Κατηγορία: REVIEWS

  • Welcome to Tijuana, Murcof, Murcof and Murcof

     

    Μια εικόνα χίλιες λέξεις. Έτσι λένε. Γι αυτό αν δείτε τις φωτογραφίες από το συγκεκριμένο live, ίσως αντικρύσετε σκηνές από θεατρικό έργο.

     

    Θα δείτε έναν τύπο με ρωσικό καπέλο, καθισμένο μπροστά από μηχανήματα και καλώδια. Κάτι ανάμεσα σε φιλοδοξία και μειδίαμα θα ξεχωρίσετε στη φάτσα του, όσο περνάει η ώρα. Το experimental soundtrack του έργου όμως, είναι κάτι που δύσκολα περιγράφεται. Έμοιαζε να μελετάει κάτι κοσμοϊστορικής σημασίας και η μουσική τον ακολουθούσε. Ξεκίνησε με ασυνάρτητους ήχους σαν λέξεις από ξένη γλώσσα. Σιγά σιγά ο ρυθμός και οι μελωδίες γίνονταν εντονότερες και σε παρέσερναν σε σκέψεις.  Δυο προβολείς δίπλα του κινούνταν φτιάχνοντας στο ταβάνι δυο φωτεινούς κύκλους που άνετα έμοιαζαν με πλανήτες, φεγγάρια, κάτι εξωπραγματικό πάντως. Και οι ήχοι συνέχιζαν να μπλέκονται μεταξύ τους, να ηρεμούν και να ζωντανεύουν κι άλλες φορές να είναι μακρόσυρτοι ή επαναλαμβανόμενοι. Σαν κάποιος και πάλι να μιλάει, να σκέφτεται, να εξωτερικεύει τα συναισθήματά του.

    Και πιστεύουμε ότι αυτά ακριβώς συνέβαιναν, γιατί στις φωτογραφίες θα δείτε τον Murcof στην Αγγλικανική Εκκλησία. Μια Αγγλικανική φωτισμένη από beats και απροσδιόριστους ήχους που έσπαγαν το σκοτάδι, και γεμάτη με κόσμο με κλειστά μάτια.  Όχι, δεν έχουμε πάρει ουσίες και οινοπνεύματα, απλά το να ακούς live τον Μεξικανό Fernando Corona, είναι το κάτι άλλο. Αν δεν το ξέρετε, ψάξτε τον, αν και δύσκολα να μην τον έχετε ακούσει. Αν δεν σας αρέσει η πειραματική ηλεκτρονική, βάλτε Murcof και θα αλλάξετε γνώμη, δεν είναι τυχαίο που έκανε δύο απανωτά sold out στην Αθήνα. Και κάτι τελευταίο · αν δεν έχετε παρευρεθεί στα St Paul’s Sessions φροντίστε να το κάνετε άμεσα. Το φετινό τους πρόγραμμα μας έχει προσφέρει πολυτιμότατες μουσικές στιγμές, μην τις χάνετε.

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”17″ gal_title=”Murcof”]

  • Πως η λέξη lizard σταμάτησε να θυμίζει Morrison;;

    Το live των King Gizard & the Lizard Wizzard θα μείνει στη μνήμη μας αλλά και στην ιστορία της νυχτερινής Αθήνας!

    Το Fuzz γεμάτο από νωρίς με όλες τις ηλικίες ορεξάτες για να τα «σπάσουν». Και το έκαναν. Αυτό που λέμε «ροκ συναυλία». Λιποθυμίες, αναγούλες, μπύρες και νερά στον αέρα και τα περισσότερα crowd serfing που έχουμε σημειώσει την τελευταία δεκαετία. Ο κόσμος έβγαινε από το moshpit κάθιδρος, να πάρει μια ανάσα και βουτούσε ξανά πίσω με τα χέρια ψηλά. Εμπειριάρα, πώς να σας το μεταφέρουμε; Όσοι ήσασταν εκεί ξέρετε.

    Στο stage ο εκκεντρικός Stu Mackenzie και άλλα έξι μουσικοί. Δύο drummer που άναψαν τα αίματα με το πάθος τους, τρεις κιθάρες πρωταγωνιστές και ένα μπάσο για την ήρεμη δύναμη που χρειαζόταν η όλη performance. Οι τύποι παίζουν πολλά είδη μουσικής, οπότε δυσκολεύομαι πολύ να τους πω psych rock. Θόρυβος από punk, ψυχεδελική μπασίλα, ροκ φωνητικά και αρπίσματα, μέχρι και jazzy μελωδία ακούσαμε (θα σας το πούμε παρακάτω).

    Έμοιαζε σαν να ήθελαν να πουν μια ιστορία. Άλλωστε, με 15 δίσκους στην 8ετή πορεία τους, θα έχουν σίγουρα πολλά να μας πουν. Βγήκαν στη σκηνή με Beating Around The Bush (!) και μας ξεσήκωσαν με το Rattlesnake. Συνέχισαν με Nuclear Fusion, Digital Black και Gamma Knife, The Lord of Lightning, Big Fig Wasp μειώνοντας σταδιακά τα bpms. Έκλεισαν τη συναυλία τους με το The River που θύμισε κάπως Take Five καταστάσεις και μας αποχαιρέτησαν μετά από μιάμιση ώρα αδιάκοπης μουσικής.

    Είχαμε χρόνια να το ζήσουμε αυτό το «χωρίς παύσεις» live. Αλλά αυτό που δεν έχουμε ξαναδεί ποτέ ήταν ότι μετά την αποχώρησή τους, πέρασαν δέκα λεπτά μέχρι να αρχίσει το κοινό να φεύγει το χώρο! Δεν κουνιόταν κανείς και συνέχιζαν να κραυγάζουν  παρακαλώντας για encore.

    Η παρθενική τους φορά στο Αθηναϊκό έδαφος, μας άφησε με το στόμα ανοιχτό, περιμένοντας εναγωνίως να τους ξαναδούμε. Αν δεν φαίνονταν τόσο αντικομφόρ, θα λέγαμε ότι θα έρθουν ξανά το καλοκαίρι. Βρε, λες να μας κάνουν το χατήρι;;

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”12″ gal_title=”King Gizzard”]

  • Κάντε Μποστάνι αδέρφια!

    Οι Kadebostany ανέβηκαν στο stage του Fuzz και σάρωσαν εντυπώσεις. Τι κι αν έχουν έρθει τόσες φορές στην Αθήνα, τι κι αν η τελευταία ήταν μόλις το περασμένο καλοκαίρι, πάνω από 1.300 άτομα έκοψαν το τικέτογια να τους δουν, το Σάββατο. Ο Guillaume, ο δημιουργός και ιθύνων νους του project απέδειξε ότι ξέρει καλά τι κάνει, και είναι πια κατακτητής των charts και των stages, καθώς, δέκα χρόνια, αισίως, μετά την δημιουργία τους, συνεχίζουν να ξεσηκώνουν το κοινό τους.

    Monumental I, λοιπόν, το πολυαναμενόμενο album τους. Mind If I Stay, Joy and Sorrow, Eternal boats και Early Morning Dreams, όπου φυσικά συμμετείχε το κοινό στο γνωστό Ale ale aleo! Η αξεπέραστη, πλέον επιτυχία τους, Castle In The Snow, είναι πλέον κάτι κλασικό, ειδικά μετά την εκτόξευσή του από τον Avener. Invisible Man, Teddy Bear, National Anthem. Το setlist τους δε διέφερε και πολύ από το καλοκαιρινό τους, στο Release· παρ’ όλ’ αυτά ο κόσμος ζητοκραύγαζε. Καθήσαμε και κάτω για να αποθανατιστεί αυτό το τίναγμα στον αέρα, όταν θα έμπαινε το κομμάτι, σημαίες του Kadebostan ανέμισαν ξανά.. Απ΄όλ είχε το πρόγραμμα.

    Μετά τη λήξη του set τους, και την καθιερωμένη τους υπόκλιση, ο Kadebostan ζήτησε να ανοίξουμε τους φακούς των κινητών μας για να φτιάξουμε ατμόσφαιρα. Κι έτσι, εκεί που άλλοτε άναβαν αυθόρμητα αναπτήρες, άναψαν τα smartphones. Και η Kristina, καθισμένη σε μια καρέκλα, με μια κιθάρα αγκαλιά και καταμεσίς του Fuzz, είπε το Walking With A Ghost. Δεν το είπε καλά. Κάτι το unplugged, κάτι το ότι η Amina Cadelli δεν φτάνεται εύκολα, ήταν κομματάκι δύσκολο να καταλάβεις τι άκουγες. Βέβαια, στο σήμα κατατεθέν του track, στο solo του τρομπονιού, διαλευκάνθηκε πλήρως το μυστήριο, και γυρίσαμε έτσι το χρόνο πίσω, στο ’12, στα πρώτα βήματα των Kadebostany.

    Overall, οι Kadebostany τα έδωσαν όλα. Ανεξάρτητα από τις επιτυχίες, ο Guillame συνεχίζει να δημιουργεί και να μην αφήνει το πράγμα στην τύχη του, το εκτιμάμε. Κρατάει τα βασικά χαρακτηριστικά της μουσικής του ζωντανά, τη φωνή του, το τρομπόνι και το εμβατηριακόταμπούρο και προχωράει. Σαν live, αυτό του Σαββάτου, ήταν show. Είμαστε εξαπανέκαθεν πανηγυρτζήδες, σα λαός, αλλά μετά την εξαμερικανοποίησή μας, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα από ποτέ. Το show μας μαγεύει, το clubbing μας παρασύρει, και οι περσόνες μετρούν για μας περισσότερο από τις νότες. Δεν είναι κακό, μη λυσσάτε.

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”19″ gal_title=”Kadebostany”]

  • Grandbrothers στα St Paul’s Sessions

    Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη η ανακοίνωση της έλευσης των Grandbrothers στην Αθήνα, όπως όλες εξάλλου οι μετακλήσεις που γίνονται στα πλαίσια των St Paul’s Sessions (τόσες φορές που έχω πάει την τελευταία τριετία στη συγκεκριμένη εκκλησία, δεν έχω πάει σε όλες τις υπόλοιπες σ’ ολόκληρη τη ζωή μου, που λέει ο λόγος…). Οι Grandbrothers είναι ένα ντουέτο από το Ντύσελντορφ, που ανακάλυψα πέρυσι με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του δεύτερού τους άλμπουμ με τίτλο Open (το πρώτο ονομάζεται Dilation, σε περίπτωση που επιθυμείτε να τους ψάξετε περαιτέρω. Έχω δε την εντύπωση ότι στη συναυλία που παρακολούθησα δεν το τίμησαν καθόλου, ή έστω ελάχιστα). O ήχος του γκρουπ, που απαρτίζεται από τους Erol Sarp και Lukas Vogel, είναι ένας συνδυασμός κλασικής και ηλεκτρονικής μουσικής που περπατούν χέρι – χέρι με ποικίλα αποτελέσματα, άλλοτε εξαιρετικά κι άλλοτε σχετικά τετριμμένα. Όλα αυτά, εκείνο τέλος πάντων που κάνουν και που τελικά δεν είχαμε ακριβώς την ιδέα, όχι του τι ήταν αλλά του πώς ήταν, ήρθαν να μας παρουσιάσουν σε δύο διαδοχικές μέσα στην ίδια βραδιά εμφανίσεις, λόγω του αυξημένου ενδιαφέροντος από τον κόσμο – σημάδι πάντα ευπρόσδεκτο και παρήγορο για την ποιότητα κι ασφαλώς την ποσότητα του ακροατηρίου τέτοιου είδους ακουσμάτων.

    Ενώ λοιπόν το εσώφυλλο του δίσκου τους, δίνει μια σχετική ιδέα του πώς διαμορφώνεται στο εσωτερικό του το πιάνο που χρησιμοποιούν, προκειμένου να φτάσουν στ’ αυτιά μας οι σε ίσες ποσότητες ακουστικοί κι ηλεκτρονικοί ήχοι που παράγουν οι δύο μουσικοί, μόνο όταν το δεις εκ του σύνεγγυς κι εν δράσει αντιλαμβάνεσαι πλήρως πόσο σπουδαίο σαν σύλληψη μα και εκτέλεση είναι το τελικό αποτέλεσμα. Προσαρμόζουν λοιπόν κάποιους μαγνήτες στα εντόσθια του πιάνου και με πολύπλοκες καλωδιακές συνδέσεις μεταφέρουν τα ηχητικά μηνύματα σε ηλεκτρονικές συσκευές επεξεργασίας ήχου (laptop, samplers, λοιπά ακατανόητα κουτάκια με πολύχρωμα φωτάκια κι άλλες λιγότερο φωτεινές αλλά όχι λιγότερο εντυπωσιακές δυνατότητες) που με το προϊόν της επεξεργασίας τους αυτής έρχονται να συνοδεύσουν το συμβατικό κατά τα άλλα παίξιμο στο πιάνο. Η περιγραφή είναι πολύ πιθανό να είναι περισσότερο εντυπωσιακή από το πραγματικό εισπρακτικό ηχητικό όφελος, από την άλλη είναι όντως εντυπωσιακό να ξέρεις πως οτιδήποτε ακούς προέρχεται ουσιαστικά και καθ’ ολοκληρία από το πιάνο, ακόμη κι αν κάτι τέτοιο φαίνεται μάλλον απίθανο…

    Η μουσική των Grandbrothers είναι όμορφη, έχει τους τονισμούς που την κάνουν σχεδόν ένα ευπρόσδεκτο ηχητικό χαλί, που άλλοτε έχει τα φόντα να τραβήξει την προσοχή κι άλλοτε υπάρχει εκεί και δεν σε ενοχλεί μα ούτε του δίνεις κι ιδιαίτερη σημασία. Ορισμένα κομμάτια τους έχουν μια κινηματογραφική υφή, όπως το Honey για παράδειγμα (και δε θα μου έκανε την παραμικρή εντύπωση αν τους έβλεπα να υπογράφουν κάποιο κινηματογραφικό score στο άμεσο μέλλον), άλλα κινούνται σε εσωστρεφή ηχητικά τοπία, σαν το Circonflexe ας πούμε, ενώ κάποτε κινούνται σ’ ένα άκρως αντίθετο απ’ αυτό άκρο, παίζοντας με μία τέτοια εξωστρέφεια κι έως εορταστική διάθεση, ώστε δεν σου προξενεί καμία περιέργεια το γεγονός ότι μπόλικοι παραγωγοί έχουν ασχοληθεί να ρεμιξάρουν τη μουσική και τα κομμάτια τους – το Bloodflow είναι ένα καλό παράδειγμα μιας τέτοιας στιγμής στο ρεπερτόριό τους.

    Έτσι λοιπόν στάθηκαν απέναντί μας εκείνο το βράδυ, κουρασμένοι αλλά με καλή διάθεση για να παίξουν και να μιλήσουν μαζί μας, μένοντας στη σκηνή για κάτι παραπάνω από μία ώρα (όχι και πολύ παραπάνω βέβαια, μη φανταστείτε), παίζοντας μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια, κι επομένως κάπου επτά με οκτώ αν θυμάμαι καλά. Το πιάνο του Erol Sarp κυριαρχούσε στη μουσική τους, κι υπαγόρευε τη διάθεση τελικά, παρά τις φιλότιμες του  έτερου στο ντουέτο να συμμετέχει φυσικά – κι όχι σκαλίζοντας κουμπάκια και pads – στο συνολικό αποτέλεσμα. Κάποιοι ρυθμοί ξεκίνησαν με μπακέτες από τον Lukas Vogel και στη συνέχεια αναπαράχθηκαν μηχανικά, ενεργοποιώντας μηχανισμούς που έκαναν αισθητή την παρουσία τους διαμέσου μικρών led φωτισμών και click ήχων, που έδιναν ένα δικό τους ανεπαίσθητο βήμα στην όλη διαδικασία. Προσθέτοντας στα παραπάνω τον λακωνικά εντυπωσιακό επί σκηνής φωτισμό, μας μένει μια ακόμη εξαιρετική εμφάνιση στο συγκεκριμένο χώρο, που είχε τις κορυφώσεις της και μια γενικά καλή εντύπωση που μας άφησε, χωρίς πάντως να αγγίζει την ιδιοφυία κάποιου σαν τον Hauschka για παράδειγμα, με τον οποίο έχουν πολλά περισσότερα κοινά σημεία επαφής από τον τόπο καταγωγής τους.

     

    Κείμενο : Μάνος Μπούρας   

    Φωτογραφίες : Αλεξάνδρα Κατσαρού

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”21″ gal_title=”Grandbrothers”]

  • AUSTRA και James Lavelle: Πώς να τα χωρέσετε σε ένα βράδυ

     

    Το live της Παρασκευής στο Fuzz μας έδωσε το έναυσμα να μιλήσουμε για τη στιχουργική τέχνη. Σε έναν άκρως ηλεκτρονικό κόσμο, όπου και η μουσική αναπαράγεται πια μέσω synths και samples με knobs και pedals, αυτό που ξεχωρίζεις είναι η αισθητική και ο στίχος, στην περίπτωση που υπάρχει. Οι Austra είναι ένα τέτοιο project. Άξιο μνείας για αυτά που.. λέει.

    Bloody eyes και ένα βικτωριανό λευκό φουρό, φωνή σε mode όπερας και η Katie Stelmanis on stage με το επιβλητικό Darken her Horse. Εν συνεχεία, tracks σαν το Future Politics, το Gaia, το Utopia αλά Björk . “I only want to hold your hand my own damn life/I can picture a place where everyone feels it too”. Πως θα ανταπεξέλθεις την αναπόφευκτη κατάθλιψη σε έναν κόσμο που είναι πια άγευστος; Πρόσεξε τον εαυτό σου και μοιράσου, μας λέει η Stelmanis με το ουτοπικό I love you more than you love yourself. Freepower, Home και μια ωραία επιστροφή στο Feel it Break με το Beat and the Pulse. Κι ήταν αυτές οι καλές φάσεις του live, που εμπλέκονταν synthpop και στοιχεία ebm φτιάχνοντας ωραία ατμόσφαιρα που θύμιζαν club mix.

    Για το encore στον ίδιο industrial minimal και έντονο ρυθμό, Habitat και αξέχαστα Painful Like και Hurt me now από το Olympia. Κάπου εκεί τα έδωσε όλα η Stelmanis και έκανε φινάλε αφήνοντας το κοινό υπερευχαριστημένο. Τα βλέμματα, σαφώς, των περίπου 300 που παρευρεθήκαμε, μαγνήτισε ο Ryan Wonsiak στα πλήκτρα. Θηλυπρεπής και αιθέριος, θαλερός και ημιφανής, σχεδόν σημείο των καιρών. Μας αρέσουν αυτά.

    Το δίχως άλλο θα θυμόμαστε την Ela Minus, το support της βραδιάς, το μοναχικό κορίτσι με το αυτοσχέδιο synthesizer το οποίο έφερε και το label του lead single της, Juant Sant, Bright Music for Dark Times. Επανερχόμαστε στην αρχική μας δήλωση περί στίχων. Η Minus ασχολείται με μεταφυσικά ερωτήματα, με αναζητήσεις προσωπικές, στην αμφιβολία των ανθρώπων χωρίς το δυισμό ή τη χειραγώγηση… Ναι! Και συνέχισε παίζοντας live drums για τους Austra, δένοντας αρμονικά στο καναδέζικο project.

    Ένα live , food for thought.

    Αργότερα κάναμε μια βόλτα από το ΡΟΜΑΝΤΣΟ, για να ακούσουμε James Lavelle. Στα πλαίσια του In Edit, η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, φιλοξένησε τον  άγγλο μουσικό για ένα DL set , στο γνωστό υπόγειο. Φυσικά, δεν περιμέναμε να ακούσουμε κάτι σαν τους UNKLE. Deep και progressive house,  που μπήκε με Mark Lanegan, κόσμος έτοιμος να ταρα- κουνηθεί και ένα party από εκείνα τα «παλιά». Αυτό που λέγαμε μεταξύ μας; «Φασάρα»!

     

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

    [Best_Wordpress_Gallery id=”23″ gal_title=”AUSTRA”]

  • Paradise : Ένα αργοπορημένο αλλά απαραίτητο review!

     

    «I’m in a new band called Paradise!»  Και κάπως έτσι ο Sivert Hoyem  έκανε come back στο στερέωμα και μας ξανασυστήθηκε πριν από ένα περίπου χρόνο με την καινούρια του μπάντα. Εμείς τους είδαμε στο Gagarin και η πρώτη σημείωση είναι η εξής: Ευτυχώς που οι φιλόμουσοι δεν καταλαβαίνουν από δόλωμα τύποις «Ηρώδειο», κι έτσι το live του Σαββάτου ήταν sold out διαψεύδοντας φήμες ότι δε θα μάζευε και πολύ κόσμο!

    Οπότε, κάντε το εικόνα. Ένα κατάμεστο Gagarin, με Sivert Hoyem –μουσάτο πια!- στο stage και ολοκαίνουρια κομμάτια από το Yellow, το ντεμπούτο των Paradise. Όμως, μιλάμε για ένα ντεμπούτο από δοκιμασμένους και πραγματικά πολύ καλούς players. Εξαιρετική κιθάρα από τον Rob McVey, τον κιθαρίστα της Marianne Faithfull, μπάσο από τη Simone Butler, την αντικαταστάτρια του Mani στους Primal Scream, και τον Jack Revy στα drums που ακόμα κι αν δεν είναι ο περίφημος Rob Ellis, έδωσε το καλύτερό του και μας κέρδισε.

    Τι ΄ν΄αυτό που μας άρεσε πολύ στη συναυλία των Paradise; Το full band show! Όταν έχεις συνηθίσει τον ηλεκτρονικό ήχο, τα φυσικά όργανα είναι το κάτι άλλο. Έπαιξαν κατά κόρον ακυκλοφόρητα tracks, αφού μόνο τέσσερα από το Yellow βρίσκονται στη διάθεσή μας. Ανεβασμένοι ρυθμοί ως επί των πλείστων, και μια νοσταλγική μελαγχολία χαρακτηρίζει αυτό το νέο project του Hoyem και του Ellis. Μοναδικό σημείο αναφοράς με τα «παλιά», η γνωστή κι αγαπημένη χροιά του Σκανδιναβού των Madrugada · έτσι τον μάθαμε, έτσι τον λατρέψαμε. Η performance του αξεπέραστη, όπως πάντα, δικαιολόγησε  για ακόμα μια φορά τη λατρεία που του έχει το –εγχώριο, και όχι μόνο- κοινό του. Αφιέρωσε και το Wonderful Life, το προτελευταίο κομμάτι του encore, στον Νίκο Τριανταφυλλίδη– φυσικά.

    Μας αρέσουν οι άνθρωποι που δεν βολεύονται, μας αρέσουν οι άνθρωποι που δεν τα παρατούν. Όταν, δε, μιλάμε για την τέχνη, το παραπάνω statement αποτελεί άγραφο νόμο ακόμα και για αξεπέραστους θρύλους. Ο Sivert Hoyem καταλαμβάνει επάξια θέση σε αυτήν την κατηγορία.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”25″ gal_title=”Paradise”]

  • Και Underground και –αέναη- Youth!

    Όταν αγαπάς μια μπάντα, το μόνο που σε νοιάζει είναι να τη δεις live. Να ακούσεις τα rifakia της, να τραγουδήσεις δυνατά τους στίχους της, να δεις τα μέλη της να χαμογελούν πονηρά μεταξύ τους όταν γουστάρουν να σολάρουν, να ακούσεις αυτό το τετριμμένο, κλασικό κι αγαπημένο «thank you, we love you guys»! Την Παρασκευή, το ισόγειο μέρος του Fuzz ήταν γεμάτο με τέτοιο κόσμο. Τους fans των Underground Youth!

    You made it baby, για αρχή και ο Craig Dyer στη θέση του frontman, το έτερον ήμισυ (Olya Dyer) στα βαθιά για backround, Mark Vernon  την κιθάρα και στα πλήκτρα προς το τέλος, Max James στο μπάσο –δεν γίνεται να μην τον ξεχωρίσεις. Δεν είναι τυχαίο που οι Underground Youth έχουν πιστό κοινό. Ακόμα κι αν οι επιρροές τους είναι ξεκάθαρες και μπορείς να ξεχωρίσεις τη shoegaze να μπλέκεται με λίγο psychedelic  χωρίς να μπορείς να πεις με σιγουριά τι είδους μουσικής ακούς (sic), ακόμα κι αν το set up τους, δεν είναι και τίποτα φοβερό βρε παιδί μου, ακόμα κι αν πολλοί θα άκουγαν το ίδιο αποτέλεσμα σε όλους τους δίσκους, αυτοί οι Άγγλοι σε κερδίζουν παραμένοντας αυτό που αγάπησες εκεί στα τέλη των ‘00s· μουσικοί με πάθος γι αυτό που κάνουν.

    Ξεκάθαρα ο καινούριος τους δίσκος διαφέρει με τους προηγούμενους ως προς τη λυρικότητά του. Αν ακούσεις το Alice στο Spotify, θα νιώσεις μια ανατριχίλα από τα πλήκτρα, και όλο το What Kind of Dystopian Hellhole Is This? χαρακτηρίζεται από μια Bauhaus διάθεση. Το θέμα είναι ότι σ΄αυτό το live τους δεν φάνηκε και πολύ αυτό το στοιχείο αν εξαιρέσεις τη φωνή του Dyer που δίνει τη γκοθίλα στην μπάντα. Πηγαίνοντας από την shoegaze στην grunge και τούμπαλιν, χάθηκε κάπου αυτό το αιθέριο στοιχείο, το σκοτάδι του δίσκου. Φυσικά ήταν απολαυστικοί, αλλά σαφώς δεν απόδωσαν το δίσκο στην αυτούσια μορφή του. Ήταν περισσότερο φασαριόζοι παρά dark.

    Εννοείται πως το Fuzz είχε περισσότερο κόσμο από την τελευταία φορά που μας επισκέφθηκαν και εννοείται πως όταν η μπάντα παραδοσιακά βρέθηκε ανάμεσά μας, τα i-phone πήραν φωτιά! Πιστεύω πως πια αυτή η εικόνα με τις αναμμένες οθόνες λειτουργεί σαν ένα diy φωτορυθμικό και ίσως μετρώντας τα rec να αναγνωρίζει κανείς πόσο γαμάτη είναι η μπάντα! Δε συμφωνείς;

    Έπαιξαν περίπου μιάμιση ώρα, ξαφνιάζοντάς μας στο μέσο περίπου της συναυλίας όπου μας χαιρέτησαν σαν να έφευγαν! Όμως, επανήλθαν δυναμικοί, με πολύ ωραίο ήχο και κράτησαν το ενδιαφέρον μας μέχρι τέλους! Λες την επόμενη φορά να μη βρίσκουμε εισιτήριο να μπούμε; Δεν θα μας ξάφνιαζε ιδιαίτερα!

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Ιωάννα Κίτρου

  • Midas Fall: Το άγγιγμα του Μίδα.. στο Death Disco!

     

    Θα ‘θελες να τους δεις σε ένα μεγάλο venue. Σε έναν χώρο όπου όλη τους η δημιουργικότητα θα τονιζόταν και δεν θα παραγκωνιζόταν. Ο λόγος, για τους Midas Fall, που τους είδαμε στο Death Disco, αλλά κάτι μας έλειπε.

    Ένα σχήμα δυναμικό, παράξενο, ιδιαίτερο. Κάθε χαρακτηρισμός από τους παραπάνω θα τους ταίριαζε αδιαμφισβήτητα. Δύο τύπισσες στο stage ερωτευμένες –και μεταξύ τους και- σίγουρα με τη μουσική. Στο χρονικό των εμφανίσεών τους στην Αθήνα, την πρώτη φορά στο six d.o.g.s. άφησαν πολύ καλές εντυπώσεις αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα με τον ήχο, ενώ στη δεύτερη στο Fox αναγκάστηκαν να διακόψουν για λίγο, γιατί υπήρχε ένα πρόβλημα με τον ήχο. Σ΄αυτήν την τρίτη φορά που μας επισκέφθηκαν, βρήκαν αν μην τι άλλο, το φόντο που τους ταιριάζει ίσως περισσότερο από κάθε άλλο : τους φορτισμένους γκρι τοίχους του Death Disco. Όμως, ήταν κάτι παραπάνω από σαφές τι ακριβώς συμβαίνει με τους Midas Fall και το.. πρόβλημα στον ήχο!

    Όταν το προηχογραφημένο part των κομματιών τους εμπεριέχει καμιά δεκαριά όργανα, δυστυχώς η φυσική παρουσία δεν υπερκαλύπτει τη συνθετική τους δεινότητα. Που να ξεχωρίσεις το τσέλο ακούγοντας post rock, όταν δεν παίζεται ζωντανά; Η παρατήρηση, βεβαίως, δεν απευθύνεται στη μπάντα· ο δημιουργός κάνει ό,τι θέλει. Τα άλμπουμ, αν τα ακούσετε από τα ηχεία σας, είναι υπέροχα. Στο live, όμως, απαιτείται ένας συνδυασμός συνθηκών για να απολαύσεις τέτοιες μπάντες. Κάτι ο λίγος κόσμος, κάτι ο περίεργος ήχος, δεν ήταν το αποτέλεσμα άριστο.

    Πάντως, με τα minimal visuals, το λιγοστό φως, τα Enya like φωνητικά της Elizabeth Heaton, μας έδωσαν όσα περισσότερα μπορούσαν. Μας έντυσαν μελαγχολία και ambient διάθεση, με τις κιθάρες και τα βαθιά επί σκηνής. Μας παρουσίασαν το δικό τους post rock και η Elizabeth μας εξομολογήθηκε κατ’ιδίαν ότι το απήλαυσε. Εν ολίγοις, give Midas Fall a chance! They really deserve it people!

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”27″ gal_title=”Midas Fall”]

  • Η Laurel Halo στην Αγγλικανική Εκκλησία στα St Paul’s Sessions

     

    Ήταν σχεδόν σαν να βλέπεις έναν διαφορετικό καλλιτέχνη, συγκρίνοντας την παρθενική εμφάνιση της Laurel Halo στη χώρα μας, που είχα δει τον Μάιο του 2012 στο Bios, μ’ αυτή τη νέα της στον περίφημο χώρο της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Τότε, ο χορευτικός χαρακτήρας ήταν πολύ πιο έντονος στη μουσική της και η ίδια τον τόνιζε κάνοντας χαρακτηριστικά λικνίσματα πίσω από τα κομπιούτερ και τα μηχανήματά της. Είχα επίσης αφήσει να περάσει η δεύτερη εμφάνισή της την αμέσως επόμενη χρονιά, παρά το γεγονός ότι είχε έρθει με σκοπό να προμοτάρει το δεύτερο κι εξαιρετικό της άλμπουμ Chance Of Rain. Έμαθα πάντως ότι από εκείνη κιόλας τη φορά είχε αρχίσει να αλλάζει ήδη τον τρόπο που παρουσίαζε ζωντανά τη μουσική της, κάνοντας ένα άνοιγμα σε περισσότερο πειραματικές φόρμες κι αφήνοντας ελαφρώς παράμερα την έντονη ρυθμολογία, ως πρωταρχικό στοιχείο της προσωπικής της electronica.

    Μετά από τέσσερα πλέον χρόνια, η αμερικανίδα Laurel Anne Chartow έχει τελειοποιήσει τη μεταστροφή της αυτή, έτσι ώστε αυτό που είδαμε να κατατάσσεται άνετα σε μία εμφάνιση σχήματος που μόνο κατ’ επίφαση θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως electronica, αλλά συνάμα δε θα ξέραμε και που ακριβώς να καταχωρίσουμε. Κατ’ αρχήν λέω “σχήμα” μιας που η Laurel Halo δεν ήταν μόνη επί σκηνής, είχε παρέα της και τον ντράμερ Eli Keszler και η συμβολή του σε όσα ακούστηκαν ήταν κάτι παραπάνω από καίρια. Κατ’ αρχήν δεν επρόκειτο για ντράμερ με τη γνωστή έννοια του όρου, περκασιονίστας θα ήταν πιο ακριβής η περιγραφή του. Δεν κρατούσε ρυθμούς αλλά συμπλήρωνε με μια jazz προοπτική τις σκόπιμα αφηρημένες κάποτε ηχητικές ιδέες της Halo. Εκείνη τη βραδιά συνειδητοποιήσαμε περισσότερο από κάθε άλλη φορά τις καταβολές της Halo στη free jazz, για τις οποίες διαβάζαμε αλλά ίσως ήταν δύσκολο να διακρίνουμε στη μουσική της.


    Μαζευτήκαμε λοιπόν στην επιβλητική αίθουσα, σκοτεινή όπως συνήθως είναι, που κάνει δύσκολο ακόμη και να διακρίνεις αν ο καλλιτέχνης που έχεις προσέλθει να δεις βρίσκεται όντως ο ίδιος επάνω στη σκηνή (θυμόμαστε πρόχειρα τον Tim Hecker που ουσιαστικά δεν είδαμε ποτέ καθ’ όλη τη διάρκεια του σετ του, από το πυκνό σκοτάδι και τους καπνούς), και με φόντο δύο μπλε ηλεκτρικές στήλες φωτός, που έμοιαζαν να θέλουν να ανοίξουν τρύπες στην οροφή και να ξεχυθούν προς το διάστημα, ξεκίνησε η μουσική. Αρχικά οι ήχοι της δεν ακολουθούσαν καμία φόρμα, είμαστε χαμένοι σε ένα ανεξερεύνητο πεδίο ατονάλ ηχοχρωμάτων, όπου προσπαθούσες να βάλεις τα ηχητικά ερεθίσματα σε μία τάξη μα κάτι τέτοιο έμοιαζε μάταιο. Κατέληγες επομένως να παραδίνεσαι σε ένα χείμαρρο από αναφορές φαινομενικά χωρίς ειρμό, που όμως άφηναν πίσω τους ένα αδιόρατο αίσθημα ικανοποίησης για τον τολμηρό τους χαρακτήρα. Προς το τέλος αυτού του περιπετειώδους ταξιδιού, προστέθηκαν τα όμορφα φωνητικά της, που σχηματοποίησαν λίγo τα πράγματα κι έκαναν το πρώτο μέρος του live (που διήρκησε 23 λεπτά) να έχει μια στρωτή, συμβατική έκβαση.
    Κάπως έτσι πήγε ολόκληρη η συναυλία, που κράτησε μία ώρα ακριβώς και δεν είχε το πατροπαράδοτο encore, που τόσο πολύ αγαπά το εγχώριο κοινό. Κανείς δεν παραπονέθηκε πάντως, αφού η Laurel Halo και ο παρτενέρ της στη σκηνή μας έδωσαν στο χρονικό διάστημα αυτό τόσα πολλά υπέροχα ηχητικά ερεθίσματα, μα και κάμποσα να δεις εκτός του να αισθανθείς – που ως γνωστόν είναι συνήθως ένα πρόβλημα σε τέτοιου είδους βραδιές, όπου ο καλλιτέχνης προσπαθεί να γεμίσει το οπτικό έλλειμμα με υποτυπώδεις προσπάθειες να πείσει, ότι αυτά που κάνει επί σκηνής είναι περισσότερα απ’ όσα τελικά είμαστε πεισμένοι ότι κάνει… Θα μπορούσε κανείς για παράδειγμα να μείνει και να χαζεύει τη βιρτουοζιτέ του Keszler, που έντυνε τα τεκταινόμενα με θαυμαστή ακρίβεια και ανεξάντλητη ποικιλία ήχων, ενόσω η όμορφη Halo (χάρμα οφθαλμών όσο και ώτων, επιτρέψτε μου να πω) όχι απλά χειριζόταν το λάπτοπ και το σάμπλερ της, μα τραγουδούσε κι έπαιζε διάφορες μουσικές φράσεις σ’ ένα πληκτροφόρο που βρισκόταν φαρδύ πλατύ ξαπλωμένο επάνω στο τραπέζι μπροστά της.

    Όσα ακούστηκαν δεν είχαν μεγάλη σχέση με όσα πιθανώς να περίμενε κανείς να ακούσει λαμβάνοντας υπόψην του το πιο πρόσφατο άλμπουμ της Dust, από την άποψη ότι τουλάχιστον το μισό μέρος του σετ ήταν χαμένο σε αυτοσχεδιαστικά μονοπάτια που ενέπλεκαν φαντασιακούς αισθητικούς στόχους, παρά αναφορές σε συγκεκριμένα της κομμάτια – που ασφαλώς δεν έλειψαν κι αυτές. Με άλλα λόγια, η Laurel Halo μας έδειξε ότι τραβάει με πολύ καλοσχεδιασμένα βήματα το δημιουργικό της δρόμο, και είτε με τη δισκογραφία είτε με τις εμφανίσεις της προδίδει ένα κορίτσι που βρίσκεται στoν αφρό ενός παραγωγικού κύματος που έχει ακόμα πολλά να δώσει.

     

    Κείμενο: Μάνος Μπούρας 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

  • Dream Syndicate: Κάναν come back στον έρωτα μας

     

    Τριάντα χρόνια μετά το peak τους, οι Dream Syndicate ολοκλήρωσαν το tour τους στην Αθήνα με το καινούριο τους How did I find myself here?. Πιθανολογούμε ότι ο Steve Wynn διερωτήθηκε κάτι τέτοιο όταν έκανε το reunion της μπάντας, το ‘12. Όπως και να ‘χει, η Αθήνα του έδωσε την απάντηση που χρειαζόταν, με πάνω από 1000 άτομα στο Fuzz, με απίστευτη θέρμη και πολλά χειροκροτήματα, ως και δάκρυα συγκίνησης.

    Όταν, στην εφηβεία μου, βρέθηκα στο Λυκαβηττό  να ακούω Scorpions, εκεί κρεμασμένη στα ένδοξα κάγκελα του θεάτρου, γύρω μου είχα όλες τις ηλικίες, από –τότε- συνομήλικους μέχρι παλιούς ροκάδες να ουρλιάζουν το Hurricane. Το Σάββατο, λοιπόν, το Fuzz, παρόλο που είχε μέσω όρο ηλικίας κοινού γύρω στα 50, είχε κι αρκετούς «μικρούς». Είδα και συμμαθητές και δασκάλους μου. Μην απορείτε, έτυχε να μαθητεύω σε ροκ χρονιά μάλλον. Οπότε το κλίμα ήταν ιδιαίτερα φορτισμένο, γιατί ένιωθες ότι είσαι σε θρυλικό live. Και ίσως τελικά, σε ένα τέτοιο να ήμασταν.

    Η μπάντα από το L.A. που έβαλε θεμέλια στην Paisley Undergound, ο γερόλυκοι Dream Syndicate, τα έδωσαν όλα. Μέχρι και δύο encore με έξι tracks! Από τα παλιά τους. Αυτά που τους έκαναν αστέρια. Glide από το τελευταίο, The Side I’ll Never Show για να γίνει χαμός , Boston με λίγο “Refugee” από Tom Petty, When the Curtain Falls, Tell Me When It’s Over και ένα καταιγιστικό  John Coltrane Stereo Blues για τον αποχαιρετισμό. Τι κι αν διαλύθηκαν, πριν μερικά χρόνια, αυτή τη φορά άνοιξαν καινούριο κεφάλαιο.

    “The past is easier to bend/I found a way to slow it down” μας λέει στο Circle ο Wynn, και σε αυτό το mood βρίσκεται όλο το τελευταίο album · περί παρελθόντος ο λόγος. Στο main part του live, όπου έπαιξαν επτά από τα οκτώ κομμάτια του How did I find myself here? ακούσαμε elements από το ιστορικό The Days of Wine and Roses. Kαι ίσως αυτό να είναι ο λόγος  που οι fans είναι τόσο ένθερμοi τρεις δεκαετίες μετά.. Βγήκαν με το Halloween, έκλεισαν με The Days of Wine and Roses. Τυχαίο; Filter me through You και 80West ξεχώρισαν από τα καινούρια τους. Έπαιξαν και The Medicine Show, φυσικά. Εξαιρετικό μπάσο από τον Mark Walton, απολαυστικές jamming κιθάρες από τον Wynn και τον Jason Victor που τον συνοδεύει στη solo καριέρα του και τον Chris Cacavas στα πλήκτρα να ανάβει το τσιγάρο του στο encore. Συναυλία σταθμός για όσους παρευρέθηκαν, και κυρίως για τη μπάντα που ήταν εμφανώς συγκινημένη – αν μην τι άλλο. Για πολλούς το καλύτερο live που έχουν πάει, κι ας μην άκουσαν το When you smile.

    Είναι γεγονός ότι σε παρασέρνει να ξέρεις ότι αυτό που παρακολουθείς έρχεται από μιαν άλλη εποχή. Για μας τους νεότερους, είναι μαγικό να έχουμε το βαλάντιο για το εισιτήριο και να ζούμε τέτοιες στιγμές. Να χοροπηδάς με έναν 60άρη μαλλιά που φωνάζει  Yeah, every cloud has a silver lining! Αξία ανεκτίμητη.

    P.S.: Oι Dustbowl έκαναν support και μας έβαλαν στο πνεύμα. Προλάβαμε τα τελευταία τους κομμάτια αλλά, όπως έχουμε ξαναγράψει στο παρελθόν, αξίζουν πολλά μπράβο. Τους αγαπάμε, τέλος.

     

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”29″ gal_title=”Dream Syndicate”]

     

  • The 3d Man Element: Αυτοσχεδιασμοί και αρμονία στο ΚΕΤ

     

    Όταν γνωρίσαμε τα παιδιά του Κέντρου Ελέγχου Τηλεοράσεων, στην Κυψέλη, η όλη γνωριμία ήταν αποκάλυψη. Ξέρεις τώρα, στη γειτονιά των πολλών εθνικοτήτων, εκεί που άλλοι δεν πατάνε πόδι και άλλοι απολαμβάνουν βόλτες, παίζει το ΚΕΤ. Ο πολυχώρος που βρίσκεις από experimental electronica parties μέχρι εκδηλώσεις για την  LGBTQ+ και σεμινάρια για παιδιά.

    Κάναμε, λοιπόν, την επανένωση! Είδαμε The 3rd Man Element , το αυτοσχεδιαστικό project  του Χρήστου Αλεξόπουλου (συνθέτης, ιδρυτής της Puzzlemusik) στο πιάνο, τα πλήκτρα και χρηστικά αντικείμενα και του Βασίλη Ποδαρά (μέλος του Next Step Quintet) στα τύμπανα. , όπου καλούν σε κάθε session έναν διαφορετικό μουσικό για να δώσει το… στίγμα του! Αυτή τη φορά, καλεσμένος ήταν ο Φώτης Σιώτας, το βιολί του και τα pedals του. Και μερικά φωνητικά τερτίπια στο ηχείο του μαγικού του έγχορδου, που πρόσθεσαν ένα παράξενο ethnic συναίσθημα, σε αυτό το accompagnamento ιδεών και αισθήσεων.

    Δεν είχε πολύ κόσμο το ΚΕΤ, μονάχα 10-15 άτομα. Έτσι ο καθένας μόνος ή και με την ελάχιστη και κατάλληλη παρέα, αφέθηκε σε αυτό που οι τρεις μουσικοί, υπό το φως μιας κίτρινης λάμπας, δημιουργούσαν επί τόπου. Αν είσαι μουσικός, ξέρεις, ότι το jam- άρισμα, που λέμε, είναι μια φοβερή εμπειρία. Είναι ο λόγος να ενωθούν πολλές φωνές και ήχοι στην απόλυτη ελευθερία που δημιουργεί ο καθένας ξεχωριστά.

    Το εγχείρημα του The 3d Man Element, δεν είναι πρωτότυπο. Μόλις πέρυσι, μάλιστα, στον ίδιο χώρο, παρακολουθούσαμε το session του Γιάννη Αναστασάκη και της  Deniz Αγγελάκη με guest (!) τη Σαββίνα Γιαννάτου. Το feeling σε κάθε περίπτωση, όταν η ελευθερία φτιάχνει αρμονία, είναι απογειωτικό. Έτσι και την Πέμπτη το βράδυ, στο υπόγειο της Κύπρου, οι μουσικού αυτοσχεδιάζαν επί σκηνής, κι εμείς στο νου.

    Ωραία εμπειρία! Αξίζει να τη ζήσει κανείς όσες περισσότερες φορές μπορεί!

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

  • FOS την Κυριακή : Καθόλου τυχαία τα αρχικά του νέου φεστιβάλ στην πόλη!

     

    Το Fraternity of Sound μας συστήθηκε, μας άφησε να περιμένουμε τα επόμενα και ιδού τα αποτελέσματα!

    Καθυστερημένοι και έχοντας χάσει –κλαψ- τους Afformance, ξεκινήσαμε τη βραδιά με Drew McDowell. Πειραματικός, ατμοσφαιρικός, σε χαμηλούς τόνους, κράτησε το Fuzz σε κατάνυξη. Ήταν ό, τι έπρεπε για να μας βάλει στο πνεύμα, οπότε δεν μας πείραξε το lounge ύφος της experimental ηλεκτρονικής του, της οποίας αποτελεί και συμβολικό πρόσωπο, να τα λέμε αυτά. Με καπνούς αλά Boy George, ακούσαμε τα μπάσα των ZONAL, του JK Flesh και του The Bug, οι οποίοι ίσα που φαίνονταν. Κι ενώ ξεκίνησαν από τα γούστα του πρώτου, κάτι από hip hop beat και industrial πειραματική, κάπου «χώθηκε» o Kevin Martin και έδεσε το γλυκό με μια essence από trip hop. Μεταξύ σκοταδιού, αισθησιασμού, μπάσου μέχρι το μεδούλι και εμπνευσμένων beats παρασυρθήκαμε. Παρασύρθηκαν κι αυτοί, έπαιξαν και κάτι παραπάνω και πήγαμε μια ώρα πίσω από το προκαθορισμένο schedule. Αλλά τους το δίνουμε, που θα έλεγε κι ένα φίλος, γιατί εξελίχθηκαν στην έκπληξη της βραδιάς. Μας έδωσαν ωραίο ρυθμό, καλά δομημένο, μπροστά στα decks τους και κάπως στριμωγμένοι ανάμεσα στο set up του Thurston Moore Group που περίμενε υπομονετικά τη σειρά του. Πολύ καλοί, απολαυστικοί, γκρουβάτοι. Χαλάλι η καθυστέρηση!

    Ono soul. Το έπαιξαν τελευταίο και μάλιστα στο encore. Αλλά μας δίνει την κατάλληλη πάσα για να περιγράψουμε τον τύπο on stage, τον Thurston Moore. Τον τύπο που σαν να ξαναγέννησε τον εαυτό του, δεν έμεινε αυτό που όλοι αγαπήσαμε, δηλαδή ο υπέροχος των Sonic Youth, αλλά προχωράει ανοίγοντας τους ορίζοντές του. Μας γύρισε, λοιπόν, πίσω στο ’95 και στο Psychic Hearts, αφού πρώτα μας παρουσίασε το τελευταίο του Rock ‘n Roll Consciousness. Steve Shelley στα drums, σχεδόν παραδοσιακά, Debbie Goodge στο κέντρο με το μπάσο (βλ. My bloody Valentine) και James Sedwards στη θέση του Lee Ronaldo – αναγνωρισμένη απώλεια αλλά και επάξια εξέλιξη. Τα μάτια στραμμένα στον καινούριο Thurston Moore, να μιλάει για την αγάπη και με τη βραδύγλωσση προφορά του και να αποδεικνύει, βεβαίως, ότι οι περισσότεροι στο κοινό βρίσκονταν εκεί για χάρη του. Ένα σύμβολο μιας εποχής που δε σταματά να είναι επίκαιρο και μέσα στη ζωή. Δαιδαλώδες Turn On, Smoke of Dreams, Aphrodite και Exalted για λίγο πριν το τέλος. Exalted για τη χαριστική βολή.  Exalted για να ‘χεις να λες ότι ακόμα και η πιο ονειροπόλα μελαγχολία μπορεί να σπάσει με metal θόρυβο και φωνητικά by Mr T. Το κάτι άλλο. Αδιαμφισβήτητα μεγάλη προσωπικότητα της noise rock –αποφεύγουμε τα απόλυτα για να μη μας πουν ότι μεροληπτούμε- και εξαιρετικό back up στην παρακαταθήκη των αναμνήσεών σου.

    Έκλεισε με Ben Frost και φυσικά το τελευταίο (και 5ο) του The centre cannot hold. Άφησε πίσω του την αμεσότητα-γροθιά στο στομάχι- του AURORA με εκείνο το ανατρεπτικό Nolan που είχαμε ακούσει στο ΡΟΜΑΝΤΣΟ, για να καλλιεργήσει έναν πιο ενδόμυχο συναισθηματισμό, ατενίζοντας τη σκληρότητα του κόσμου όπου ζούμε. Εκρηκτικοί συριγμοί και τρομερή bass- ίλα κατέκτησαν το μισοάδειο Fuzz, μιας και οι περισσότεροι αναχώρησαν μετά τον Thurston Moore. Παρόλ’ αυτά, οι εναπομείναντες, ήξεραν τι να περιμένουν και το πήραν. O Ben Frost on stage σχεδόν σα ναυαγός, με τα decks γεμάτα ενισχυτές και πίσω του ένα τεράστιο σελοφάν. Αν δεν υπήρχαν τα visuals που αχνοφαίνονταν, ίσως κάποιος να υπέθετε ότι θα πεταχτεί αίμα στο backround. Δεν απέχει και πολύ μια τέτοια φρικαλέα «φαντασίωση» μιας και στο album παίζει και το track των 12 δευτερολέπτων A Single Hellfire Missile Costs $100,000. Με δανεικό τίτλο από Yeats και Δευτέρα Παρουσία, λοιπόν, με μια μικρή απόγνωση, μια επιθετική ανησυχία και μια προφητική μακαβριότητα, ο Ben Frost έπαιξε στο στυλ του ηχογραφημένου στο Σικάγο αυτή τη φορά, The centre cannot hold. Ασαφείς συνδέσεις μεταξύ ήχων απόκοσμων, χωρίς distortion αυτή τη φορά. Μας έλειψε το ξέσπασμα που μας έχει συνηθίσει να τρυπάει κεφάλι και πλευρά, αλλά μας κράτησε σε μια ενστικτώδη κίνηση καθ’ όλη τη διάρκεια του live του. Δεν ξέρουμε τι έπαιξε ισχυρότερο ρόλο, αν ήταν η συνεργασία του με τον Albini, η απογοήτευσή του από τους καταστροφικούς πολέμους ή απλά ότι για πρώτη φορά δεν ταξίδεψε για να βγάλει δίσκο, πάντως ήταν πολύ διαφορετικός. Ίσως ωριμότερος, ίσως πιο μπερδεμένος. Πάντα ταγμένοςστις δυσοίωνες synth μελωδίες του, πάντως.

    Είναι σπάνιο να νιώθεις αλλά και να ξέρεις ότι βρίσκεσαι σε live, όπου το κοινό ξέρει καλά γιατί είναι εκεί. Αυτό φάνηκε τόσο στο ότι για πρωτοεμφανιζόμενο φεστιβάλ, το Fraternity of Sound στο Fuzz μάζεψε τόσο κόσμο –ήμασταν περίπου 500 την Κυριακή- αλλά και στο ίδιο το είδος μουσικής που γνωρίζουμε καλά ότι δεν αποτελεί θέλγητρο για πολυπληθείς μαζώξεις στα δικά μας λημέρια. Ιδιαιτέρως προσεγμένο line up, φιλοξενούμενοι που για πολλούς αποτελούν όνειρο ζωής και εξαιρετικός ήχος. Υπάρχει δυνατότερο τρίπτυχο; Γι αυτό, όσοι παρευρεθήκαμε, φύγαμε αν μην τι άλλο ενθουσιασμένοι, που καινούριοι άνθρωποι εμπλέκονται στη μουσική βιομηχανία και φτιάχνουν το αντίβαρο στο κλασικό που γνωρίζαμε ως τώρα.

     

    P.S.: Όχι ότι θέλουμε να ευλογήσουμε τα γένια μας, αλλά μιας και το προσέξαμε, ο James Edwards έπαιζε με Jam pedal, ελληνικής παραγωγής. Ψαχτείτε, έχει ενδιαφέρον.

     

    Κείμενο: Ζωή Νικολάου 

    Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού 

     

    [Best_Wordpress_Gallery id=”31″ gal_title=”FOS”]