σε τίποτα.

    Με στυλοβάτες τους Hans Eiselt και Thomas Vedder σε μπάσο και τύμπανα αντίστοιχα, ήταν ένα από τα πιο στιβαρά και ογκώδη rhythm section που έχω δει σε μπάντα. Η δουλειά, ειδικά, που κάνει ο Hans με το μπάσο, καταφέρνει και καλύπτει το υποτιθέμενο κενό που αφήνει η έλλειψη δεύτερης κιθάρας στις ζωντανές εμφανίσεις των Samsara. Αλλά αυτό φαίνεται και στον τελευταίο δίσκο “One With the Universe” με τις τρομερές μπασογραμμές, πάνω στο γκρουβάτο αλλά και δυνατό παίξιμο του Thomas.

    Στο σετ τους συμπεριέλαβαν τα “Ιnto the Black” και “Hangin’ on the Wire” από το “Revelation and Mystery”, τα “Vipassana” και “Οne With the Universe”, το “Center of the Sun” από το ντεμπούτο τους, αλλά και δύο νέα κομμάτια, σε συνέχεια του ύφους τους και με ίσως περισσότερο synth. Στο encore ήρθε το καθιερωμένο πλέον “Army of Ignorance” για να αποτελειώσει ό,τι άφησε όρθιο η εμφάνισή τους, που διήρκησε περίπου 110 λεπτά.

    Πάνω στη σκηνή οι Samsara απέδειξαν γιατί είναι στις καλύτερες μπάντες στο είδος τους. Με επιρροές από την ψυχεδέλεια των 60’s και  70’s, αλλά και τη μεγάλη αγάπη του Christian στο raga. Με γνώμονα τις 4 πολύ καλές δισκογραφικές τους δουλειές, που σε δυσκολεύουν αρκετά να πεις ποια είναι καλύτερη από την άλλη (εντάξει ναι, είναι το Long Distance Trip, αλλά διάολε αυτό το One With the Universe από τον ομώνυμο δίσκο δε λέει να φύγει με τίποτα από το μυαλό μου), αλλά και τις ισοπεδωτικές τους ζωντανές εμφανίσεις, επιβεβαιώνουν τις μεγάλες προσδοκίες που υπάρχουν για αυτούς.

     

    Κείμενο : Μιχάλης Κανάκης

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού

    [Best_Wordpress_Gallery id=”75″ gal_title=”Samsara Blues Experiment”]

     

  • Alborosie & Fundracar : PhotoStory

    Ο Alborosie και η μπάντα του επέστρεψαν χτες στην Αθήνα και με την εξαιρετική εμφάνισή τους ξεσήκωσαν το κατάμεστο Fuzz Live Music Club. Το puzzlemag ήταν εκεί και σας προσφέρει ένα πλούσιο photostory από το live του Alborosie αλλά και των Fundracar. 

     

    Alborosie

     

    Fundracar

     

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού

  • Theodore Live & Foam : PhotoStory

    20+3 εικόνες μέσα από το φακό του puzzlemag από το εκπληκτικό live του Theodore άλλα και των Foam στην Τεχνόπολη.

    Enjoy!

    Theodore 

    Foam

     

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού

  • ROCKWAVE FESTIVAL 2018 DAY III : PhotoStory

    Τι νόμιζες, αυτό ήταν; Όχι βέβαια! Γυρίσαμε Αθήνα φορτωμένοι με 3000 φωτογραφίες, έτσι θα σας αφήναμε; Τελευταία μέρα του Rockwave Festival με ….μπάντες και 36000 κόσμο όπως ακούσαμε κι από τον Dickinson στην επική τους εμφάνιση!! Ψάξε τις φωτογραφίες για τη φάτσα σου, την τούφα σου, την μπλούζα ή την κραυγή σου..ήσουν κι εσύ εκεί!

    Day 3 : Iron Maiden, Volbeat, Tremonti, The Raven Age, Monument, WEB, Rollin’Dice

     

    Iron Maiden

    Volbeat

    Tremonti

    The Raven Age

    Monument

    WEB

    Rollin’Dice

     

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού

     

     

  • ROCKWAVE FESTIVAL 2018 DAY II : PhotoStory

    Τι είναι το metal, τι ν το ζουμί του.. δυο μέρες στο Rockwave Festival κι έχεις την απάντηση! Από black μέχρι hard κι από Jacks Full μέχρι Judas Priest, έφυγε ο αυχένας μας από τη θέση του. Από το Rockwave στο σαλόνι του puzzlemag.gr, λοιπόν, δες τι έχασες ή θυμήσου που ήσουν!

    Day 2 : Judas Priest, Sabaton, Saxon, Accept, Foray Between Ocean, Null’O’Zero, Jacks Full 

     

    Judas Priest

    Sabaton

    Saxon

    Accept

    Foray Between Ocean

    Null’O’Zero

    Jacks Full

     

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού